ΚΥΡΙΑΚΗ ΖΑΚΧΑΙΟΥ 25-1-26
Κατηγορία:ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

2026 25 Ιαν. Πόθος και Δίψα, ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ (ΖΑΚΧΑΙΟΥ) (Λουκ.19, 1-10), π.Νικηφόρος Κοντογιάννης

ΚΥΡΙΑΚΗ
“ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ (ΖΑΚΧΑΙΟΥ)”


Θέμα 
Λειτουργικού Κηρύγματος: “Πόθος και Δίψα”

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ “ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ (ΖΑΚΧΑΙΟΥ)”
Λουκ. 19, 1-10

ΚΕΙΜΕΝΟ

1 ΚΑΙ εἰσελθὼν διήρχετο τὴν Ἱεριχώ· 2 καὶ ἰδοὺ ἀνὴρ ὀνόματι καλούμενος Ζακχαῖος, καὶ αὐτὸς ἦν ἀρχιτελώνης, καὶ οὗτος ἦν πλούσιος, 3 καὶ ἐζήτει ἰδεῖν τὸν Ἰησοῦν τίς ἐστι, καὶ οὐκ ἠδύνατο ἀπὸ τοῦ ὄχλου, ὅτι τῇ ἡλικίᾳ μικρὸς ἦν. 4 καὶ προδραμὼν ἔμπροσθεν ἀνέβη ἐπὶ συκομορέαν, ἵνα ἴδῃ αὐτόν, ὅτι ἐκείνης ἤμελλε διέρχεσθαι. 5 καὶ ὡς ἦλθεν ἐπὶ τὸν τόπον, ἀναβλέψας ὁ Ἰησοῦς εἶδεν αὐτὸν καὶ εἶπε πρὸς αὐτόν· Ζακχαῖε, σπεύσας κατάβηθι· σήμερον γὰρ ἐν τῷ οἴκῳ σου δεῖ με μεῖναι. 6 καὶ σπεύσας κατέβη, καὶ ὑπεδέξατο αὐτὸν χαίρων. 7 καὶ ἰδόντες πάντες διεγόγγυζον λέγοντες ὅτι παρὰ ἁμαρτωλῷ ἀνδρὶ εἰσῆλθε καταλῦσαι. 8 σταθεὶς δὲ Ζακχαῖος εἶπε πρὸς τὸν Κύριον· ἰδοὺ τὰ ἡμίση τῶν ὑπαρχόντων μου, Κύριε, δίδωμι τοῖς πτωχοῖς, καὶ εἴ τινός τι ἐσυκοφάντησα, ἀποδίδωμι τετραπλοῦν. 9 εἶπε δὲ πρὸς αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ὅτι σήμερον σωτηρία τῷ οἴκῳ τούτῳ ἐγένετο, καθότι καὶ αὐτὸς υἱὸς Ἀβραάμ ἐστιν. 10 ἦλθε γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ζητῆσαι καὶ σῶσαι τὸ ἀπολωλός.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

1Mπήκε κατόπιν στην Iεριχώ και περνούσε μέσα απ’αυτήν. 2Eκεί, λοιπόν, εμφανίστηκε κάποιος, που ονομαζόταν Zακχαίος – ο οποίος ήταν προϊστάμενος των τελωνών και ήταν πλούσιος – 3και προσπαθούσε να δει ποιος είναι ο Iησούς, αλλά δεν μπορούσε εξαιτίας του πλήθους, γιατί ήταν κοντός στο ανάστημα. 4Tους προσπέρασε τότε τρέχοντας μπροστά κι ανέβηκε σε μια συκομουριά για να τον δει, επειδή από εκείνο το δρόμο θα περνούσε ο Iησούς. 5Mόλις, λοιπόν, έφτασε ο Iησούς στο μέρος εκείνο, κοίταξε προς τα πάνω, τον είδε και του είπε:  «Zακχαίε, βιάσου να κατέβεις, γιατί σήμερα πρέπει να μείνω στο σπίτι σου». 6Bιαστικά, τότε, κατέβηκε και τον υποδέχτηκε με χαρά. 7Όλοι οι άλλοι, όμως, όταν το είδαν αυτό, γόγγυζαν λέγοντας πως σ’ενός αμαρτωλού το σπίτι μπήκε να μείνει. 8Σηκώθηκε όρθιος τότε ο Zακχαίος και είπε στον Kύριο:  «Kύριε, να! Aπό τώρα τα μισά από τα υπάρχοντά μου τα προσφέρω στους φτωχούς. Kι αν από κάποιον πήρα κάτι με τρόπο εκβιαστικό, του το επιστρέφω στο τετραπλάσιο». 9Tότε ο Iησούς του είπε:  «Σήμερα συντελέστηκε σωτηρία στο σπίτι αυτό, καθότι γιος του Aβραάμ είναι κι αυτός. 10Γιατί ο Γιος του Aνθρώπου ήρθε ν’αναζητήσει και να σώσει το χαμένο».

Κυριακή, 25 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΕ΄ ΛΟΥΚΑ (ΖΑΚΧΑΙΟΥ) , Λουκ. 19, 1-10

Πόθος και Δίψα;

Είπε ο Κύριος: «Ας κάνουμε έναν περίπατο στην Ιεριχώ». Και περπατούσε μέσα στην πόλη, και κάποια στιγμή, βλέπει τον Ζακχαίο, πάνω σε ένα δέντρο. Φυσικά, δεν πήγε έτσι τυχαία στην Ιεριχώ. Ήξερε ότι κάποιος εκεί τον περίμενε και ο Ιησούς Χριστός όντως εκεί ήθελε να τον συναντήσει. Ποιον; Τον Ζακχαίο.

Τι ήταν, όμως, εκείνο που έκανε τον Κύριο τόσο πολύ να ελκυστεί από έναν Ζακχαίο και να πάει και, αν και ήταν τόσος κόσμος, πολύς κόσμος ήτανε, κι όμως, από όλους αυτούς διάλεξε έναν, αυτόν τον Ζακχαίο, πάνω σε ένα δέντρο, ο οποίος ανέβηκε στο δέντρο, γιατί δεν μπορούσε να δει, δεν μπορούσε να παρακολουθήσει Αυτόν που έρχεται.

Τι ήταν εκείνο που είδε μέσα στην καρδιά του Ζακχαίου; Όλοι οι άλλοι βλέπανε έναν τελώνη, έναν που εξευτελίστηκε, που τον κορόιδευαν, εκείνος που ήταν σκληρός, άδικος, κακός. Βλέπανε έναν τελώνη. Ο Κύριος, όμως, τι είδε; Τι είδε;

Εκείνος που βλέπει τις καρδιές των ανθρώπων και δε μας κρίνει σύμφωνα με αυτά που πράττουμε, αλλά σύμφωνα με αυτά που σκεπτόμαστε.

Γιατί εγώ μπορεί να κάνω κάτι πολύ καλό, μέσα μου, όμως, να έχω υπερηφάνεια γι’ αυτό που κάνω. Μπορεί να έρχομαι στην εκκλησία και να κάνω μια ωραία δωρεά, όμορφη, και να δείχνω μεν ταπεινός, αλλά μέσα μου να είμαι υπερήφανος και αλαζών και να λέω: «Κοίταξε εγώ τι έκανα!»

Πόσα τέτοια σκεπτικά, δεν έχουμε στη ζωή μας, για πάρα πολλά πράγματα. Κάνουμε τον ταπεινό, κάνουμε τον απλό, είναι αυτό που λέει ο λαός: «Ήσυχο ποταμάκι».

Και ο Κύριος, όμως, ξέρει τι κρύβουμε μέσα στην καρδιά μας, ξέρει την εμπάθεια μας, ξέρει τη ζήλια μας για τον άλλον, ξέρει την κακία και το μίσος που έχουμε για τους άλλους ανθρώπους. Αλλά παρόλα αυτά όμως, για όλους μας, έχει κάτι να δώσει.

Έτσι και στον Ζακχαίο τι είδε; Είδε μια νοσταλγία, είδε μια επιθυμία, σου λέει: «Κάτι να δω, κάτι να αναζητήσω. Όχι ένα θαύμα». Δεν ήθελε το θαύμα, ήθελε το πρόσωπο, ήθελε αυτό που θα περνούσε από εκεί.

Ποιος ξέρει άραγε; Μήπως είχε εντυπωσιαστεί από τον Λευί, τον Ματθαίο, που ήταν τελώνης; Ο Ματθαίος Ευαγγελιστής ήταν τελώνης, ο Ζακχαίος ήταν αρχιτελώνης. Άρα, λοιπόν, ήταν ανώτερος από τον Ματθαίο, στον χώρο της εργασίας. Και ο Ματθαίος έφυγε, τα εγκατέλειψε όλα, και έφυγε και ακολούθησε τον Κύριο. Τι λέτε, δεν προβληματιζόταν, δεν έβλεπε τον εαυτό του. Τι γίνεται; «Εκείνος γιατί έτσι κι εγώ αλλιώς; Πώς συμπεριφέρομαι

Και τι άλλο είδε ο Κύριος; Είδε σ’ αυτόν τον άνθρωπο, είδε την ταπείνωση. Ποια ταπείνωση; Μα ανέβηκε σ’ ένα δέντρο, αρχιτελώνης ήτανε. Δεν ήταν ένας απλός άνθρωπος, ήταν εκείνος τον οποίον όλοι αποστρεφόντουσαν. Δεν ήθελαν να τον συναντούν στον δρόμο τους, γιατί ήταν σκληρός και άδικος. Ε, αυτόν τον είδε απάνω στο δέντρο, γιατί ταπεινώθηκε. Και προφανώς, πριν να ανεβεί στο δέντρο, ταπεινώθηκε μες την καρδιά του.

Αυτό είδε ο Κύριος. Μια καρδιά που αρχίζει να αλλάζει.

Προσέξτε, πριν φτάσουμε στη μετάνοια, οδηγούμαστε στην ταπείνωση πρώτα. Αν δεν ταπεινωθώ, δε θα αναγνωρίσω τα λάθη μου, δε θα αναγνωρίσω τις κακίες μου. Θα λέω πάντα: «Οι άλλοι φταίνε. Εγώ δεν έκανα τίποτα, οι άλλοι φταίνε». Όταν ταπεινωθώ όμως, βλέπω τον εαυτό μου, βλέπω την καρδιά μου, βλέπω τα μέσα μου. Και αναζητώ κάποιον  να με απαλλάξει από όλα αυτά, τα οποία έχω μέσα μου. Και όχι να αντιδράσω και να πω: «Γιατί, τι έκανα;»

Γι’ αυτό και ο Κύριος, τι άλλο βρήκε στον τελώνη; Βρήκε καρδιά ελεύθερη, να εισέλθει. Γι’ αυτό και δεν του λέει: «Ακολούθησέ με». Του λέει: «Κατέβα και θα ‘ρθω σε σένα να μείνω. Στο σπίτι σου σήμερα θα ‘ρθω να μείνω». Πω πω! Θα ‘ρθω εγώ στο σπίτι σου; Ναι. Γιατί; Γιατί εκεί είχανε να πούνε πολλά. Όχι απλώς: «Ακολούθησέ με και τελειώσαμε και στο δρόμο βλέπουμε». Όχι. Εκεί μέσα είχανε να πούνε πολλά.

Δεν υπολόγισε ο τελώνης και να πει: «Τι θέλει να έρθει στο σπίτι μου; Να με κατσαδιάσει, να με κατακρίνει, να με καταδικάσει, να με ρεζιλέψει; Εγώ έχω τόσα λάθη, τόσες αμαρτίες, τόσα προβλήματα, τόσες δυσκολίες. Δε μ’ αφήνει ήσυχο, δεν πάει πουθενά αλλού;» Δεν είπε: «Όχι έχω δουλειά, δεν έρχομαι». Αλλά κατέβηκε και πήγε.

Περίμενε τη λύτρωση. Αυτό έβλεπε ο Κύριος στον τελώνη, γιατί ήταν ένας άνθρωπος που περίμενε να λυτρωθεί. Και βρήκε χώρο ο Κύριος σ’ αυτό το σπίτι.

Αν και οι άλλοι απ’ έξω τι κάνανε; Τι βλέπανε; Έναν τελώνη. Και έναν Ιησού Χριστό να πάει να τρώει με έναν τελώνη. «Καλά, τι κάνει Αυτός; Μ’ αυτόν που κλέβει, τον απατεώνα, τον άρπαγα, που καταστρέφει;» Ναι, μ’ αυτόν, γιατί λέει: «Και αυτός είναι παιδί του Αβραάμ».

Πω πω! Τι ωραίο αυτό, όλοι είμαστε παιδιά του Θεού. Όταν λέει του Αβραάμ, σημαίνει του Αδάμ και τα λοιπά. Άρα, δημιούργημα δικό Του, τα χέρια Του μας έπλασαν, η αγάπη Του σταυρώθηκε για μας, για όλους μας.

Ναι, αυτόν λοιπόν τον τελώνη, που άνοιξε το σπίτι του, την καρδιά του, όχι το έξω, το μέσα του άνοιξε για να δεχθεί τον Κύριο. Γι’ αυτό και όταν πήγε στο σπίτι, δε χρειάστηκε πολλά να πούνε.

Κατάλαβε ότι Αυτός που ήρθε στο σπίτι, ήρθε ως θεραπευτής και όχι για να καταδικάσει. Δεν έρχεται ποτέ ο Κύριος να καταδικάσει. Η κακία μας και η ανικανότητα να δεχθούμε στην καρδιά μας την αγάπη. Ο τελώνης δέχθηκε την αγάπη στην καρδιά του, στο σπίτι του, στη ζωή του. Τον δέχθηκε.

Εμείς Τον δεχόμαστε; Δεν Τον δεχόμαστε. Τον βλέπουμε ως εκείνον ο οποίος θα μας τιμωρήσει, θα μας καταδικάσει, θα μας ελέγξει. Και δεν πάμε με ανοιχτή καρδιά να πούμε: «Ναι Κύριε, είμαι αμαρτωλός, έχω αυτό, αυτό και εκείνο. Μπορείς Εσύ κάτι να κάνεις; Εγώ δεν μπορώ να αλλάξω τον εαυτό μου, δεν μπορώ να τον διορθώσω. Σε παρακαλώ όμως, δώσε μου ευκαιρίες». Και δίνει ευκαιρίες ο Κύριος. Τις αξιοποιούμε όμως;

Να γιατί ο Κύριος πήγε στον Τελώνη και σε κανέναν άλλον.

Και ο Τελώνης είπε: «Θα τα δώσω όλα στους φτωχούς». Όλα.

Και ξέρετε, λέει η παράδοση, ότι αργότερα αυτός ο Τελώνης έγινε μαθητής του Αποστόλου Πέτρου και αργότερα Απόστολος και κήρυξε. Τι κήρυξε; Αυτή την αγάπη του Κυρίου.

Αυτή την αγάπη που αν την καταλάβουμε δε θα νιώσουμε ποτέ μόνοι μας.

Μόνοι μας νιώθουμε, όταν κλεινόμαστε στο εγώ μας. «Εγώ ξέρω. Εγώ μπορώ. Οι άλλοι δεν ξέρουν. Οι άλλοι δεν μπορούν. Ο Θεός είναι εκεί απάνω που είναι, τι να με κάνει εμένα; Όλο προβλήματα μου δίδει». Έτσι λέμε: «Τι μου ‘δωσες αυτό Κύριε; Γιατί μου ‘δωσες αυτό; Γιατί μου ‘δωσες εκείνο;» Και αυτό που λέμε πολλές φορές και είναι πολύ άσχημο. Τι κάνεις, σε κάποιον ο οποίος έχει δυσκολίες; Τι κάνεις; Τι λέει; «Δόξα τω Θεώ και μη χειρότερα». Γιατί το λες αυτό; Γιατί το λες αυτό; Με κακία το λες, δεν το λες με ταπείνωση. Δε λες αυτό το: «Δόξα τω Θεώ. Όπως θέλει ο Κύριος, αρκεί να μου δώσει κουράγιο να αντέξω». Και λέμε τόσα άλλα ανόητα. Γιατί; Γιατί δε δεχθήκαμε στο σπιτικό μας, στην καρδιά μας, Αυτόν που έχει αγάπη. Δεν άντεξε η κακία μας να χωρέσει μέσα την αγάπη του Θεού.

Άρα, λοιπόν, αγαπητοί μου, ας αρχίσουμε λίγο να ταπεινώνουμε τον εαυτό μας. Μην έχουμε την ιδέα ότι είμαστε σπουδαίοι. Αρχιτελώνης ήτανε. Και όμως δεν είχε καμιά ιδέα για τον εαυτό του. Έβλεπε τα λάθη του. Έβλεπε τα ελαττώματά του. Η συνείδηση τον ήλεγχε. Βάραινε την ψυχή του. Βάραινε την καρδιά του. Έκανε ό,τι έκανε, αλλά έβλεπε τον άλλον ότι με πόνο έβγαζε τα χρήματα για να τον πληρώσει. Και μετά ήλεγχε η συνείδηση τον εαυτό του, γιατί είχε αγαθή καρδιά.

Ας ταπεινώσουμε λοιπόν, τους εαυτούς μας. Ας ανοίξουμε χώρο στην καρδιά μας. Και ας μη λέμε, ποτέ μη λέμε, ποτέ μη λέμε: «Φταίνε οι άλλοι». Ποτέ μην πείτε: «Φταίνε οι άλλοι». Ακούτε το. Ποτέ μην έρθετε εξομολόγηση και πείτε: «Έτσι μου έκαναν». Τι εγώ κάνω στη ζωή μου. Εγώ τι κάνω στη ζωή μου.

Μπορούμε να δούμε το εγώ μας; Τότε είδαμε τα πάντα. Δεν μπορούμε, και δικαιολογούμαστε; Φαρμάκι προσφέρουμε στον εαυτό μας. Πληγή μεγαλύτερη ανοίγουμε. Όταν όμως σκύψουμε το κεφάλι και πούμε: «Εγώ έφταιξα. Βοήθησέ με, όμως, να το καταλάβω γιατί έφταιξα. Εγώ δεν το καταλαβαίνω. Εσύ όμως βοήθησέ με, να καταλάβω γιατί έφταιξα. Δε θέλω να ρίξω το βάρος σε κανέναν. Στον εαυτό μου θέλω να το ρίξω. Αλλά βοήθησέ με να το καταλάβω».

Και τότε ο Κύριος θα βρει χώρο στην καρδιά μας και θα ‘ρθει να μείνει μαζί μας.

Απομαγνητοφώνηση: Θεόδωρος Σύρ. & Χρυσούλα Χαρ.

Νοηματική προσαρμογή και προσθήκη παραπομπών από τον ομιλούντα.

0