(Eπιτρέπεται η λήψη ή η δημοσίευση μέρους ή όλου του περιεχομένου των διαφόρων θεμάτων που καταχωρούνται στην παρούσα ιστοσελίδα μας με την προϋπόθεση ότι θα αναφέρεται η πηγή λήψης αυτών www.galilea.gr)
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ Ἦχος γ´. Θείας πίστεως
Νίκην ἤνεγκε, τὴ Ἐκκλησία, ἡ σὴ ἔνθεος, ὁμολογία, Νικηφόρε Ἱεράρχα θεόληπτε τὴν γὰρ Εἰκόνα τοῦ Λόγου σεβόμενος, ὑπερορία ἀδίκως ὠμίλησας. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.


βασιλικὸ γραμματέα καὶ νοτάριο Θεόδωρο καὶ τὴν Εἰρήνη. Ὁ πατέρας του ἐξορίσθηκε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα Κωνσταντίνο Ε΄ τὸν Κοπρώνυμο (741 – 775 μ.Χ.) στὰ Μύλασσα τῆς Καρίας, διότι ἦταν ὑπέρμαχος τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Ἀργότερα τὸν ἐξόρισε στὴ Νίκαια, ὅπου μετὰ ἀπὸ ἕξι χρόνια ἀπέθανε.
Νικηφόρου ἦταν ὁμαλὴ καὶ ἀπερίσπαστη. Ὄταν ὅμως αὐτοκράτορας ἔγινε ὁ Λέων Ε΄ ὁ Ἀρμένιος (813 – 820 μ.Χ.), ὁ ὁποῖος ἦταν εἰκονομάχος, ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ἦταν ἀντίπαλος καὶ ἀτρόμητος ἐπιτιμητὴς τῆς βασιλικῆς ἀσέβειας. Ὁ Πατριάρχης ἅγιος Νικηφόρος παρέλαβε τὸν Ὅσιο Θεοφύλακτο Νικομηδείας, τὸν Ἅγιο Αἰμιλιανὸ Κυζίκου, τὸν Ἅγιο Εὐθύμιο Σαρδέων, τὸν Εὐδόξιο Ἀμορίου, τὸν Ἅγιο Μιχαὴλ Συνάδων καὶ τὸν Ἅγιο Ἰωσὴφ Θεσσαλονίκης καὶ ἐπῆγε στὸ παλάτι, γιὰ νὰ ἐλέγξει τὸν αὐτοκράτορα καὶ νὰ τὸν βοηθήσει νὰ ἐπιστρέψει στὴν ὀρθὴ πίστη. Ὁ αὐτοκράτορας ἔμενε ἀμετάπειστος καὶ τοὺς κατεδίκασε ὅλους σὲ ἐξορία.
ἑορτάζεται πανηγυρικὰ ὁ θρίαμβος τῆς Ὀρθοδοξίας, ἡ ἀναστήλωσις τῶν ἱερῶν Εἰκόνων τὴν Α΄Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας) εἰσηγήθηκε στοὺς βασιλεῖς Μιχαὴλ καὶ Θεοδώρα (842 – 867 μ.Χ.), «τῶν εὐσεβεστάτων τὴν Βασιλείαν τῶν Ρωμαίων ἰθυνόντων» ὅτι δὲν εἶναι δίκαιο τὸ ἱερὸ λείψανο τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου νὰ βρίσκεται ἐκτὸς τῆς Πόλεως· «Οὐ δίκαιόν ἐστιν τὸν αἰδέσιμον καὶ πανόσιον ἐν Πατριάρχαις Νικηφόρον, ὑπὲρ τῆς ἀμωμήτου Πίστεως τῆς Ἱεραρχίας καὶ τοῦ Θρόνου ἐξωσθέντα, καὶ ἐν ὑπερορίᾳ τὴν ζωὴν συμπεράναντα, μὴ τὸ τίμιον αὐτοῦ καὶ ἱερὸν Λείψανον ἔνδον Κων/πόλεως γενέσθαι». Καὶ τότε οἱ βασιλεῖς ἐνέκριναν τὴν ἀνακομιδὴν τοῦ ἱεροῦ λειψάνου τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ἀπεστάλησαν ὁ Πατριάρχης μέγας Μεθόδιος «σύν Ἱερεῦσι καὶ Μονασταῖς καὶ πλῆθος Λαοῦ» καὶ τῶν αὐτοκρατόρων οἱ ἁρμόδιοι, οἱ ὁποῖοι ἄνοιξαν τὸν τάφο τοῦ Ἁγίου στὴ μονὴ τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου καὶ βρῆκαν τὸ ἱερὸ σκήνωμα αὐτοῦ ἀκέραιο καὶ ἄθικτο μετὰ δέκα ἐννέα ἔτη ἀπὸ τὴν κοίμησή του. Μὲ ἱερὲς ὑμνωδίες καὶ μεγα-λοπρέπεια, ἱερεῖς καὶ μοναχοὶ, τὸ ἔβαλαν σὲ βασιλικὴ τριήρη καὶ τὸ ἔφεραν στὴ Βασιλεύουσα. Ὅταν τὸ βασιλικὸ πλοῖο προσέγγισε στὸν πορθμὸ τῆς Ἀκροπόλεως, ἐξῆλθαν μὲ λαμπάδες ὁ αὐτοκράτορας καὶ ἡ σύγκλητος γιὰ νὰ προϋπαντήσουν τὸ ἱερὸ λείψανο, τὸ ὁποῖο «κατησπάζοντο καὶ ἐπ’ ὤμων φέροντες, ἐν τῇ μεγάλῃ ἀπέθεντο Ἐκκλησία», τὴν Ἁγία Σοφία ὅπου τελοῦσαν πολλές ἀγρυπνίες καί θεῖες Λειτουργίες. Τελικὰ ἀπὸ ἐκεῖ, τὸ ἔτος 846 μ.Χ. (13 Μαρτίου), τὸ κατέθεσαν στὸ ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων, ὅπου ἕως τότε ἐτελεῖτο, (2 Ἰουνίου), ἡ Σύναξη αὐτοῦ. Ἐκεῖ ἐκκλησιαζόταν τὴ Δευτέρα τοῦ Πάσχα καὶ ὁ αὐτοκράτορας, ὁ ὁποῖος πρὸ τοῦ τά-φου τοῦ Ἁγίου Νικηφόρου ἄναβε κεριὰ καὶ προσευχόταν.
Ὁ Ἅγιος Νικηφόρος ὁ Ὁμολογητὴς εἶναι μία σπουδαία προσωπικότητα στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, ὄχι μόνο διότι μὲ ἐνθουσιασμὸ καὶ ἱερὸ ζῆλο ἐπολέμησε τοὺς εἰκονομάχους, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ σπάνια αὐτοῦ συγγραφικὴ ἱκανότητα. Ἐπισημότερα τῶν συγγραμμά-των του εἶναι ἡ «Σύντομος Ἱστορία», τὸ «Χρονολογικὸν σύντομον», ἡ«Στιχομετρία», «Λόγοι ἀντιρρητικοί», «Ἐπιστολαί», καὶ διάφοροι ἐκκλησιαστικοὶ κανόνες (βλπ. Ἱερόν Πηδάλιον).