2025 16 Δεκ. ΣΕ ΑΓΑΠΗΣΑ ΚΑΙ ΣΕ ΦΟΒΗΘΗΚΑ ΠΡΟΣΕΥΧΕΣ ΤΗΣ “ΓΑΛΙΛΑΙΑΣ” π.Νικηφόρος Κοντογιάννης
Κύριε
Με κάλεσες να έλθω για να Σε κοινωνήσω και ήλθα με φόβο πολύ·
και με πλησίασες κι Σε ένιωσα ως φίλο,
γιατί είπες ότι δεν μας λες πια δούλους αλλά φίλους Σου.
Και τότε ο φόβος μου έγινε αγάπη,
γιατί μου είπες να Σε αγαπώ πιο πολύ από όλους και από όλα.
Αλλά ο φόβος μου έγινε και πίστη,
γιατί είπες: ότι όποιος πιστεύει σε Σένα δεν θα πεθάνει, αλλά θα ζήσει κι ακόμη ΄τι χωρίς Εσένα τίποτα καλό δεν πρόκειται να γίνει στη ζωή μας.
Ο φόβος μου έγινε ελπίδα,
γιατί μου υποσχέθηκες αιώνια Ζωή και Βασιλεία που δεν έχει τέλος.
Ο φόβος μου έγινε πραότητα,
γιατί ήλθες κοντάμου με μια καρδιά γεμάτη πραότητα και ταπείνωση που δεν θέλει να συντρίψει το τσακισμένο καλάμι κι ούτε να σβήσει το φυτίλι που τρεμοσβήνει.
Ο φόβος μου έγινε αγαθοσύνη,
γιατί Σε άκουσα να λες ότι πρέπει όπως κι Εσύ και να αγαπούμε χωρίς ανταπόδοση καμία.
Ο φόβος μου έγινε εγκράτεια,
γιατί μου δίδαξες ότι δεν ζει ο άνθρωπος μόνο με αυτά που τρώει, αλλά με κάθε λόγο που βγαίνει από το στόμα του Θεού.
Ο φόβος μου έγινε χαρά,
γιατί είπες ότι η χαρά η δική Σου θα είναι μέσα μας και κανείς δεν θα μπορεί να μας την αφαιρέσει πια.
Ο φόβος μου έγινε ειρήνη,
γιατί με γέμισες με τη δική Σου ειρήνη και γαλήνεψες την καρδιά μου, κι όχι σαν την ειρήνη του κόσμου που μας γεμίζει ταραχές και μάχες ,
Ο φόβος μου έγινε χρηστότητα,
γιατί Σε γνώρισα ως καλό Ποιμένα, που θυσιάζεις τη Ζωή Σου για όλα Σου τα πρόβατά που ο διάβολος τα νοσταλγεί στην αγκαλιά του.
Ο φόβος μου έγινε μακαριότητα,
γιατί μου φανέρωσες ότι είναι μακάριοι όσοι πεινούν και διψούν τη δικαιοσύνη Σου και όσοι βυθίζονται στην ύπαρξή τους για να ‘χουν καθαρή καρδιά και να μπορέσουν να σε δουν σαν αποκαλυφθείς μες΄ στην ψυχή τους.
Αλλά τι έπαθα, Κύριε. Ξεχάστηκα μέσα στην πατρική αγκαλιά Σου,
και Σ’ άκουσα να μου μιλάς, και τότε τα Λόγια Σου με γέμισαν με χίλιες απολαύσεις κι ανέκφραστη γλυκύτητα πιο γλυκιά κι από το μέλι και πέρασαν απ’ τις αισθήσεις μου κι από τις γεύσεις και κούρνιασαν βαθία στα σωθηκά μου.
Και σαν η λαβίδα ακούμπησε στα χείλη μου, αφυπνήσθηκα και Σε φοβήθηκα απέραντα, αλλά και Σε αγάπησα βαθιά, για όσα μου προσφέρεις και για να μη Σε χάσω πια.

