Κατηγορία:ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ ΚΥΡΙΕ – “121. ΓΙΑ ΝΑ ΛΥΤΡΩΘΕΙ Η ΨΥΧΗ ΜΟΥ ΑΠΟ ΒΑΡΙΑ ΑΜΑΡΤΙΑ”

“ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΟΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗ”

Δό­ξα σοι ὁ Θε­ός, ἡ ἐλ­πὶς ἡ­μῶν, Κύ­ρι­ε, δό­ξα σοι.
Βα­σι­λεῦ οὐ­ρά­νι­ε, Πα­ρά­κλη­τε, τὸ Πνεῦ­μα τῆς ἀ­λη­θεί­ας ὁ παν­τα­χοῦ πα­ρὼν καὶ τὰ πάν­τα πλη­ρῶν ὁ θη­σαυ­ρὸς τῶν ἀ­γα­θῶν καὶ ζω­ῆς χο­ρη­γός, ἐλ­θὲ καὶ σκή­νω­σον ἐν ἡ­μῖν καὶ κα­θά­ρι­σον ἡ­μᾶς ἀ­πὸ πά­σης κη­λῖ­δος καὶ σῶ­σον ἀ­γα­θέ, τὰς ψυ­χὰς ἡ­μῶν.
Ἅ­γιος ὁ Θε­ός, Ἅ­γιος Ἰ­σχυ­ρός, Ἅ­γιος Ἀ­θά­να­τος, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς (γ΄).
Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
Πα­να­γί­α Τρι­άς, ἐ­λέ­η­σον ἡ­μᾶς. Κύ­ρι­ε, ἱ­λά­σθη­τι ταῖς ἁ­μαρ­τί­αις ἡ­μῶν. Δέ­σπο­τα, συγ­χώ­ρη­σον τὰς ἀ­νο­μί­ας ἡ­μῖν. Ἅ­γι­ε, ἐ­πί­σκε­ψαι καὶ ἴα­σαι τὰς ἀ­σθε­νεί­ας ἡ­μῶν, ἕ­νε­κεν τοῦ ὀ­νό­μα­τός Σου.
Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον. Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον, Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον.
Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
Πά­τερ ἡ­μῶν, ὁ ἐν τοῖς οὐ­ρα­νοῖς, ἁ­γι­α­σθή­τω τὸ Ὄνομά Σου· ἐλ­θέ­τω ἡ βα­σι­λεί­α Σου· γε­νη­θή­τω τὸ θέ­λη­μά Σου ὡς ἐν οὐ­ρα­νῷ καὶ ἐ­πὶ τῆς γῆς. Τὸν ἄρ­τον ἡ­μῶν τὸν ἐ­πι­ού­σιον δὸς ἡ­μῖν σή­με­ρον καὶ ἄ­φες ἡ­μῖν τὰ ὀ­φει­λή­μα­τα ἡ­μῶν, ὡς καὶ ἡ­μεῖς ἀ­φί­ε­μεν τοῖς ὀ­φει­λέ­ταις ἡ­μῶν· καὶ μὴ εἰ­σε­νέγ­κῃς ἡ­μᾶς εἰς πει­ρα­σμόν, ἀλ­λὰ ῥῦ­σαι ἡ­μᾶς ἀ­πὸ τοῦ πο­νη­ροῦ. Ἀ­μήν.
Κύ­ρι­ε ἐ­λέ­η­σον (ιβ΄).
Δό­ξα Πα­τρὶ καὶ Υἱ­ῷ καὶ ἁ­γί­ῳ Πνεύ­μα­τι, καὶ νῦν καὶ ἀ­εὶ καὶ εἰς τοὺς αἰ­ῶ­νας τῶν αἰ­ώ­νων. Ἀ­μήν.
Δεῦ­τε προ­σκυ­νή­σω­μεν καὶ προ­σπέ­σω­μεν τῷ βα­σι­λεῖ ἡ­μῶν Θε­ῷ. Δεῦ­τε προ­σκυ­νή­σω­μεν καὶ προ­σπέ­σω­μεν Χρι­στῷ τῷ βα­σι­λεῖ ἡ­μῶν Θε­ῷ. Δεῦ­τε προ­σκυ­νή­σω­μεν καὶ προ­σπέ­σω­μεν αὐ­τῷ, Χρι­στῷ τῷ βα­σι­λεῖ καὶ Θε­ῷ ἡ­μῶν.

“121. ΓΙΑ ΝΑ ΛΥΤΡΩΘΕΙ Η ΨΥΧΗ ΑΠΟ ΒΑΡΙΑ ΑΜΑΡΤΙΑ.”
ΨΑΛΜΟΣ 101ος

Κύριε, ἁ­μάρ­τη­σα βα­ριὰ κι ἔ­χω ἔν­το­νη κα­τά­θλι­ψη στὴν ψυ­χή μου. Σὲ πα­ρα­κα­λῶ, λοι­πόν, ἄ­κου­σε τὴν προ­σευ­χή μου κι ἔ­λα γρή­γο­ρα κον­τά μου γιὰ νὰ μὲ βο­η­θή­σεις. Σὲ πα­ρα­κα­λῶ μὴ μὲ ἀ­γνο­ή­σεις καὶ μὴ γυ­ρί­σεις ἀλ­λοῦ τὸ πρό­σω­πό Σου ἐ­ξαι­τί­ας τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μου.
Νο­μί­ζω ὅ­τι περ­νᾶ ὁ και­ρὸς τῆς ζω­ῆς μου ἄ­σκο­πα, χω­ρὶς νὰ προ­σφέ­ρω κά­ποι­α βο­ή­θεια στὸν ἑ­αυ­τό μου. Νι­ώ­θω μιὰ ἔν­το­νη ἐ­ξάν­τλη­ση νὰ κυ­ρι­εύ­ει τὸ σῶ­μα μου καὶ κά­ποι­α ἀ­δυ­να­μί­α νὰ δι­α­χέ­ε­ται στὴν ὕ­παρ­ξή μου. Δὲν μπο­ρῶ νὰ στα­θῶ στὰ πό­δια μου. Νι­ώ­θω πα­γω­μέ­νη τὴν καρ­διά μου. Στέ­ρε­ψαν τὰ δά­κρυ­ά μου. Ἡ ἀ­κε­φιὰ μοῦ φέρ­νει ἀ­νο­ρε­ξί­α. Ἔ­γι­να πε­τσὶ καὶ κόκ­κα­λο. Κόλ­λη­σε τὸ δέρ­μα πά­νω μου.
Μὲ βα­σα­νί­ζει ἡ μο­να­ξιά. Δὲ θέ­λω νὰ βλέ­πω ἀν­θρώ­πους. Ἀ­πο­μο­νώ­θη­κα σὰν τὸν πε­λαρ­γὸ στὸν κάμ­πο. Νι­ώ­θω νὰ φω­νά­ζω στὶς ἐ­ρη­μι­ὲς σὰν τὸ νυ­χτο­ποῦ­λι. Τὶς νύ­χτες δὲν κοι­μᾶ­μαι. Ζῶ σὰν τὸ σπουρ­γί­τι ποὺ ξέ­μει­νε μό­νο του πά­νω στὶς σκε­πές.
Κα­νεὶς δὲν μπο­ρεῖ νὰ μὲ στη­ρί­ξει. Ὅ­λοι στρέ­φον­ται ἐ­ναν­τί­ον μου ἐ­πιρ­ρί­πτον­τας σὲ μέ­να ὅ­λες τὶς εὐ­θύ­νες γιὰ τὴν κα­τά­στα­σή μου, ἐ­ξαι­τί­ας τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μου. Μὲ δά­κρυ­α πί­νω τὸ νε­ρὸ καὶ μὲ στε­ναγ­μοὺς τρώ­ω τὸ ψω­μί. Βο­ή­θη­σέ με, Κύ­ρι­ε. Τί πρέ­πει νὰ κά­νω, γιὰ νὰ λυ­τρω­θῶ ἀ­πὸ τὶς θλί­ψεις μου καὶ τίς ἁ­μαρ­τί­ες μου; Κυ­λοῦν τὰ χρό­νια τῆς ζω­ῆς μου καὶ χά­νον­ται σὰν τὴ σκιὰ στὴ δύ­ση τοῦ ἡ­λί­ου, χω­ρίς νὰ προ­σφέ­ρω τί­πο­τε.
Ὅ­μως Ἐ­σὺ Κύ­ρι­ε, μέ­νεις στοὺς αἰ­ῶ­νες τῶν αἰ­ώ­νων· κι ὅ­ταν οἱ ἄν­θρω­ποι προ­σεύ­χον­ται στὸ ἅ­γιο Ὄ­νο­μά Σου, πάν­το­τε τοὺς βο­η­θᾶς.
Ἔ­λα, λοι­πόν, γρή­γο­ρα κον­τά μου. Σπλα­χνί­σου καὶ ἐ­μέ­να. Μὴν μὲ ἀ­φή­νεις ἄλ­λο νὰ τα­λαι­πω­ροῦ­μαι ἀ­πὸ τὶς θλί­ψεις τῶν ἁ­μαρ­τι­ῶν μου. Ἀ­κό­μη κι ἂν λί­γα ψί­χου­λα πα­ρη­γο­ριᾶς μοῦ προ­σφέ­ρεις, θὰ εἶ­ναι βάλ­σα­μο γιὰ τὴν ψυ­χή μου.

Μό­νο ἡ δι­κή Σου πα­ρου­σί­α, Κύ­ρι­ε, θὰ φέ­ρει γα­λή­νη στὴν ψυ­χή μου ἐκ­δι­ώ­κον­τας τὴν κα­τά­θλι­ψη ποὺ τὴ βα­σα­νί­ζει.
Μό­νον Ἐ­σὺ θὰ μπο­ρέ­σεις νὰ μὲ ἐ­πα­να­φέ­ρεις στὴν πα­λιὰ κα­λή μου ψυ­χο­λο­γι­κὴ κα­τά­στα­ση καὶ νὰ γα­λη­νέ­ψεις τὴν ψυ­χή μου. Τα­πει­νώ­νο­μαι, Κύ­ρι­ε, ἐ­νώ­πιόν Σου καὶ με­τα­νο­ῶ γιὰ τὶς βα­ρι­ὲς ἁ­μαρ­τί­ες, ποὺ δι­έ­πρα­ξα.
Ἔ­λα, Κύ­ρι­ε. Σκύ­ψε ἀ­πὸ τὰ ἅ­για ὕ­ψη τοῦ οὐ­ρα­νοῦ καὶ κοί­τα­ξέ με μὲ βλέμ­μα στορ­γι­κό. Ἄ­κου­σε τοὺς στε­ναγ­μοὺς τῆς καρ­διᾶς μου. Σπά­σε τὶς ἁ­λυ­σί­δες τῆς θλί­ψε­ως ποὺ δε­σμεύ­ουν τὴν ψυ­χή μου· καὶ ἐ­λεύ­θε­ρη πλέ­ον θὰ ὑ­μνεῖ καὶ θὰ δο­ξο­λο­γεῖ παν­τοῦ τὸ ἅ­γιο Ὄ­νο­μά Σου.
Κύ­ρι­ε, μὲ τὸ πλῆ­θος τοῦ ἐ­λέ­ους Σου βο­ή­θη­σέ με νὰ ζή­σω τὰ ὑ­πό­λοι­πα χρό­νια της ζω­ῆς μου μὲ με­τά­νοι­α γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μου καὶ ὄ­χι μέ­σα στὶς θλί­ψεις, ἀ­φοῦ ἡ ἀ­γά­πη Σου ἀ­πο­δέ­χε­ται καὶ συγ­χω­ρεῖ κά­θε ἁ­μαρ­τω­λὸ ποὺ προ­σέρ­χε­ται καὶ ζη­τᾶ μὲ συν­τρι­βὴ καὶ τα­πεί­νω­ση τὸ ἔ­λε­ός Σου.
Πα­ρά­τει­νε Κύ­ρι­ε, τὰ χρό­νια της ζω­ῆς μου γιὰ νὰ κλά­ψω, νὰ πεν­θή­σω καὶ νὰ με­τα­νο­ή­σω γιὰ τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μου. Ἄλ­λα­ξέ με, Κύ­ρι­ε, καὶ κά­νε με και­νούρ­γιο ἄν­θρω­πο.
Ἐ­ξάλ­λου ἔρ­γο τῶν παν­το­δυ­νά­μων χε­ρι­ῶν Σου εἶ­ναι ὅ­λη ἡ δη­μι­ουρ­γί­α τὴν ὁ­ποί­α Ἐ­σὺ, ὁ αἰ­ώ­νιος Θε­ός, θὰ τὴν ἀλ­λά­ξεις καὶ θὰ τὴν ἀ­να­και­νί­σεις, ὅ­ταν μέ­σα στὸν χρό­νο θὰ ἔ­χει φθα­ρεῖ καὶ θὰ ἔ­χει πα­λι­ώ­σει.
Κύ­ρι­ε καὶ αἰ­ώ­νι­ε Θε­έ, μό­νο κά­τω ἀ­πὸ τὴ δι­κή Σου παν­το­δύ­να­μη προ­στα­σί­α θὰ βρεῖ ἡ ψυ­χή μου ἀ­νά­παυ­ση. Για­τὶ μό­νον Ἐ­σὺ μπο­ρεῖς νὰ συγ­χω­ρεῖς τὶς ἁ­μαρ­τί­ες μου καὶ νὰ γα­λη­νεύ­εις τὴν ψυ­χή μου, ὥ­στε νὰ Σὲ ὑ­μνῶ καὶ νὰ Σὲ Δο­ξά­ζω. Ἀ­μήν.

Προσευχή Ν0 121 από το Βιβλίο του Αρχ. Νικηφόρου Κοντογιάννη ¨ΑΚΟΥΣΕ ΜΕ ΚΥΡΙΕ” .

Τὸ βιβλίο δὲν εἶναι μιὰ μεταφραστικὴ προσέγγιση τῶν ψαλμῶν, οὔτε ἑρμηνευτική.
Εἶναι προσευχὲς ἐμπνευσμένες ἀπὸ τὸ Λόγο τοῦ Θεοῦ, τὸ Ψαλτῆρι, γιὰ νὰ ἀγγίζουν τὶς σύγχρονες ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων.
Πριν από κάθε προσευχή θα πρέπει να συνηθίσουμε να διαβάζουμε την ΕΝΑΡΚΤΗΡΙΟ ΠΡΟΣΕΥΧΗ.
Άριστο είναι να μελετούμε και τον ΨΑΛΜΟ που έδωσε την αφορμή να συνταχθεί η αντίστοιχη προσευχή.

Διαβάστε τον ΨΑΛΜΟ Νο 101 ΕΔΩ:

0