ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ ΝΕΩΝ-ΝΕΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ
ΘΕΜΑ 12ο στον Εκκλησιαστή 3, 7-16
“Χωρίς το Θεό όλα είναι άχρηστα“
Με τη βοήθεια του Θεού την Κυριακή 2 Φεβρουαρίου 2025 στις 7:00μ.μ, καθώς και κάθε Κυριακή, πραγματοποιήθηκε η Συνάντηση ΝΕΩΝ-ΝΕΩΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΩΝ κατά την διάρκεια της οποίας, στο πρώτο ημίωρο, ο πνευματικός μας π.Νικηφόρος Κοντογιάννης αναλύει το βιβλίο της Π.Δ. ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ, ενώ στο δεύτερο απαντάει σε ερωτήματα των αγαπητών ακροατών τα οποία μπορείτε να υποβάλλετε πατώντας ΕΔΩ:
Η εκπομπή πραγματοποιείται κάθε Κυριακή και μεταδίδεται σε Ζωντανή Ραδιοτηλεοπτική Μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας: www.galilea.gr/ζωντανα-2/.
Κατά την διάρκεια της ομιλίας γίνεται και συζήτηση.
Β. ΕΡΩΤΗΣΕΙΣ ΑΚΡΟΑΤΩΝ
363. Mε ποιό τρόπο μπορεί να δυναμώσει ο ηγεμόνας νους όταν είχε υποστεί βλάβη από την αποδοχή λογισμών; Χρειάζεται να βρισκόμαστε σε μια μόνιμη εποπτία των λογισμών που φυτρώνουν από μέσα μας; Στο μυαλό μας;
364. Με ποιόν τρόπο καθαρίζεται το συνειδητό και το υποσυνείδητο;
365. Πώς θα φύγει από μέσα μας η πληγή της αμαρτίας;
ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ-ΚΕΙΜΕΝΟ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ
1.ΤΟΙΣ πᾶσι χρόνος καὶ καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι ὑπὸ τὸν οὐρανόν. 2 καιρὸς τοῦ τεκεῖν καὶ καιρὸς τοῦ ἀποθανεῖν, καιρὸς τοῦ φυτεῦσαι καὶ καιρὸς τοῦ ἐκτῖλαι τὸ πεφυτευμένον, 3 καιρὸς τοῦ ἀποκτεῖναι καὶ καιρὸς τοῦ ἰάσασθαι, καιρὸς τοῦ καθελεῖν καὶ καιρὸς τοῦ οἰκοδομεῖν, 4 καιρὸς τοῦ κλαῦσαι καὶ καιρὸς τοῦ γελάσαι, καιρὸς τοῦ κόψασθαι καὶ καιρὸς τοῦ ὀρχήσασθαι, 5 καιρὸς τοῦ βαλεῖν λίθους καὶ καιρὸς τοῦ συναγαγεῖν λίθους, καιρὸς τοῦ περιλαβεῖν καὶ καιρὸς τοῦ μακρυνθῆναι ἀπὸ περιλήψεως, 6 καιρὸς τοῦ ζητῆσαι καὶ καιρὸς τοῦ ἀπολέσαι, καιρὸς τοῦ φυλάξαι καὶ καιρὸς τοῦ ἐκβαλεῖν, 7 καιρὸς τοῦ ρῆξαι καὶ καιρὸς τοῦ ράψαι, καιρὸς τοῦ σιγᾶν καὶ καιρὸς τοῦ λαλεῖν, 8 καιρὸς τοῦ φιλῆσαι καὶ καιρὸς τοῦ μισῆσαι, καιρὸς πολέμου καὶ καιρὸς εἰρήνης. 9 τίς περισσεία τοῦ ποιοῦντος ἐν οἷς αὐτὸς μοχθεῖ; 10 εἶδον σὺν πάντα τὸν περισπασμόν, ὃν ἔδωκεν ὁ Θεὸς τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων τοῦ περισπᾶσθαι ἐν αὐτῷ. 11 σύμπαντα, ἃ ἐποίησε, καλὰ ἐν καιρῷ αὐτοῦ, καί γε σὺν τὸν αἰῶνα ἔδωκεν ἐν καρδίᾳ αὐτῶν, ὅπως μὴ εὕρῃ ὁ ἄνθρωπος τὸ ποίημα, ὃ ἐποίησεν ὁ Θεὸς ἀπ’ ἀρχῆς καὶ μέχρι τέλους. 12 ἔγνων ὅτι οὐκ ἔστιν ἀγαθὸν ἐν αὐτοῖς, εἰ μὴ τοῦ εὐφρανθῆναι καὶ τοῦ ποιεῖν ἀγαθὸν ἐν ζωῇ αὐτοῦ. 13 καί γε πᾶς ἄνθρωπος, ὃς φάγεται καὶ πίεται καὶ ἴδῃ ἀγαθὸν ἐν παντὶ μόχθῳ αὐτοῦ, δόμα Θεοῦ ἐστιν. 14 ἔγνων ὅτι πάντα, ὅσα ἐποίησεν ὁ Θεός, αὐτὰ ἔσται εἰς τὸν αἰῶνα· ἐπ’ αὐτῷ οὐκ ἔστι προσθεῖναι, καὶ ἀπ’ αὐτοῦ οὐκ ἔστιν ἀφελεῖν, καὶ ὁ Θεὸς ἐποίησεν, ἵνα φοβηθῶσιν ἀπὸ προσώπου αὐτοῦ. 15 τὸ γενόμενον ἤδη ἐστί, καὶ ὅσα τοῦ γίνεσθαι, ἤδη γέγονε, καὶ ὁ Θεὸς ζητήσει τὸν διωκόμενον. 16 Καὶ ἔτι εἶδον ὑπὸ τὸν ἥλιον τόπον τῆς κρίσεως, ἐκεῖ ὁ ἀσεβής, καὶ τόπον τοῦ δικαίου, ἐκεῖ ὁ ἀσεβής. 17 καὶ εἶπα ἐγὼ ἐν καρδίᾳ μου· σὺν τὸν δίκαιον καὶ σὺν τὸν ἀσεβῆ κρινεῖ ὁ Θεός, ὅτι καιρὸς τῷ παντὶ πράγματι καὶ ἐπὶ παντὶ τῷ ποιήματι ἐκεῖ. 18 εἶπα ἐγὼ ἐν καρδίᾳ μου περὶ λαλιᾶς υἱῶν τοῦ ἀνθρώπου, ὅτι διακρινεῖ αὐτοὺς ὁ Θεός, καὶ τοῦ δεῖξαι ὅτι αὐτοὶ κτήνη εἰσί. 19 καί γε αὐτοῖς συνάντημα υἱῶν τοῦ ἀνθρώπου καὶ συνάντημα τοῦ κτήνους, συνάντημα ἓν αὐτοῖς· ὡς ὁ θάνατος τούτου, οὕτως καὶ ὁ θάνατος τούτου, καὶ πνεῦμα ἓν τοῖς πᾶσι· καὶ τί ἐπερίσσευσεν ὁ ἄνθρωπος παρὰ τὸ κτῆνος; οὐδέν, ὅτι πάντα ματαιότης. 20 τὰ πάντα εἰς τόπον ἕνα· τὰ πάντα ἐγένετο ἀπὸ τοῦ χοός, καὶ τὰ πάντα ἐπιστρέψει εἰς τὸν χοῦν. 21 καὶ τίς οἶδε τὸ πνεῦμα υἱῶν τοῦ ἀνθρώπου, εἰ ἀναβαίνει αὐτὸ ἄνω, καὶ τὸ πνεῦμα τοῦ κτήνους, εἰ καταβαίνει αὐτὸ κάτω εἰς τὴν γῆν; 22 καὶ εἶδον ὅτι οὐκ ἔστιν ἀγαθὸν εἰ μὴ ὃ εὐφρανθήσεται ὁ ἄνθρωπος ἐν ποιήμασιν αὐτοῦ, ὅτι αὐτὸ μερὶς αὐτοῦ· ὅτι τίς ἄξει αὐτὸν τοῦ ἰδεῖν ἐν ᾧ ἐὰν γένηται μετ’ αὐτόν;
ΠΑΛΑΙΑ ΔΙΑΘΗΚΗ
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΗΣ -ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ
1 Εις όλα υπάρχει ο κατάλληλος καιρός δια να πραγματοποιηθή δε κάθε έργον κάτω από τον ουρανόν, πρέπει να δοθή η κατάλληλος ευκαιρία. 2 Υπάρχει ωρισμένος καιρός, που όταν συμπληρωθή, θα γίνη ο τοκετός και ωρισμένος καιρός του θανάτου, ωρισμένος ο καιρός της φυτεύσεως και ωρισμένος ο καιρός, που θα εκριζωθή το φυτευθέν. 3 Υπάρχει ωρισμένος καιρός, που θα διαταχθή η εκτέλεσίς του ενόχου, όπως και ωρισμένος καιρός να αποτραπή ο θάνατος και να του χαρισθή η ζωη. Καιρός δια να κρημνίση ο άνθρωπος, και καιρός, δια να ανοικοδόμηση. 4 Υπάρχει ωρισμένος καιρός, δια να κλαύση κανείς, και ωρισμένος καιρός δια να γελάση. Ωρισμένος καιρός δια θρήνους και κοπετούς, και ωρισμένος καιρός δια να χορεύση κανείς και εκδηλώση την χαράν του. 5 Υπάρχουν περιστάσεις, που θα πετά κανείς τους λίθους ως αχρήστους, και άλλοτε που θα μαζεύη λίθους προς οικοδομήν. Αλλοτε πάλιν θα εναγκαλίζεται και άλλοτε θα απομακρύνεται από τας περιπτύξεις. 6 Υπάρχει καιρός, κατά τον οποίον θα αναζητήση κανείς και θα εύρη, και καιρός κατά τον οποίον θα χάση. Αλλοτε θα αποθηκεύη και θα βάλη κατά μέρος τα συναχθέντα, και άλλοτε θα βγάλη αυτά από την αποθήκην και θα τα εξοδεύση. 7 Είναι καιρός κατά τον οποίον θα διαρρήξη κανείς τα ενδύματα του εις ένδειξιν πένθους και αποδοκιμασίας, και πάλιν είναι καιρός κατά τον οποίον θα ράψη τα ρούχα του. Καιρός σιωπής και καιρός, κατά τον οποίον έχει το δικαίωμα κανείς να ομιλήση. 8 Καιρός να αγαπήση και καιρός να μισήση. Καιρός προς πόλεμον και καιρός προς σύναψιν ειρήνης. 9 Ποίον λοιπόν, κέρδος απομένει εις εκείνον, ο οποίος πράττει όσα ανωτέρω ελέχθησαν, και δια τα οποία κοπιάζει εις όλην του την ζωήν; Κανένα. 10 Είδα εγώ και επρόσεξα ακόμη όλην την ταλαιπωρίαν και προσπάθειαν, που έδωκεν ο Θεός στους ανθρώπους, ώστε να περισπώνται συνεχώς με αυτήν. 11 Τα σύμπαντα όμως, όσα εδημιούργησεν ο Θεός στον κατάλληλον καιρόν των, είναι καλά λίαν. Και την αίσθησιν του χρόνου έδωκεν ο Θεός εις την διάνοιαν των ανθρώπων. Δεν επέτρεψεν όμως ο Θεός και ούτε ημπορεί ο άνθρωπος να κατανοήση το έργον του Θεού απ’ αρχής μέχρι τέλους, το σχέδιον της δημιουργίας και το νόημα της Ιστορίας. 12 Κατέληξα στο συμπέρασμα, ότι δεν υπάρχει άλλη ευτυχία στον άνθρωπον, ειμή το να απολαμβάνη εν μέτρω τα υλικά αγαθά και να πράττη το καλόν και την ευεργεσίαν καθ’ όλον το διάστημα της ζωής του. 13 Ευτυχής είναι ακόμη ο άνθρωπος ο οποίος θα φάγη και θα πίη και θα ίδη τα αγαθά εκ των κόπων του. Ας έχη όμως υπ’ όψιν του, ότι αυτό είναι δωρεά του Θεού. 14 Εγνώρισα εγώ, και γνωρίζω καλά, ότι όλα τα δημιουργήματα, που έκαμεν ο Θεός είνα αμετάβλητα και παραμένουν αιώνια. Εις κάθε έργον του Θεού δεν ημπορεί κανείς ούτε να προσθέση ούτε να αφαιρέση κάτι. Ο Θεός τα εδημιούργησε κατά τέτοιον τρόπον, ώστε οι άνθρωποι, όταν τα βλέπουν, να σέβωνται αυτόν και να υποτάσσωνται στο θέλημά του. 15 Εκείνο το οποίον έχει ήδη γίνει, υπάρχει. Εκείνο το οποίον μέλλει να γίνη, ενώπιον του Θεού είναι ωσάν να έχη γίνει. Ο δε Θεός της δικαιοσύνης θα αναζητήση και θα υπερασπίση αυτόν, που αδίκως καταδιώκεται. 16 Είδα ακόμη εγώ κάτω από τον ήλιον επάνω εις την γην τα δικαστήρια. Και εκεί εκάθητο ο ασεβής ως κριτής, δια να δικάση. Είδα ότι στον τόπον, όπου έπρεπε να κάθεται ο δίκαιος, εκάθητο ο ασεβής. 17 Εσκέφθην, λοιπόν, εγώ από μέσα μου και είπα· “ο Θεός θα κρίνη δικαίως τον δίκαιον και τον ασεβή, διότι δια κάθε πράγμα και δια κάθε έργον θα έλθη ο κατάλληλος καιρός· της αμοιβής η της τιμωρίας”. 18 Εσκέφθην εγώ από μέσα μου και είπα· ότι ο Θεός θα ξεχωρίση τότε τους ανθρώπους και θα φανερώση, ότι οι αμαρτωλοί άνθρωποι δεν διαφέρουν από τα κτήνη, παρά μόνον κατά την λαλιάν. 19 Διότι το τέλος όλων των ανθρώπων και το τέλος του κτήνους είναι το ίδιο. Θα συναντηθούν στον θάνατον. Οπως είναι ο θάνατος του ζώου, ετσι είναι και ο σωματικός θάνατος του ανθρώπου. Και εις όλους, ανθρώπους και ζώα, φαίνεται, σαν να υπάρχη το ίδιο πνεύμα. Και επομένως από απόψεως φυσιολογικής τι εκέρδησεν ο άνθρωπος περισσότερον από το κτήνος; Τιποτε, διότι όλα είναι μάταια. 20 Τα πάντα, ζώα και άνθρωποι, θα καταντήσουν εις ένα τόπον· εις την γην. Ολα εγιναν από το χώμα και όλα θα επιστρέψουν στο χώμα. 21 Και ποιός, αλήθεια, βάσει μόνον της ανθρωπίνης σοφίας, γνωρίζει, αν η ψυχή του ανθρώπου μετά τον θάνατον ανεβαίνη προς τα επάνω στον ουρανόν και η πνοή του κτήνους κατεβαίνει κάτω εις την γην; 22 Είδον επάνω εις τα πράγματα και κατέληξα στο συμπέρασμα, ότι δεν υπάρχει αγαθόν εις τα έργα και τους κόπους του ανθρώπου, ειμή μόνον εκείνο το οποίον θα απολαμβάνη κατά το διάστημα της ζωής του. Αυτή είναι η κληρονομία του και το μερίδιόν του. Διότι ποιός άλλος άνθρωπος είναι δυνατόν να οδηγήση αυτόν, δια να μάθη, τι θα του συμβή μετά τον θάνατον, δηλαδή εις την μέλλουσαν ζωήν;
