ΚΥΡΙΑΚΗ ΑΣΩΤΟΥ 8-2-25
Κατηγορία:ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

2026 8 Φεβρ. Ο Θεός κάνει διακρίσεις στην αγάπη; ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ (ΑΣΩΤΟΥ) (Λουκ.15, 11-32), π.Νικηφόρος Κοντογιάννης

ΚΥΡΙΑΚΗ
“ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ (ΑΣΩΤΟΥ)”


Θέμα 
Λειτουργικού Κηρύγματος: “Ο Θεός κάνει διακρίσεις στην αγάπη;”

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ “ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ (ΑΣΩΤΟΥ)”
Λουκ. 15, 11-32

ΚΕΙΜΕΝΟ

 11 Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

11Έπειτα τους είπε: «Kάποιος είχε δυο γιους. 12Kι ο μικρότερος είπε στον πατέρα του: Πατέρα, δώσε μου το μερίδιο που μου αναλογεί από την περιουσία. Kι εκείνος τους μοίρασε την περιουσία. 13Έτσι, προτού κιόλας περάσουν πολλές μέρες, τα μάζεψε όλα ο μικρότερος γιος κι έφυγε σε μια μακρινή χώρα, όπου και σκόρπισε την περιουσία του ζώντας μέσα στην ασωτία. 14Kι αφού πια τα είχε ξοδέψει όλα, ξέσπασε μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, οπότε άρχισε αυτός να στερείται. 15Πήγε τότε κι έγινε υπηρέτης ενός από τους πολίτες της χώρας εκείνης, κι εκείνος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους. 16Kατάντησε έτσι να λαχταρά να ικανοποιήσει το στομάχι του με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, μα κανένας δεν του έδινε. 17Ξανάρθε τότε στα λογικά του και είπε: Πόσοι μισθωτοί του πατέρα μου κερδίζουν περισσότερο ψωμί απ’ό,τι χρειάζονται κι εγώ χάνομαι εδώ από την πείνα! 18Θα σηκωθώ, λοιπόν, και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω: Πατέρα, αμάρτησα τόσο εναντίον τ’ουρανού όσο κι εναντίον σου. 19Δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου, κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς σου. 20Έτσι, σηκώθηκε και ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του. Kι ενώ βρισκόταν ακόμα μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίστηκε, κι έτρεξε και τον άρπαξε στην αγκαλιά του και τον γέμισε με φιλιά. 21Tου είπε τότε ο γιος: Πατέρα, αμάρτησα τόσο εναντίον τ’ουρανού όσο και εναντίον σου και δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου. 22Mα ο πατέρας είπε στους δούλους του: Φέρτε την καλύτερη στολή και ντύστε τον, και δώστε του δαχτυλίδι για το χέρι του και υποδήματα για τα πόδια του. 23Φέρτε επίσης το καλοθρεμμένο μοσχάρι και σφάξτε το, για να φάμε και να ευφρανθούμε, 24γιατί αυτός εδώ ο γιος μου νεκρός ήταν και ξανάζησε, χαμένος ήταν και βρέθηκε. Kι άρχισαν να ευφραίνονται.

   25»Στο μεταξύ, ο μεγαλύτερος γιος ήταν στο χωράφι. Kαθώς, λοιπόν, πλησίασε στο σπίτι την ώρα που επέστρεφε, άκουσε μουσική και χορούς. 26Φώναξε τότε έναν από τους υπηρέτες και ρωτούσε να μάθει τι σημαίνουν όλ’αυτά. 27Kι εκείνος του είπε: Eπέστρεψε ο αδελφός σου κι ο πατέρας σου έσφαξε το καλοθρεμμένο μοσχάρι, επειδή ξανάρθε πίσω σ’αυτόν υγιής. 28Oργίστηκε τότε εκείνος και δεν ήθελε να μπει μέσα. Bγήκε, λοιπόν, έξω ο πατέρας του και τον παρακαλούσε, 29μα εκείνος αποκρίθηκε στον πατέρα του και του είπε: Tόσα χρόνια τώρα εργάζομαι για σένα και ποτέ δεν παραμέλησα κάποια εντολή σου. Kι όμως σ’εμένα δεν έδωσες ποτέ ούτε ένα κατσίκι για να διασκεδάσω με τους φίλους μου. 30Mα σαν ήρθε ο γιος σου αυτός, που κατέφαγε όλο το βιος σου με πόρνες, έσφαξες για χάρη του το καλοθρεμμένο μοσχάρι. 31Tότε εκείνος του είπε:  «Παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου κι όλα όσα έχω εγώ δικά σου είναι. 32Mα να γιορτάσουμε έπρεπε και να χαρούμε, γιατί ο αδελφός σου αυτός νεκρός ήταν κι αναστήθηκε, κι ήταν χαμένος και βρέθηκε». 

Κυριακή, 8 Φεβρουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΖ΄ ΛΟΥΚΑ (ΑΣΩΤΟΥ) , Λουκ. 15, 11-32

Ο Θεός κάνει διακρίσεις στην αγάπη;

Λέγουν οι πατέρες ότι η «Παραβολή, αυτή, του Ασώτου» εκφράζει τη μεγάλη αγάπη του Θεού προς τον αμαρτωλό άνθρωπο.

Τι έκανε ο πατέρας αυτός;  Έναν υιό, ο οποίος έφαγε την περιουσία του, ζώντας ασώτως. Που σημαίνει τον έκανε ρεζίλι σ’ όλον τον κόσμο.

Ποιανού παιδί είναι αυτό;

Του τάδε.

Πω πω! Έτσι ζει αυτό το παιδί, έτσι τον μεγάλωσε ο πατέρας. Έτσι, έτσι.

Ρεζίλι τον έκανε στον κόσμο. Σπατάλησε τα χρήματα όλα και κάποια στιγμή θυμήθηκε να επιστρέψει πίσω, γιατί οι μίσθιοι, οι υπηρέτες του πατέρα του, περνάνε καλύτερα. Και γύρισε. Και τον δέχτηκε, με ανοικτές αγκαλιές και τον έντυσε με πολύτιμα ρούχα και του έστρωσε και τραπέζι, έκανε πανηγύρι ολόκληρο.

Εδώ, όμως, εγώ κόλλησα λιγάκι. Λέω, καλά, η αγάπη του Θεού κάνει διακρίσεις; Γιατί δεν περίμεναν να ‘ρθει και ο άλλος ο αδελφός, να πουν και στον άλλον αδελφό:

Αδελφέ, έλα, στήνουμε πανηγύρι, γιατί επέστρεψε ο αδελφός σου ο άσωτος. Έλα και εσύ να γιορτάσουμε όλοι μαζί.

Αλλά τον άφησαν, τον καημένο, εκεί να δουλεύει στα χωράφια, και όταν άρχισε να επιστρέφει, βλέπει τα φώτα στο σπίτι, θόρυβο, μουσική, καλεί έναν υπηρέτη και λέει:

Τι γίνεται εκεί μέσα στο σπίτι;

Να, λέει, γύρισε ο αδελφός σου ο άσωτος και ο πατέρας χάρηκε πάρα πολύ και έστησε αυτό το μεγάλο πανηγύρι.

Και θύμωσε! Πω πω! Εδώ είναι το θέμα. Θύμωσε, ζήλεψε, έβγαλε όλη την κακία που είχε μέσα του. Το μαθαίνει ο πατέρας ότι είναι απέξω και του λέει,

Έλα παιδάκι μου, έλα μέσα να γιορτάσουμε όλοι μαζί.

Όχι, δεν έρχομαι! Αυτόν που σου φάγε τα λεφτά, τον δέχτηκες και του κάνες ολόκληρο πανηγύρι. Εγώ είμαι εδώ τόσα χρόνια σε υπηρετώ, σε προσέχω, κάνω τα πάντα, για μένα τίποτα;

Παιδάκι μου, λέει, εδώ όσο ήσουνα, δεν τα απολάμβανες όλα; Σου τα στέρησα;

Όχι.

Τώρα που γύρισε ο αδερφός σου, ο χαμένος, δεν έπρεπε και εσύ να χαρείς;

Είδατε, λοιπόν, πως ο Θεός κάνει διακρίσεις στην αγάπη Του. Σε άλλους στέλνει πολλή αγάπη και σε άλλους στέλνει λίγη αγάπη. Άλλους τους δέχεται με πολλή χαρά και άλλους τους δέχεται λίγο με φειδώ.

Να σας πω παραδείγματα στην Αγία Γραφή; Που λέμε πολλές φορές: «Ε, αυτόν τον αγαπάς περισσότερο, αυτόν δεν τον αγαπάς». Καλά είναι εμείς μεταξύ μας, να μην το δείχνουμε αυτό, αλλά Εκείνος το έδειχνε για παιδαγωγία.

Για θυμηθείτε στον Μυστικό Δείπνο, τι έκανε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. «Αναπεσών εις το στήθος». Ακούμπησε εδώ στο στήθος του Ιησού Χριστού και λέει: «Ποιος θα σε προδώσει Κύριε;» Τι λέμε: «Ον ηγάπα ο Ιησούς» (Ιω.13,23). Τον αγαπούσε, το δείχνει, έδειχνε την αγάπη Του στον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή, ιδιαίτερη αγάπη. Και οι άλλοι μαθηταί κοιτούσαν και βλέπουν ότι ο Κύριος αγαπάει αυτόν περισσότερο.

Θυμηθείτε στο όρος της Μεταμορφώσεως, δεν τους πήρε όλους τους μαθητές, πήρε τρεις. Τον Πέτρο, τον Ιάκωβο και τον Ιωάννη. Τους άλλους δεν τους πήρε. «Γιατί Κύριε; Δε θέλεις και οι άλλοι να χαρούν και να δουν όλοι αυτό το μεγαλείο;» Η απάντηση ξέρετε που βρίσκεται;

Εκεί στο σπίτι που πήγε ο Κύριος και προσήλθε μία αμαρτωλή γυναίκα και έπεσε στα πόδια Του, και άρχισε με μύρο να πλένει τα πόδια  και με τα δάκρυα και με τα μαλλιά της να σκουπίζει. Και της λέει:

Σου συγχωρούνται οι αμαρτίες.

Και οι άλλοι σκανδαλίστηκαν. Σου λέει:

Τι κάνει; Δε βλέπει ότι είναι αμαρτωλή πόρνη; Τι κάνει; Και επειδή Του πλένει τα πόδια και της λέει να συγχωρεθούν οι αμαρτίες; (Λοθκ.7,47)

Τι είπε ο Κύριος;

Συγχωρούνται οι αμαρτίες οι πολλές, γιατί αγάπησε πολύ.

Εδώ είναι το θέμα μας. Αγάπησε πολύ, εκ βάθους ψυχής, μέσα από την καρδιά μας. Λίγο αγαπάμε τον Θεό; Λίγα μας δίδει. Πολύ αγαπάμε τον Θεό; Πολλά μας δίδει. Αλλά προσέξτε, μέσα από την καρδιά μας.

Και όταν λέω ότι αγαπώ, το έχω πει κι άλλη φορά, όταν λέω αγαπώ τον Θεό, θα το δείξω από το πόσο αγαπώ τον πλησίον. Πόσο αγαπώ τον πλησίον. Αγαπώ τον πλησίον, πραγματικά; Θα το δείξω αυτό με τον τρόπο που εκφράζω την καρδιά μου. Όχι τα λόγια μου,  με τα λόγια λέμε σ’ αγαπώ, αγκαλιές, φιλιά. Ναι, όλα ωραία.

Όταν ένα ζευγάρι λέει ότι αγαπιούνται, πώς εκφράζουν την αγάπη τους; Πώς εκφράζουν την αγάπη τους; Ήμουνα σ’ ένα σπίτι, τρώγαμε, και λέω:

Τι ωραίο φαγητό έκανες, τη σύζυγο. Τι ωραίο φαγητό έκανες, τη σύζυγο.

Και επειδή ήξερα ότι ο άντρας δε λέει ποτέ καλή κουβέντα για τη γυναίκα του, του λέω:

Δε μου λες, δεν είναι ωραίο το φαγητό, σήμερα, που έκανε η σύζυγός σου;

Ε, αφού το τρώω.

Μπράβο, λέω. Είπες την καλή κουβέντα.

Πες, ρε παιδί μου:

Ωραιότατο είναι το φαΐ.

Όχι. Δε βγαίνει από την καρδιά μας, αφού έχουμε κακία, δεν έχουμε αγάπη. Όπως λέω και σε κάποια άλλα παιδιά, σε κάποια άλλα παιδιά.

Δε μου λες, αγαπάς την γυναίκα σου;

Ε, πάρα πολύ.

– Γιατί όταν η μάνα σου την προσβάλλει, δεν της κλείνεις το στόμα; Να πεις: «Ε, μάνα, στην άκρη σου, στην ακρίτσα σου, αυτή είναι δική μου επιλογή. Δεν είναι δική σου. Δεν έχεις δικαίωμα να την βάζεις στο στόμα σου».

Γιατί οι γυναίκες όταν πάνε συντροφιά να πιούνε καφέ, αρχίζουν και κουτσομπολεύουν τους άντρες;

Ποιος ο δικός μου; Δεν κάνει δουλειές, είναι τεμπέλης, όλα εγώ τα κάνω. Αυτός, αχαΐρευτος, τέτοιος, τέτοιος, τέτοιος.

Πού είναι η αγάπη μας, παιδιά; Πού είναι η αγάπη μας; Μες στην καρδιά μας ας στραφούμε να κοιτάξουμε και να πούμε:

Τι είπα; Πέθανε; Ευτυχώς απαλλάχτηκα. Ωχ! Ευτυχώς. Έφυγε το βάσανο.

Γιατί «Βαρύς και βλεπόμενος συν ημίν», λέει. «Δύσχρηστος ο ενάρετος». Είναι βαρύς, βλεπόμενος. (Σ.Σολ.2,14)

Δε θέλω, του γυρίζω την πλάτη. Τον αγαπώ μεν, αλλά δεν τον θέλω.

Τι λες καλέ; Ο Κύριος διαβάζει και τις καρδιές μας. Ξέρει τα βάθη της ψυχής μας και μας προκαλεί να στραφούμε μέσα στα βάθη της ψυχής μας και να δούμε τι πραγματικά έχουμε. Τι πραγματικά κάνουμε. Όχι με λόγια. «Τα λόγια, λέει ο λαός, είναι φτώχεια». Τα βιώματα. Τα μέσα μας βιώματα. Εκεί είναι η ομορφιά. Εκεί είναι η καρδιά μας.

Λέμε: «Αγαπάμε τον Θεό». Πώς τον αγαπάμε τον Θεό; Επειδή πάω στην εκκλησία; Και; Και; Ο Θεός είναι παρών σε κάθε φτωχό, σε κάθε άνθρωπο, στον πλησίον μου. Εκεί είναι παρών ο Θεός. Και εκείνος ο πλησίον μου παιδί του Θεού είναι. Και για εκείνον ο καλός Θεός σταυρώθηκε, και έχυσε το αίμα του για μένα. Και για εκείνον, όπως και για μένα. «Όταν περιφρονείς το παιδί μου. Τι θα κάνω; Θα σε δεχθώ; Παιδί μου είναι. Μέρος δικό Μου είναι και εκείνος, κι εσύ και ο ένας και ο άλλος. Όλοι. Εάν δεν έχετε αγάπη, λέει, μεταξύ σας, πώς θα κουμπώσετε στο ίδιο δέντρο; Δεν μπολιάζεστε στο ίδιο δέντρο, που είναι το σώμα και το αίμα του Χριστού». Δεν μπολιάζεσαι, θα σε πετάξει απ’ έξω. Το μπόλι αυτό είναι σάπιο, είναι χαλασμένο και θα το πετάξει.

Αγαπητοί μου. Ναι, έχει διακρίσεις ο Θεός. Αλλά προσέξτε, οι διακρίσεις Του εξαρτώνται από εμάς.

Ο ήλιος έχει διακρίσεις. Ένας είναι ο ήλιος. Αλλά όταν θα βγει ο ήλιος, τον πηλό θα τον σκληρύνει, το κερί θα το λιώσει, το λουλούδι θα το κάνει να ανθίσει, κι ούτε καθεξής.

Άρα, από τι εξαρτάται η αγάπη του Θεού; Από τη δική μας αγάπη. Σαν να πάμε στο μανάβη και λέμε:

Βάζω από εδώ ένα κιλό. Και λέω: Βάλε μου ένα κιλό προϊόντα.

Και είναι παράξενο να πω:

Γιατί μου έβαλες ένα κιλό προϊόντα; Βάλε και λίγο παραπάνω.

Μα ένα κιλό έβαλες από εδώ. Ό,τι έβαλες θα βάλω.

«Εν ζυγώ και σταθμώ»,( Σ.Σολομ.11,20) η δικαιοσύνη του Θεού. Τα ισορροπεί. «Δίνεις λίγα, λίγα θα σου δώσω. Δίνεις πολλά, πολλά θα σου δώσω» (Β΄ Εσδρ. 8,34).

Και εύχομαι αγαπητοί μου, ναι, να παλεύουμε στη ζωή μας για αυτά τα πράγματα, γι’ αυτά τα όμορφα, τα ωραία. Αμαρτωλοί είμαστε. Αμαρτωλοί είμαστε, αλλά ας παλεύουμε τον εαυτό μας, να τον κάνουμε άνθρωπο αγάπης, μέχρι τα βάθη της ψυχής μας. Σαν το σφουγγάρι που παίρνει νερό, και δε μένει ούτε ακρίτσα, χωρίς να έχει πάρει νερό.

Απομαγνητοφώνηση: Θεόδωρος Σύρ. & Χρυσούλα Χαρ.

Νοηματική προσαρμογή και προσθήκη παραπομπών από τον ομιλούντα.

0