ΚΥΡΙΑΚΗ
“Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ”

Θέμα Λειτουργικού Κηρύγματος: “Τι ιδέα έχουμε για τον εαυτό μας;”
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ “Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ”
Ματθ. η΄5- 13
ΚΕΙΜΕΝΟ
5 Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 6 Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. 7 καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. 8 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. 9 καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ’ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. 10 ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. 11 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, 12 οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 13 καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ· ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
5Kι όταν μπήκε στην Kαπερναούμ, τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος που τον παρακαλούσε λέγοντας: 6 «Kύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι από παράλυση και βασανίζεται φριχτά». 7Tου λέει ο Iησούς: «Θα έρθω εγώ και θα τον γιατρέψω». 8Mα ο εκατόνταρχος αποκρίθηκε: «Kύριε, δεν είμαι άξιος να μπεις κάτω από τη στέγη μου, αλλά μια προσταγή δώσε μονάχα και θα γιατρευτεί ο δούλος μου. 9Γιατί είμαι κι εγώ κάτω από εξουσία κι έχω στρατιώτες στις διαταγές μου και λέω στον έναν: πήγαινε, και πηγαίνει, και στον άλλο: έλα, κι έρχεται, και στο δούλο μου: κάνε τούτο, και το κάνει». 10Kαι σαν τ’ άκουσε αυτό ο Iησούς, θαύμασε και είπε σ’ αυτούς που τον ακολουθούσαν: «Πραγματικά, σας λέω, ούτε στον Iσραήλ δε βρήκα τόση πίστη. 11Kαι σας λέω τούτο: ότι θα έρθουν πολλοί από ανατολή και δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Aβραάμ και τον Iσαάκ και τον Iακώβ στο γιορταστικό τραπέζι στη βασιλεία των ουρανών, 12ενώ οι κληρονόμοι της βασιλείας θα πεταχτούν στο σκοτάδι το πιο βαθύ κι απόμακρο. Eκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών». 13Eίπε κατόπιν ο Iησούς στον εκατόνταρχο: «πήγαινε, κι όπως πίστεψες έτσι ας γίνει για σένα». Kαι γιατρεύτηκε ο δούλος του την ώρα εκείνη.
Κυριακή, 6 Ιουλίου 2025
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ, Ματθ. η΄5 – 13
Τι ιδέα έχουμε για τον εαυτό μας;
Για να δούμε σήμερα τι ιδέα έχουμε για τον εαυτό μας;
Μπορεί ο καθένας σας λιγάκι να ρωτήσει τον εαυτό του: «Τι ιδέα έχω για τον εαυτό μου, τι είμαι;»
Και γιατί το λέω αυτό; Γιατί, ο εκατόνταρχος που πήγε στον Κύριο λέγοντας ότι: «Το παιδί μου είναι άρρωστο» και του λέει ο Κύριος: «Εγώ θα έρθω και θα το θεραπεύσω, μη στεναχωριέσαι». Και του λέει: «Όχι κύριε, σε παρακαλώ μην έρθεις σπίτι μου. Όχι γιατί είναι ακάθαρτο, απεριποίητο, αφρόντιστο, όχι. Γιατί δεν είμαι ικανός εγώ να έρθεις Εσύ στο σπίτι μου».
Δεν είπε: «Ε φυσικά, δεν θα έρθεις στο σπίτι μου; Εκατόνταρχος είμαι. Πήγες στο σπίτι του Τελώνη και έφαγες μάλιστα. (Λου.19,5) Δέχτηκες πόρνες (Λουκ.7,36-50), δέχτηκες αμαρτωλούς, δέχτηκες, χίλιους δυο δέχτηκες (Ματ.18,11). Σε εμένα δε θα έρθεις; Πας στα σπίτια των άλλων και εμένα με περιφρονείς;» Όχι, δεν είπε κάτι τέτοιο.
Και επειδή δεν είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του, δεν πίστευε ότι είναι σπουδαίος για αυτά που έχει, αλλά για αυτό που είναι.
Εμείς αισθανόμαστε σπουδαίοι για αυτά που έχουμε. «Έχω πλούτο; Α, είμαι μεγάλος. Έχω δόξα; Είμαι μεγάλος. Έχω θέση; Είμαι μεγάλος». Όταν δεν έχω τίποτα από όλα αυτά και έχω σοφία, έχω σύνεση, έχω ταπείνωση, έχω…δε μετράει αυτό. Και αν είναι παιδί, είναι νέος και είναι έτσι ήσυχος, ήρεμος, λέμε: «Άντε, αυτός είναι ακοινώνητος».
Και να σας πω πώς το δείχνουμε, πώς το δείχνουμε; Για πείτε μου, ποιους αγίους τιμάμε περισσότερο; Τον Άγιο Ιωάννη τον Ρώσο, τον Άγιο Νικόλαο και άλλους αγίους που δεν είχαν τίποτε σπουδαίο, άγιοι ήτανε, αλλά δεν είχαν τίποτε σπουδαίο, χαρίσματα ιδιαίτερα. Το Μέγα Βασίλειο που ήτανε πάνσοφος; Ε, εντάξει. Υπάρχει καμία εκκλησία στην Λάρισα του Μεγάλου Βασιλείου; Όχι. Τον Άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο που ήτανε Χρυσόστομος; Τίποτα. Τον Άγιο Κύριλλο Ιεροσολύμων, τον Άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας; Ε, τώρα αυτοί. Που ήτανε σπουδαίοι, στήριξαν την εκκλησία μας με τα δόγματά τους, με την θεολογία τους. Όχι. Πού πάμε; Σε αυτά που έχουν. Τι έχει ο Άγιος Νεκτάριος; Κάνει θαύματα. Τρέχω και εγώ εκεί. Δεν τρέχω στο Μέγα Βασίλειο να πω: «Για να διαβάσω κάτι, Άγιε Βασίλειε, να δω τι έχεις να μου πεις για να διορθώσω τη ζωή μου;»
Ο Εκατόνταρχος, όμως, είπε όχι. Και μέσα σε αυτό το: «Όχι, δεν θέλω να έρθεις σπίτι μου. Δεν είμαι ικανός. Δεν είμαι ικανός». Όταν ο άνθρωπος αισθάνεται αυτήν την κένωση του εαυτού του, ότι δεν είναι τίποτα, τότε γίνεται σοφός. Ξέρετε τι είπε ο Εκατόνταρχος και επαινέθηκε τόσο πολύ από τον Κύριο; Επαινέθηκε. «Δε βρήκα, λέει, στον Ισραήλ τέτοια πίστη». Το ίδιο είχε πει και στην Χαναναία. Ειδωλολάτρισσες. Ειδωλολάτρης κι αυτός. Ειδωλολάτρισσα και η Χαναναία (Ματθ.ιε’15) Είπε κάτι, που δεν το είπε ούτε ο Μωυσής. Ο οποίος εξαιτίας αυτής της παράλειψης, ο Μωυσής και ο Ααρών, έχασαν το να μπουν στην γη της Επαγγελίας (Αριθμ.20,7-13 Αριθμ.27,12-14). Τι είπε;
«Ειπέ λόγον. Και ιαθήσεται ο παις μου». Πες λόγο. Τι σπουδαίο είναι αυτό. «Ο λόγος, λέει, σάρξ εγένετο». Αυτόν τον λόγο πες. Αυτόν που κατέβηκε από τον ουρανό και έγινε άνθρωπος για να σωθώ.
Στον Μωυσή, ο Θεός είπε: «Πήγαινε στην πέτρα-δεν είχαν νερό, ήταν στην έρημο, της αντιλογίας την έρημο που λέει-Πήγαινε στην πέτρα. Πάρε το ραβδί σου και πήγαινε στην πέτρα και πες στην πέτρα να βγάλει νερό». Και ο Μωυσής ο καημένος σκέφτηκε και είπε: «Ο Θεός ξέχασε αφού κρατάω το ραβδί. Τι θα πει πες». Δεν είπε: «Ξέχασε να μου πει να κτυπήσω με το ραβδί», γιατί με αυτό το ραβδί έκανε όλα τα θαύματα. Και πήγε και κτύπησε δυο φορές μάλιστα. Μη τυχόν και δεν γίνει κάτι σωστό. Και έβγαλε νερό η πέτρα επειδή το ραβδί ήταν προτύπωσις του Τιμίου Σταυρού. «Αλλά σε τιμωρώ λέει, γιατί δε με αγίασες. Δε με δόξασες». Ποιον; Τον Λόγο. H πέτρα έπρεπε να βγάλει νερό με τον Λόγο του Θεού.
«Είπε και εγενήθησαν» (Γεν.κεφ.1). Όλος αυτός ο κόσμος έγινε με τον Λόγο του Θεού. Με έναν λόγο. Το σώμα και το αίμα.. Ο Άρτος και το περιεχόμενο του Αγίου Ποτηρίου στην Αγία Τράπεζα με τον Λόγο του Ιησού Χριστού μεταρρυθμίζονται σε σάρκα και αίμα (αγ.Ιω.Χρυσοστόμος Ομιλία Εις την πρδοσίαν του Ιούδα ΑΑΠ.τ.21,Α σελ.63).
Ο Λόγος.
Να γιατί τιμήθηκε τόσο πολύ ο εκατόνταρχος. Γιατί δεν είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και με το να μην έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του έφτασε να φιλοσοφεί, να θεολογεί, όσο δεν θεολόγησε κανένας.
Και όμως ο Κύριος μας λέει: «Άνθρωπέ μου, τι ιδέα έχεις για τον εαυτό σου; Ζητάτε, λέει, πρωτοκαθεδρίες σαν τους Γραμματείς και Φαρισαίους» (Ματθ.23,6). Πάμε πουθενά και θέλουμε να μας βάλουν πρώτους. Μη μας βάλουν τελευταίους. «Τι, εμένα τελευταίο με ‘βαλες; Δεν ξέρεις εγώ ποιος είμαι;» Τι είσαι άνθρωπε; Πάμε πολλές φορές και ενώ ξέρουμε: «Έσονται οι πρώτοι έσχατοι» (Μαρκ.ι΄31,31). Όχι εκεί, πρώτος θέλω να είμαι εγώ, εκεί μπροστά.
Και δε λέμε να είμαι πρώτος, δε μαλώνουμε μεταξύ μας να είμαστε πρώτοι στην αρετή. Όχι, εγώ θα είμαι πρώτος στην αγάπη. Πρώτος στην φιλανθρωπία. Πρώτος σε τούτο. Πρώτος σε εκείνο. Πρώτος στην εργασία. Πρώτος στην δραστηριότητα. Όχι.
Αν φωνάξεις κάποιον και του πεις: «Έλα να με βοηθήσεις». Κοιτάει: «Εμένα λέει, μήπως λέει τον άλλον να μην πάω εγώ». Αν φωνάξω και πω: «Έλα να σου δώσω πλούτο». Πρώτοι. Πρώτοι. Αν πω ότι: «Την άλλη Κυριακή: θα μοιράσω χωράφια και χρήματα», θα γεμίσει η Εκκλησία από κόσμο. Αν πω: «Θα ΄ρθείτε να σας πω έναν σπουδαίο λόγο». «Ε, καλά τα ξέρουμε αυτά. Τα ακούσαμε και άλλη φορά». Είδατε πως είμαστε; Και ο Κύριος μας λέει όμως: «Προσέχετε βρε παιδιά μου. Προσέχετε».
Ξέρετε κάποτε ο Πλάτων, σπουδαίος αυτός Έλληνας φιλόσοφος, που είναι τόσο σπουδαίοι οι Έλληνες φιλόσοφοι. Δεν ήταν ειδωλολάτρες. Έψαχναν τον αληθινό Θεό, αλλά δεν είχε έρθει ακόμη. Λέει σε κάποιους ανθρώπους: «Σας αποστρέφομαι. Δε σας δίνω σημασία, δεν ντρέπεστε λέει. Διότι εσείς όλοι κοιτάτε και βλέπετε το τι είστε και όχι αυτό που έχετε. Νομίζετε ότι είστε σπουδαίοι, ενώ δεν κάνετε απολύτως τίποτα στη ζωή σας» (Πλάτων Συμπόσιο 173d .Ζήτρος σ.132).
Και για να τους παγιδέψει, κάλεσε μια φορά κόσμο, φιλοσόφους. Λέει: «Έτσι το έχουμε στον τόπο αυτό, όσοι είστε φιλόσοφοι ελάτε να σας κάνω τραπέζι. Θέλω να τιμήσω όλους τους φιλόσοφους». Και κατέφθαναν ένας-ένας, ένας-ένας, μπαίνανε στο τραπέζι. Του λέγανε: «Πού να καθίσουμε;» «Ανάλογα με την αξία σου κάθισε. Εκεί ‘ναι το κεφαλάρι από εκεί και κάτω κάθισε». Μπήκαν, μπήκαν, μπήκαν. Κάθισαν, κάθισαν. Κοιτούσαν όμως ότι ο πραγματικά φιλόσοφος δεν είχε έρθει ακόμη και οι θέσεις είχαν αρχίσει να γεμίζουν. Και κάποια στιγμή έρχεται και ο πραγματικά φιλόσοφος, οι άλλοι ήτανε ψευτοφιλόσοφοι, κάναν το σπουδαίο αλλά δεν ήταν τίποτα. Μπαίνει κι αυτός μέσα, κοιτάει γύρω γύρω στο τραπέζι και λέει: «Ααα τι ωραία, θα πάω εγώ σε αυτή την τελευταία θέση να της δώσω αξία. Να δώσω εγώ αξία στη θέση».
Εμείς ξέρετε τι κάνουμε; Αν εγώ ανεβώ εκεί στο θρόνο και φορέσω ρούχα θα πείτε: «Ααα τι είναι αυτός!» Αν καθίσω εδώ θα πείτε: «Ααα, παπαδάκι απλό», θα βάλω και κανένα καλογερίστικο σκούφο. «Παπαδάκι». Εμάς μας δίνει αξία η θέση που πάμε και καθόμαστε. Κάθομαι στην πρώτη θέση; «Είμαι σπουδαίος!» Είμαι στα δεξιά του άρχοντα του οποιουδήποτε; Είναι σπουδαίος αυτός! Ο άλλος, ο παπαδάκος, που είναι τελευταίος: «Ε, αυτός κακομοίρης, δεν είναι τίποτα». Βλέπετε πώς μετράμε τα γεγονότα της ζωής μας;
Αν πω σε κάποιους από σας: «Καλημέρα, τι κάνετε;» με χαμόγελο και σε κάποιον άλλον πω: «Καλημέρα» και φύγω. Θα πει: «Κοίταξε τον. Τον άλλον τον χαμογελάει, εμένα δε με χαμογελάει». «Γιόρταζε ο κύριος τάδε, η κυρία τάδε, πήγε στο σπίτι κατευθείαν για τραπέζι. Γιόρταζα εγώ, δεν ήρθε». «Του ‘πα τούτο, δεν το έκανε, του ‘πα το άλλο, δεν το έκανε».
Και γκρινιάζουμε, και απέναντι στον Θεό γκρινιάζουμε, και νιώθουμε.
Χμ, άμα πάμε σε κανένα προσκύνημα και προσκυνήσουμε και γίνει και κάποιο θαύμα στη ζωή μας, γιατί ο Θεός θέλει να μας εκπληρώνει τα αιτήματά μας, τι θα πούμε: «Α, είμαι σπουδαίος, ο Θεός μου έκανε θαύμα, μου έκανε θαύμα, ζήτησα και μου έδωσε αυτό, μου έδωσε ‘κείνο». Και δεν θα πούμε: «Κύριε, σε μένα, τον αμαρτωλό δίνεις αυτά τα πράγματα;» Και αντιθέτως, αν είμαστε άρρωστοι: «Κοίταξε να δεις, παρακαλάω, ανάβω τα καντήλια στην εκκλησία, κάνω χίλια δυο και δε με βοηθάει ο Θεός».
Είδατε πώς αξιολογούμε τον εαυτό μας; Με το τι έχουμε και όχι με το τι είμαστε. Γιατί τα μέσα μας δεν τα βλέπουμε, κοιτάμε μόνο το τι έχουμε γύρω μας.
Κυκλοφορώ με κανένα αυτοκίνητο σπουδαίο; «Χμ, έχει λεφτά αυτός». Και δε βλέπει κανείς αν εγώ αυτό το απέκτησα με οικονομίες ή αν μου το έκαναν δώρο ή αν χίλια δυο άλλα πράγματα. «Αυτός έχει», έτσι. Και αν θέλω κι εγώ να κάνω επίδειξη θα φορέσω άμφια πλούσια, θα φορέσω σταυρούς, θα φορέσω χίλια δυο, για να κάνω επίδειξη και να πείτε εσείς: «Πωπω, τι είναι αυτός!»
Αγαπητοί μου, πώς μπορούμε να πορευθούμε στη ζωή μας απλά και ταπεινά; Όχι να απογοητευτούμε, αλλά πραγματικά να νιώσουμε τον εαυτό μας. Ο Ιώβ, ξέρετε τι έκανε ο Ιώβ; Που δέχθηκε, πόσες πληγές δέχθηκε. Και πάντα μιλάμε για τον Ιώβ, που είχε υπομονή και δέχθηκε όλα αυτά αγόγγυστα. Κάποια στιγμή κοιτούσε τον εαυτό του με τις πληγές και όλα αυτά που είχε και λέει: «Τι μιλάω; Κοίταξε εδώ γύρω ο κόσμος, τι όμορφος που είναι ο κόσμος. Τα πουλιά κελαηδούνε, ο ήλιος ανατέλλει, η ημέρα είναι τόσο όμορφη, τα πράγματα είναι τόσο όμορφα, τα φυτά, τα λουλούδια, τι όμορφα είναι αυτά! Ποιος μπορεί να μιλήσει με Αυτόν που τα έφτιαξε όλα αυτά;»
Ποιος από μας χάρηκε ποτέ τη φύση; Πάμε κάπου να χαρούμε τη φύση και να πούμε: «Τι ωραία είναι!» Έχετε προσέξει ότι τα τζιτζίκια και το μεσημέρι «Τζι-τζι…» κελαηδούνε. Φωνάζουν. Ενοχλούν; Δεν ενοχλούν. Ίσα ίσα, σε νανουρίζουν και σε κοιμίζουν. Είπα σε κάποιον: «Πες τα τζιτζίκια που έχεις έξω από το σπίτι σου να σταματήσουν, γιατί θα στείλω την αστυνομία, είναι ώρα κοινής ησυχίας». Και μου λέει: «Δε μας ενοχλούν». Ναι, δεν ενοχλούν. Τα πουλιά δεν ενοχλούν. Τα λουλούδια, η φύση δεν ενοχλεί. Τα δικά μας ενοχλούν.
Και τι έκανε ο Ιώβ; Μόλις τα είπε όλα αυτά, ταπεινώθηκε και δε διαμαρτυρήθηκε για αυτά που πάθαινε. Και είπε: «Πω πω, λέει, εγώ μέχρι τώρα Σε άκουγα. Άκουγα. Τώρα όμως Σε είδα μέσα στη δημιουργία. Σε είδα. Είδα την αγάπη Σου. Είδα την φιλανθρωπία Σου μέσα στη δημιουργία. Τα είδα. Και ένιωσα ότι δεν είμαι τίποτα. Είμαι χώμα. Στάχτη και σποδός. Χώμα και στάχτη είμαι. Τίποτα δεν είμαι». Ποιος; Ο Ιώβ. Και εκείνη την ώρα, λέει ο καλός Θεός τον Άγγελο: «Πήγαινε, λέει, και να του τα δώσεις ότι είχε, εκατονταπλάσια»(Ιώβ κεφ.42). Εκατονταπλάσια.
Γιατί το κάνει αυτό ο καλός Θεός; Γιατί θέλει να τον μιμηθούμε.
«Μιμηταί μου γίνεσθε, λέει ο Απόστολος Παύλος, καθώς καγώ Χριστού» (Α Κορ.11,1). Γιατί πρέπει να Τον μοιάσω για να είμαι παιδί του. Τι έκανε Εκείνος; Εγκατέλειψε τον θρόνο. Εγκατέλειψε τη δόξα που είχε. Και κατέβηκε εδώ, κάτω στη γη, με εμάς. Το έχω πει πόσες φορές. Αυτό πρέπει να μας συγκλονίζει και να λέμε: «Τι είμαι εγώ; Τι είμαι εγώ; Τι είναι ο άνθρωπος, λέει, και κατέβηκες και έγινες άνθρωπος; Δεν έγινες άγγελος. Έγινες άνθρωπος. Και για μένα τον αμαρτωλό. Τον βρώμικο. Τον ανόητο. Έγινες άνθρωπος. Και εγώ κοκορεύομαι, όπως λένε. Και νιώθω ότι είμαι σπουδαίος» .Τι σπουδαίος είσαι;
Ο Άγιος Γρηγόριος ο θεολόγος μία φορά καθότανε με κάποιον σε ένα εξοχικό μέρος. Και σε ένα καφενεδάκι, ας το πούμε, και απέναντι υπήρχε κάποιος που έκανε πηλούς, στάμνες. Και περνάει κάποιος και κλέβει μία στάμνα. Τη βάζει μέσα στο πανωφόρι του και φεύγει. Και λέει ο Άγιος Γρηγόριος στον διπλανό: «Για κοίταξε. Ο πηλός κλέβει τον πηλό». Αυτοί είμαστε. Πηλός. Χώμα είμαστε. Χώμα είμαστε. Τίποτα δεν είμαστε.
Αλλά η αξία μας πού είναι; Στην ψυχή μας. Στο πνεύμα που έχουμε.
Και αν δείτε όλα όσα έχουμε στον τάφο τ’ αφήνουμε. Στον τάφο τ’ αφήνουμε. Ούτε τα κόκκαλα δεν παίρνουμε μαζί μας. Κι αυτά εδώ τα αφήνουμε. Τι παίρνουμε όμως μαζί μας; Την ψυχή με τα χαρίσματα ή τις κακίες.
Άρα λοιπόν με τι είμαστε φορτωμένοι; Και μας λέει ο Κύριος: «Άνθρωπέ μου, έχε το νου σου. Όταν θα σε καλέσω σε ένα τραπέζι, πήγαινε και πιάσε την τελευταία θέση». Ή σε κάποια εκδήλωση. Πιάσε την τελευταία θέση. Ώστε να έρθει ο προϊστάμενος, ο υπεύθυνος, και να πει: «Επ, εσύ φίλε μου γιατί είσαι στο τελευταίο κάθισμα; Εσύ έχεις άλλη αξία. Έλα μπροστά. Προσανάβηθι». Και τότε, λέει, θα δοξαστείς ενώπιον όλων των ανθρώπων. Γιατί σε πρόσεξαν και σου ‘δώσαν σημασία (Λουκ.ιδ, 10).
Γι’ αυτό λέει ο ίδιος ο Κύριος: «Όταν κάνετε κάτι, και είστε ενθουσιασμένοι με αυτό το καλό που κάνετε. Όταν έχετε αρετές. Όταν έχετε χαρίσματα. Όταν σας επαινώ. Να λέτε: «Αχρείοι δούλοι εσμέν» (Λουκ.17,7-10). Ό,τι είχαμε να κάνουμε αυτό κάναμε. Άχρηστοι είμαστε. Δεν κάναμε τίποτα σπουδαίο.
Στον μακαριστό Θεολόγο πηγαίνανε και λέγανε: «Τι σπουδαίος είσαι. Τι ενάρετος που είσαι. Τι ωραία συμπεριφέρεσαι». Ξέρετε τι έλεγε; «Εύχεστε έτσι να είναι». Δεν έφερνε αντίρρηση.
Εμάς, αν μας πει κανείς: «Τι ωραίο φαγητό έκανες;» «Εε, δεν είχε και λίγο αλατάκι. Ήθελε ίσως περισσότερο λαδάκι, λιγότερο». Γιατί; Από εγωισμό το λέμε. Μην το λέτε. Πείτε: «Ευχαριστώ πάρα πολύ», και τελείωσε. Γιατί τα υπόλοιπα, τα πολλά λόγια, είναι για να πει ο άλλος κι άλλα καλά λόγια, και να κολακεύεται η ακοή μου. Ότι αυτό που έκανα ήταν ωραίο. Πόσα πράγματα έχει το υποσυνείδητο όμως.
Γι’ αυτό εμείς, αγαπητοί μου, ας μη δώσουμε καμιά αξία στον εαυτό μας. «Έχε το νου σου στον Άδη, και μην απελπίζεσαι» ο Άγιος Σωφρόνιος έλεγε. Οι Γεροντάδες έλεγαν. «Έχε το νου σου στον Άδη, και μην απελπίζεσαι. Δεν είμαι άξιος για τίποτα».
Ο δε Άγιος Ιουστίνος, ο Πόποβιτς, ένας Σέρβος, Άγιος, σύγχρονος Άγιος, μάρτυρας. Ξέρετε τι έλεγε; Πανέξυπνο. «Εγώ, λέει, είμαι άξιος για την κόλαση, Kύριε. Άξιος για την κόλαση. Αλλά αφού σε αγαπώ, σε παρακαλώ, θα έρθεις να με κάνεις συντροφιά; Και τότε η κόλασις θα γίνει παράδεισος».
Διόρθωση κειμένου: Θ. και Χ. Σ.
Διόρθωση προσαρμογή και μορφοποίηση υποτίτλων και εισαγωγή παραπομπών ο ομιλών.


