ΚΥΡΙΑΚΗ 10 ΛΕΠΡΩΝ 18-1-26
Κατηγορία:ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

2026 18 Ιαν. Γιατί γονατίζουμε; ΚΥΡΙΑΚΗ 10 ΛΕΠΡΩΝ (Λουκ.ιζ 12-19), π.Νικηφόρος Κοντογιάννης

ΚΥΡΙΑΚΗ
“10 ΛΕΠΡΩΝ”


Θέμα 
Λειτουργικού Κηρύγματος: “Γιατί γονατίζουμε;”

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ “10 ΛΕΠΡΩΝ”
Λουκ. ιζ΄12-19

ΚΕΙΜΕΝΟ

12 καὶ εἰσερχομένου αὐτοῦ εἴς τινα κώμην ἀπήντησαν αὐτῷ δέκα λεπροὶ ἄνδρες, οἳ ἔστησαν πόρρωθεν, 13 καὶ αὐτοὶ ἦραν φωνὴν λέγοντες· Ἰησοῦ ἐπιστάτα, ἐλέησον ἡμᾶς. 14 καὶ ἰδὼν εἶπεν αὐτοῖς· πορευθέντες ἐπιδείξατε ἑαυτοὺς τοῖς ἱερεῦσι. καὶ ἐγένετο ἐν τῷ ὑπάγειν αὐτοὺς ἐκαθαρίσθησαν. 15 εἷς δὲ ἐξ αὐτῶν, ἰδὼν ὅτι ἰάθη, ὑπέστρεψε μετὰ φωνῆς μεγάλης δοξάζων τὸν Θεόν, 16 καὶ ἔπεσεν ἐπὶ πρόσωπον παρὰ τοὺς πόδας αὐτοῦ εὐχαριστῶν αὐτῷ· καὶ αὐτὸς ἦν Σαμαρείτης. 17 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν· οὐχὶ οἱ δέκα ἐκαθαρίσθησαν; οἱ δὲ ἐννέα ποῦ; 18 οὐχ εὑρέθησαν ὑποστρέψαντες δοῦναι δόξαν τῷ Θεῷ εἰ μὴ ὁ ἀλλογενὴς οὗτος; 19 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἀναστὰς πορεύου· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

12Kαθώς, λοιπόν, έμπαινε σ’ένα χωριό, τον συνάντησαν δέκα λεπροί άντρες, που στάθηκαν σε απόσταση 13κι άρχισαν να φωνάζουν δυνατά:  «Iησού, Kύριε, σπλαχνίσου μας». 14Kι αφού τους είδε, τους είπε:  «Πηγαίνετε να σας δουν οι ιερείς». Kαι την ώρα που πήγαιναν, καθαρίστηκαν. 15Tότε ένας απ’αυτούς, μόλις είδε ότι γιατρεύτηκε, γύρισε πίσω δοξολογώντας τον Θεό με δυνατή φωνή 16κι έπεσε μπρούμυτα στα πόδια του Iησού ευχαριστώντας τον. Kι αυτός ήταν Σαμαρείτης. 17Tου μίλησε τότε ο Iησούς και του είπε:  «Δεν καθαρίστηκαν και οι δέκα; Oι άλλοι εννιά πού είναι; 18Δε βρέθηκαν άλλοι να επιστρέψουν και να δοξάσουν το Θεό, παρά μόνο αυτός ο αλλογενής;» 19Έπειτα του είπε:  «Σήκω και πήγαινε. H πίστη σου σε έσωσε».

Κυριακή, 18 Ιανουαρίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ 10 ΛΕΠΡΩΝ , Λουκ. ιζ΄ 12-19

Γιατί γονατίζουμε;

Δέκα λεπροί. Βαριά αρρώστια. Πολύ βαριά αρρώστια. Δεν τους πλησίαζε κανένας. «Έξω, έξω, μακριά απ’ τις πόλεις, μακριά απ’ τα σπίτια μας. Έξω». Και όμως. Πολλές φορές λέμε κι εμείς σ’ ανθρώπους: «Φύγε έξω, θα με κολλήσεις, θα με κάνεις». Ναι, πρέπει να προσέχουμε, αλλά όχι αυτό το φαινόμενο που υπήρχε πριν από λίγον καιρό: «Μην τον πλησιάζεις, μην τον πλησιάζεις». «Μη, αυτοί είναι έτσι, είναι αλλιώς, μην τους πλησιάζεις». Εμ, θα σε πετάξει και σένα με τον θάνατο η ζωή απ’ έξω. Με βγάζεις εμένα απ’ έξω, γιατί, ποιος ο λόγος; Παρ’ όλα αυτά, όμως, πρέπει να φυλαγόμαστε από κάτι το επικίνδυνο. Και οι λεπροί ήταν πολύ επικίνδυνοι.

Και ο Κύριος τι λέει στους λεπρούς: «Πάτε και δείξτε τους εαυτούς σας στους ιερείς». Δεν είχαν θεραπευθεί. Στον δρόμο, όμως, θεραπεύονται. Και ο ένας, ο ένας, τι έκανε; Γύρισε πίσω. Δεν πήγε, γύρισε πίσω. Πρώτα, να ευχαριστήσει. Μεγάλο πράγμα. Και έπεσε, λέει, στα πόδια του Ιησού, Τον προσκύνησε και Τον ευχαρίστησε.

Να ρωτήσω. Γιατί πέφτουμε στα πόδια του αλλουνού να ευχαριστήσουμε; Γιατί γονατίζουμε όταν κάνουμε προσευχή; Γιατί βάζουμε μετάνοιες; Γιατί πάμε κάτω, προς το έδαφος, γιατί; Για να ταπεινωθούμε, να δείξουμε ότι είμαστε ταπεινοί; Εντάξει, μπορεί να το κάνουμε αυτό, αλλά μέσα η ψυχή μας να είναι υπερήφανη, να είναι αλαζονική και να το κάνουμε τυπικά. Στο βάθος υπάρχει μία ενοχή, παλιά ενοχή. Στο υποσυνείδητό μας υπάρχει μία ενοχή.

Γιατί; Θυμηθείτε, πάμε λίγο πίσω στην Αγία Γραφή. Όταν ο Αδάμ και η Εύα αμάρτησαν, άκουσαν, λέει, τη φωνή του Κυρίου, «άκουσαν περιπατούντος» (Γεν.3,8). Τη φωνή, δε μιλούσε ο Κύριος, άκουσαν τον θόρυβο πώς περπατούσε. Ανθρωπομορφική έκφραση, αλλά εκφράζει πολλά. Πώς περπατούσε στον Παράδεισο, και είπανε: «Έρχεται, πάμε να κρυφτούμε».

Και ο Κύριος δεν ερχόταν για να καταδικάσει, ερχόταν για να σώσει τον άνθρωπο που έπεσε. Ερχότανε με αγάπη και έρχεται πάντα με αγάπη: «Πού πας, Αδάμ, γιατί φεύγεις, γιατί κρύβεσαι, τι φοβάσαι;» Δεν άντεξε ο Αδάμ την αγάπη του Θεού και έφυγε, κρύφτηκε. Και τώρα έχει ο άνθρωπος ενοχές. «Έφυγα, Κύριε, απ’ την αγάπη Σου. Τα πόδια αυτά, τα οποία ήταν πόδια ευεργεσίας, εγώ απομακρύνθηκα μόλις τα άκουσα;»

Και πέφτουμε τώρα σ’ αυτά τα πόδια, σ’ αυτά τα πόδια της αγάπης του Θεού. Για να δείξουμε και να πούμε: «Κύριε, ναι, δεν είμαι άξιος να ατενίσω το πρόσωπό Σου. Αξίωσε με όμως, να ακουμπήσω λίγο τα πόδια Σου. Αυτά τα πόδια που με τόση αγάπη τρέχουν και κατεβαίνουν εδώ από τον ουρανό, κατεβαίνουν εδώ στη γη, κατεβαίνουν. Για να κατεβώ κι εγώ εκεί ταπεινά και να γίνει, εκεί στα πόδια του Ιησού, στον τόπο αυτό που έπρεπε να εκφραστεί η αγάπη μας και η μετάνοια, η μεγάλη συνάντησις, του Θεού που κατέρχεται και του εαυτού μας,  που ταπεινώνεται εκεί στα πόδια του Χριστού». Τι όμορφο!

Λέει, ξέρετε, εμείς όποτε μπαίνουμε στην εκκλησία να λειτουργήσουμε στο Ιερό: «Εισελεύσομαι εις τον οίκον Σου, προσκυνήσω προς ναόν τον Άγιον Σου εν φόβω Σου» (Ψαλμοί 131 (132), 7). Θα προσκυνήσω. Και ο προφήτης Δαβίδ λέει: «Πάμε να προσκυνήσουμε, εις τον τόπον που έστησαν οι πόδες Αυτού». Πάμε να προσκυνήσουμε, εκεί που στάθηκαν τα πόδια του Χριστού. Πού σταθήκαν τα πόδια του Χριστού; Πού στάθηκαν; Εκεί κάθισαν για να τα σταυρώσουν. Στο σταυρό στάθηκαν. Εκείνος ήρθε με αγάπη. Κι εμείς αυτά τα πόδια της αγάπης τα σταυρώσαμε.  Άλλα εκείνο το αίμα, που έπεσε από το σταυρό, μας λούζει και μας λυτρώνει και μας απαλλάσσει από πολλά.

Και λέει ο Κύριος: «Εντάξει άνθρωπέ μου, με σταύρωσες, με καθήλωσες, αλλά δεν είναι η αγάπη μου σε κάποια πόδια μέσα. Η αγάπη μου είναι στο έλεος μου, που σκορπάει παντού. Θέλεις; Έλα εδώ σε αυτόν τον τόπο που αρνήθηκες, σε αυτόν τον τόπο που διέπραξες το έγκλημα της ανυπακοής, έλα σε αυτόν εδώ τον τόπο, μαζί να γονατίσουμε για να σε σώσω».

Και ξέρετε; Και ο Κύριος γονάτισε. Όχι γιατί είχε κάποια ενοχή, όχι γιατί είχε κάποια αμαρτία, αναμάρτητος. Πού γονάτισε; Στο όρος των Ελαιών. «Προσέπεσε, λέει, επί πρόσωπον» (Ματθ.26,38). Κάτω στη γη έπεσε και προσευχόταν με αγωνία, με ένταση για τη δική μας σωτηρία. Και δεν έλεγε συγγνώμη. Τι να πει συγγνώμη στον Θεό; Έλεγε: «Κύριε παρελθέτω το ποτήριον τούτον απ΄εμού» (Ματθ.26,39).

Ποιο ποτήριο; Το ποτήρι της πίκρας, επειδή: «Εγώ θυσιάζομαι και όλος αυτός ο κόσμος θα δεχθεί τη θυσία της αγάπης μου;» Θα τη δεχθεί; Πονάει κανείς; Όταν προσφέρει κανείς και ο άλλος γυρνάει την πλάτη, πονάς. Και όταν προσφέρεις το αίμα σου και ο άλλος γυρνάει την πλάτη και δε θέλει να σωθεί, πονάς, από αγάπη.

Σε αυτά τα πόδια, λοιπόν, του Χριστού πήγε η πόρνη, πήγε σε αυτά τα πόδια με δάκρυα, τα έβρεξε,  τα έπλυνε με τα δάκρυα της μετανοίας της και τα σκούπισε. Σε αυτά τα πόδια πήγε.

Και ξέρετε; Έρχεται ο Κύριος και μας λέει: «Έλα, εγώ γονατίζω, κατεβαίνω στη γη. Γιατί; Για να σε πάρω στον ώμο μου και να σε  οδηγήσω στη λύτρωση, στη σωτηρία. Έλα, έλα να σε πάρω στον ώμο μου». Είναι αυτός ο ποιμήν που ψάχνει και βρίσκει το πρόβατο και το παίρνει στον ώμο του και το επιστρέφει πίσω στην ποίμνη.

Αλλά ξέρετε, μας λέει και κάτι άλλο: «Εγώ ταπεινώθηκα, κατέβηκα για να σε πάρω στον ώμο μου να σε σώσω. Ξέρεις να ανεβαίνεις απάνω στον ώμο μου; Στηρίζεσαι κάπου, μην τυχόν πέσεις; Γιατί αν ανεβείς απρόσεκτα θα πέσεις. Και ποιο είναι το στήριγμά μας; Ο συνάνθρωπός μας. Έχε έναν άνθρωπο δίπλα σου, να σε στηρίξει για να ανέβεις πάνω στην αγάπη μου. Έχε έναν άνθρωπο δίπλα».

Τι είσαι; Παντρεμένος; Έχεις τη γυναίκα σου. Τι κάνει η γυναίκα στο σπίτι; Προσφέρει αγάπη στον άντρα; Να σας πω κάτι; Όταν επιστρέφει ο άντρας σας από τη δουλειά ή όταν επιστρέφει η γυναίκα από τη δουλειά και βρίσκει στο σπίτι τον άντρα ή ο άντρας την γυναίκα, πώς χαιρετιέστε: «Α! Ήρθες; Βγάλε τα παπούτσια σου απ’ έξω». Και όταν ακούσετε την πόρτα να έρχεται η γυναίκα σας που είναι δύσκολη και στραβή και ανάποδη, λέτε: «Πω πω! Ήρθε πάλι αυτή;» Ή λέτε, ανοίγετε την πόρτα και λέτε: «Γεια σου αγάπη μου, γεια σου κούκλα μου, γεια σου άντρα μου». Για ποιον είναι αυτή η αγάπη; Για ποιον; Που το έχω πει κι άλλη φορά, οι παππούδες θα έπρεπε να βγαίνουν στους δρόμους και να γράφουν καρδιές και να λένε: «Σ’ αγαπώ». Όχι οι νέοι. Των νέων η αγάπη είναι επιπόλαια. Περνάει, φεύγει, χάνεται. Των μεγάλων η αγάπη είναι αγάπη. Να γίνει ο άντρας θυσία για τη γυναίκα. Να πεις τη γυναίκα: «Κάτσε βρε γυναίκα, σήμερα θα σε μαγειρέψω εγώ». Μαγειρεύει κανένας άντρας; Γελάτε. «Κάτσε βρε γυναίκα, Σάββατο σήμερα, δε θα βγω έξω. Θα πάρω εγώ την ηλεκτρική σκούπα και να σκουπίσω». Όχι να κάθεται ο άντρας στον καναπέ, διαβάζει εφημερίδα και έρχεται η γυναίκα με την ηλεκτρική σκούπα και λέει: «Έλα, σήκω τα πόδια να σκουπίσω».

Αγαπητοί μου, δεν ανεβαίνεις στον Ιησού Χριστό, στην αγάπη του Ιησού Χριστού, στο όχημα αυτό της αγάπης του Θεού, δεν ανεβαίνεις έτσι. Δεν μπορεί να περπατάω στο δρόμο και να βλέπω έναν άντρα εκεί και μια γυναίκα εδώ, και να είναι φορτωμένη η γυναίκα με δύο τρεις τσάντες, και ο άντρας να έχει το κινητό, και να περπατάει και να γυρίζει και να λέει στη γυναίκα: «Άντε περπάτα. Ακόμα;»

Τι κάνουμε τελικά στη ζωή μας; Γιατί ζούμε; Και όταν παντρευτήκατε, ο καλός Θεός έβαλε μια ευχή που λέει: «Πρόσθες αυτοίς αγάπη» (ευχή Ι.Μυσηρίου του γάμου). Πρόσθεσε αγάπη, πρόσθεσε που δεν επιτρέπεται να λέμε ότι: «Θυμάμαι την πρώτη μέρα του γάμου, τι ωραία ήταν!» Αλλά να καίγεται η ψυχή μας, να καίγεται η καρδιά μας κάθε λίγο και λιγάκι και περισσότερο και να λέμε: «Πού θα φτάσει αυτή η αγάπη του Θεού μέσα μας; Πού θα φτάσει;»

Αγαπητοί μου, έρχεται ο Κύριος και έρχεται να μας πάρει στην πλάτη Του. Αλλά ξέρετε; Στον δρόμο όμως έρχεται και ο διάβολος και απλώνει και αυτός τα δικά Του χέρια και λέει: «Έλα εγώ να σε κρατήσω». Απλώνει το κινητό και λέει: «Έλα κοίτα τι έχω εγώ». Απλώνει την ανηθικότητα, απλώνει τη βρωμιά, απλώνει τα τσιγάρα, απλώνει τούτο, απλώνει εκείνο. «Έλα έχω κι εγώ απολαύσεις. Τι κάθεσαι εκεί πέρα; Πού σε πάει αυτός; Ξέρεις πού σε πάει; Έλα». Και πέφτουμε και γκρεμίζουμε απ’ αυτή την αγάπη.

Αλλά ο Κύριος πάλι επιστρέφει και μας κοιτάει και μας λέει: «Παιδί μου έπεσες, πόνεσες, κτύπησες; Έλα να συνεχίσουμε».

Και δεν έρχεται με αγριότητα να πει: «Εεε! Τι κάνεις εδώ;» Δεν έρχεται. Αλλά έρχεται, ξέρετε πως; Σαν την μάνα, την σύζυγο που πάει στο παιδί που κοιμάται ή στον άντρα που κοιμάται και τον χαϊδεύει, του μιλάει όμορφα, ειρηνικά για να τον ξυπνήσει ήρεμα, ήσυχα. Με έναν πόνο, μας ξυπνάει ο Κύριος. Με μια περιπέτεια, με μια δυσκολία και μας λέει: «Ξύπνα, εδώ είμαι Εγώ. Ξύπνα από τον λήθαργο στον οποίο έχεις πέσει, με τον πολιτισμό και με τις ανέσεις. Εγώ εδώ είμαι». 

«Δεύτε προς Με πάντες οι κοπιώντες και καγώ αναπαύσω υμάς» (Μτθ.11,28). «Ελάτε σε μένα, όσοι είστε φορτωμένοι με προβλήματα, με δυσκολίες όσοι έχετε έναν εαυτό σκληρό και δύσκολο, έλα σε μένα να σε μαλακώσω, να σου κάνω εντριβή, να σου κάνω μασάζ, να σου κάνω την ψυχή να σου τη μαλακώσω που έγινε πέτρα, σκληρή, από την κακία».

Αγαπητοί μου, ο Κύριος έρχεται εδώ κάτω στη γη, έρχεται. Ας κατεβούμε κι εμείς μαζί Του, ώστε να μπορέσουμε μαζί Του και να ανεβούμε στον ουρανό.

 

Απομαγνητοφώνηση: Θεόδωρος Σύρ. & Χρυσούλα Χαρ.

Νοηματική προσαρμογή και προσθήκη παραπομπών από τον ομιλούντα.

0