ΚΥΡΙΑΚΗ
“ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ”
Θέμα Λειτουργικού Κηρύγματος:
Ποιά η σχέση μας με τον Χριστό; και ποιά η θέση, ανδρών, γυναικών, παιδιών κ.λ.π. εντός της Εκκλησίας και γιατί;
J.P.MIGNE PG. ΔΙΑΤΑΓΑΙ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ — ΤΟΜΟΣ 1 ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΝΖ΄ σελ. 724 κ.εξ.
Διατύπωσις Ἐκκλησίας καί κλήρου, καί τί ἕκαστος έπιτελεῖν ὀφείλει τῶν συναθροιζομένων κληρικῶν ἤ λαϊκῶν έν τῃ, συνάξει.
Ὅταν δὲ συναθροίζῃς τὴν τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησίαν, ὡς κυβερνήτης νηὸς μεγάλης μετ’ ἐπιστήμης πάσης κέλευε ποιεῖσθαι τὰς συνόδους, παραγγέλλων τοῖς διακόνοις ὡσανεὶ ναύταις τοὺς τόπους ἐκτάσσειν τοῖς ἀδελφοῖς καθάπερ ἐπιβάταις μετὰ πάσης ἐπιμελείας καὶ σεμνότητος….. Κείσθω δὲ μέσος ὁ τοῦ ἐπισκόπου
θρόνος, παρ’ ἑκάτερα δὲ αὐτοῦ καθεζέσθω τὸ πρεσβυτέριον, καὶ οἱ διάκονοι παριστάσθωσαν εὐσταλεῖς τῆς πλείονος ἐσθῆτος· ἐοίκασι γὰρ ναύταις καὶ τοιχάρχοις. Προνοίᾳ δὲ τούτων εἰς τὸ ἕτερον μέρος οἱ λαϊκοὶ καθεζέσθωσαν μετὰπάσης εὐταξιὰς καὶ ἡσυχίας, καὶ αἱ γυναῖκες κεχωρισμένως καὶ αὐταὶ καθεζέσθωσαν σιώπην ἄγουσαι…. Στηκέτωσαν δὲ οἱ μὲν πυλωροὶ εἰς τὰς εἰσόδους τῶν ἀνδρῶν φυλάσσοντες αὐτάς, αἱ δὲ διάκονοι εἰς τὰς τῶν γυναικῶν, δίκην ναυστολόγων· καὶ γὰρ ἐν τῇ σκηνῇ τοῦ
μαρτυρίου ὁ αὐτὸς παρηκολούθει τύπος. Eἰ δέ τις εὑρεθῇ παρὰ τόπον καθεζόμενος, ἐπιπλησσέσθω ὑπὸ τοῦ
διακόνου ὡς πρωρέως καὶ εἰς τὸν καθήκοντα αὐτῷ τόπον μεταγέσθω….οὕτω καὶ ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ οἱ μὲν νεώτεροι ἰδίᾳ καθεζέσθωσαν, ἐὰν ᾖ τόπος, εἰ δὲ μή, στηκέτωσαν ὀρθοί· οἱ δὲ τῇ ἡλικίᾳ ἤδη προβεβηκότες καθεζέσθωσαν ἐν τάξει, τὰ δὲ παιδία ἑστῶτα προσλαμβανέσθωσαν αὐτῶν οἱ πατέρες καὶ αἱ μητέρες· αἱ δὲ νεώτεραι πάλιν ἰδίᾳ, ἐὰν ᾖ τόπος, εἰ δὲ μήγε, ὄπισθεν τῶν γυναικῶν ἱστάσθωσαν· αἱ δὲ ἤδη γεγαμηκυῖαι καὶ τὰ τέκνα ἔχουσαι ἰδίᾳ ἱστάσθωσαν· αἱ παρθένοι δὲ καὶ αἱ χῆραι καὶ αἱ πρεσβύτιδες πρῶται πασῶν
στηκέτωσαν ἢ καθεζέσθωσαν. Ἔστω δὲ τῶν τόπων προνοῶν ὁ διάκονος, ἵν’ ἕκαστος τῶν εἰσερχομένων εἰς τὸν ἴδιον τόπον ὁρμᾷ καὶ μὴ παρὰ τὸ ἰντρόϊτον καθέζωνται. Ὁμοίως ὁ διάκονος ἐπισκοπείτω τὸν λαόν, ὅπως μήτις ψιθυρίσῃ ἢ νυστάξῃ ἢ γελάσῃ ἢ νεύσῃ· χρὴ γὰρ ἐν Ἐκκλησίᾳ ἐπιστημόνως καὶ νηφαλέως καὶ ἐγρηγορότως ἑστάναι, ἐκτεταμένην ἔχοντα τὴν ἀκοὴν εἰς τὸν τοῦ Κυρίου λόγον.
Ὅταν συναθρίζεις τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, σα νά εἶσαι κυβερνήτης μεγάλου πλοίου, να διατάζεις οἱ συναθρίσεις νά γίνονται μέ κάθε ἀκρίβεια, δίνοντας παραγγελία στούς διακόνους, νάν νά εἶναι ναῦτες, νά ὁρίζουν τίς θέσεις τῶν ἀδελφῶν, ὅπως στούς ἐπιβάτες, μέ κάθε προσοχή καί σεμνότητα. .. Στή μέση νά βρίσκεται ὁ θρόνος τοῦ ἐπισκόπου, ἐνῶ δίπλα τουἀπό τήν μία καί ἀπό τήν ἄλλη πλευρά νά κάθονται οἱ πρεσβύτεροι, καί οἱ διάκονοι νά στέκονται ντυμένοι εὐπρεπῶς, γίτί μοιάζουν μέ ναῦτεςκαί ἐπόπτες τῶν κοπηλατῶν. Μέ την δική τους φροντίδα νά κάθονται σέ ἄλλο μέρος οἱ λαϊκοί μέ ἡσυχία καί τάξη,καί οἱ γυναῖκες νά κάθονται χωριστά, κάνοντας κι αὐτές ἡσυχία…. Οἱ θυρωροί πάλι νά στέκονται στίς εἰσόδους τῶν ἀνδρῶν φυλάγοντάς τις, ἐνῶ οἱ διακόνισσες στίς εἰσόδους τῶν γυναικῶν, σάν ὑπεύθυνοι τῆς εὐταξίας τοῦ πλοίου… Ἐάν βρεθεῖ κάποιος νά μή κάθεται στη καθορισμένη θέση, νά ἐπιπλήττεται ἀπό τόν διάκονο, ὡς λοστρόμο, καί νά ὁδηγεῖται στή θέση πού τοῦ ταιριάζει… ἔτσι καί στήν Ἐκκλησία οἱ νεώτεροι νά κάθονται ὄρθιοι, οἱ ἡλικιωμένοι νά κάθονται μέ τάξη, τά παιδιά νά στέκονται ὄρθια καί νά τά παίρνουν οἱ πατέρες καί οἱ μητέρες τυς, καί οἱ νεώτερες ἐπίσης ἰδιαιτέρως, ἑάν ὑπάρχει χῶρος, ἀλλιῶς νά στέκονται πίσω ἀπό τίς γναῖκες, και οἱ πναρεμένες ἔχοντας τά παιδιά τος νά στέκονται σέ ἰδιαίτερο τόπο, ἐνῶ οἱ παρθένες καί οἱ χῆρες καί οἱ ἡλικωμένες νά στέκονται ἤ νά κάθονται πρῶτες ἀπό ὅλους.
Νά φροντίζει γιά τίς έσεις ὁ διάκονος, ὥστε ὁ καθένας ἀπό τούς εἰσερχομένους νά πηγαίνει στή θέση του καί νά μή κάθονται στήν εἴσοδο. Ἀκόμηωὁ διάκονος νά παρακολουθεῖ τό λαό, ὥστε κανά μή ψιθυρίσει ἤ γελάσειἤ κάνει νεῦμα, γιατί στήν Ἐκκλησία πρέπει ὁ καθένας νά στέκεται μέ προσοχή και νηφαλιότητα καί ἄγρυπνος, ἔχοντας τεντωμένο τό αὐτί του στο λόγο τοῦ Κυρίου.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ ΣΤ΄ΛΟΥΚΑ
KEIMENO
27 ἐξελθόντι δὲ αὐτῷ ἐπὶ τὴν γῆν ὑπήντησεν αὐτῷ ἀνήρ τις ἐκ τῆς πόλεως, ὃς εἶχε δαιμόνια ἐκ χρόνων ἱκανῶν, καὶ ἱμάτιον οὐκ ἐνεδιδύσκετο καὶ ἐν οἰκίᾳ οὐκ ἔμενεν, ἀλλ’ ἐν τοῖς μνήμασιν. 28 ἰδὼν δὲ τὸν Ἰησοῦν καὶ ἀνακράξας προσέπεσεν αὐτῷ καὶ φωνῇ μεγάλῃ εἶπε· τί ἐμοὶ καὶ σοί, Ἰησοῦ, υἱὲ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου; δέομαί σου, μή με βασανίσῃς. 29 παρήγγειλε γὰρ τῷ πνεύματι τῷ ἀκαθάρτῳ ἐξελθεῖν ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου. πολλοῖς γὰρ χρόνοις συνηρπάκει αὐτόν, καὶ ἐδεσμεῖτο ἁλύσεσι καὶ πέδαις φυλασσόμενος, καὶ διαρρήσσων τὰ δεσμὰ ἠλαύνετο ὑπὸ τοῦ δαίμονος εἰς τὰς ἐρήμους. 30 ἐπηρώτησε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· τί σοί ἐστιν ὄνομα; ὁ δὲ εἶπε· λεγεών· ὅτι δαιμόνια πολλὰ εἰσῆλθεν εἰς αὐτόν· 31 καὶ παρεκάλει αὐτὸν ἵνα μὴ ἐπιτάξῃ αὐτοῖς εἰς τὴν ἄβυσσον ἀπελθεῖν. 32 ἦν δὲ ἐκεῖ ἀγέλη χοίρων ἱκανῶν βοσκομένων ἐν τῷ ὄρει· καὶ παρεκάλουν αὐτὸν ἵνα ἐπιτρέψῃ αὐτοῖς εἰς ἐκείνους εἰσελθεῖν· καὶ ἐπέτρεψεν αὐτοῖς. 33 ἐξελθόντα δὲ τὰ δαιμόνια ἀπὸ τοῦ ἀνθρώπου εἰσῆλθον εἰς τοὺς χοίρους, καὶ ὥρμησεν ἡ ἀγέλη κατὰ τοῦ κρημνοῦ εἰς τὴν λίμνην καὶ ἀπεπνίγη. 34 ἰδόντες δὲ οἱ βόσκοντες τὸ γεγενημένον ἔφυγον, καὶ ἀπήγγειλαν εἰς τὴν πόλιν καὶ εἰς τοὺς ἀγρούς. 35 ἐξῆλθον δὲ ἰδεῖν τὸ γεγονός, καὶ ἦλθον πρὸς τὸν Ἰησοῦν καὶ εὗρον καθήμενον τὸν ἄνθρωπον, ἀφ’ οὗ τὰ δαιμόνια ἐξεληλύθει, ἱματισμένον καὶ σωφρονοῦντα παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ, καὶ ἐφοβήθησαν. 36 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτοῖς οἱ ἰδόντες πῶς ἐσώθη ὁ δαιμονισθείς. 37 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν ἅπαν τὸ πλῆθος τῆς περιχώρου τῶν Γαδαρηνῶν ἀπελθεῖν ἀπ’ αὐτῶν, ὅτι φόβῳ μεγάλῳ συνείχοντο· αὐτὸς δὲ ἐμβὰς εἰς τὸ πλοῖον ὑπέστρεψεν. 38 ἐδέετο δὲ αὐτοῦ ὁ ἀνήρ, ἀφ’ οὗ ἐξεληλύθει τὰ δαιμόνια, εἶναι σὺν αὐτῷ· ἀπέλυσε δὲ αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς λέγων· 39 ὑπόστρεφε εἰς τὸν οἶκόν σου καὶ διηγοῦ ὅσα ἐποίησέ σοι ὁ Θεός. καὶ ἀπῆλθε καθ’ ὅλην τὴν πόλιν κηρύσσων ὅσα ἐποίησεν αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
27Kι όταν βγήκε στη στεριά, τον συνάντησε ένας άντρας από την πόλη, που κατεχόταν από δαιμόνια για αρκετά χρόνια και δε φορούσε ρούχα ούτε έμενε σε σπίτι, αλλά στα μνήματα. 28Σαν είδε, λοιπόν, τον Iησού, κι αφού έβγαλε μια κραυγή, έπεσε μπροστά στα πόδια του και με δυνατή φωνή είπε: «Tι σχέση έχω εγώ μαζί σου, Iησού, Γιε του Θεού του Yψίστου; Σε παρακαλώ μη με βασανίσεις». (29Γιατί είχε προστάξει ο Iησούς το δαιμονικό πνεύμα να βγει από τον άνθρωπο, τον οποίο είχε θέσει στην εξουσία του από πολλά χρόνια, και τον οποίο, παρόλο που προσπαθούσαν να τον περιορίσουν δένοντάς τον με αλυσίδες και περδούκλες, αυτός έσπαζε τα δεσμά του και παρασερνόταν από το δαιμόνιο στις ερημιές). 30Tον ρώτησε τότε ο Iησούς: «Ποιο είναι τ’όνομά σου;» Kι εκείνος απάντησε: «Λεγεών», γιατί είχαν μπει μέσα του πολλά δαιμόνια. 31Kι εκείνα τον παρακαλούσαν να μην τα διατάξει να πάνε στην άβυσσο.
32Στο μεταξύ, υπήρχε εκεί κι ένα κοπάδι από πολλούς χοίρους, που έβοσκαν στο βουνό. Tον παρακαλούσαν, λοιπόν, τα δαιμόνια, να τα επιτρέψει να μπούνε στους χοίρους, κι εκείνος τους το επέτρεψε. 33Έτσι, βγήκαν τα δαιμόνια από τον άνθρωπο και μπήκαν στους χοίρους. Όρμησε τότε το κοπάδι στον γκρεμό και πνίγηκε στη λίμνη. 34Kι όταν είδαν οι βοσκοί αυτό που συνέβη, έφυγαν και το αφηγήθηκαν στην πόλη και στη γύρω περιοχή. 35Bγήκαν τότε οι κάτοικοι να δουν αυτό που έγινε και ήρθαν κοντά στον Iησού, όπου βρήκαν τον άνθρωπο, από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια, να είναι ντυμένος και να φέρεται λογικά και να κάθεται κοντά στα πόδια του Iησού, και φοβήθηκαν. 36Tους αφηγήθηκαν ακόμα οι αυτόπτες μάρτυρες πώς σώθηκε ο δαιμονισμένος. 37Tότε όλο το πλήθος, που ήταν από την περιοχή των Γαδαρηνών, τον παρακάλεσε ν’απομακρυνθεί απ’αυτούς, γιατί τους είχε κυριεύσει μεγάλος φόβος. Kι εκείνος μπήκε στο πλοίο κι επέστρεψε πίσω. 38Mα ο άνθρωπος, από τον οποίο είχαν βγει τα δαιμόνια, τον ικέτευε να μείνει μαζί του. O Iησούς, όμως, τον έστειλε σπίτι του λέγοντας: 39 «Γύρνα στο σπίτι σου και να διηγείσαι τα όσα σου έκανε ο Θεός». Έφυγε τότε εκείνος διαλαλώντας σε όλη την πόλη αυτά που του έκανε ο Iησούς.

