ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ 2-11-25
Κατηγορία:ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

2025 2 Νοε. ‘Οταν συναντιούνται πλούσιος & φτωχός. ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. ιστ΄ 19-31), π.Νικηφόρος Κοντογιάννης

ΚΥΡΙΑΚΗ
“Ε΄ ΛΟΥΚΑ”


Θέμα 
Λειτουργικού Κηρύγματος: “Όταν συναντιούνται πλούσιος & φτωχός”

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ “Ε΄ ΛΟΥΚΑ”
Λουκ. ιστ΄ 19 – 31

ΚΕΙΜΕΝΟ

19 Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς. 20 πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος 21 καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 23 καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 24 καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 25 εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 26 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 27 εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 29 λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωυσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 30 ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. 31 εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωυσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

19 «Yπήρχε κάποτε ένας πλούσιος, που ντυνόταν με πορφύρα και λινά ρούχα, απολαμβάνοντας κάθε μέρα τη ζωή του μεγαλόπρεπα. 20Yπήρχε κι ένας φτωχός που ονομαζόταν Λάζαρος, ο οποίος ήταν εγκαταλειμμένος κοντά στην αυλόπορτα του πλουσίου, με το σώμα του γεμάτο πληγές, 21και λαχταρούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Παράλληλα έρχονταν και τα σκυλιά και έγλειφαν τις πληγές του. 22Kάποτε, λοιπόν, πέθανε ο φτωχός και τον μετέφεραν οι άγγελοι στην αγκαλιά του Aβραάμ. Πέθανε επίσης κι ο πλούσιος και τον έθαψαν. 23Kαι στον άδη, καθώς βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του και βλέπει τον Aβραάμ από μακριά και στην αγκαλιά του το Λάζαρο! 24Φώναξε τότε και είπε: Πατέρα μου Aβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει την άκρη του δαχτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, γιατί υποφέρω μέσα σ’αυτή τη φλόγα! 25Kι ο Aβραάμ απάντησε: Παιδί μου, θυμήσου ότι απόλαυσες εσύ τα αγαθά σου στη ζωή σου και παρόμοια ο Λάζαρος τα κακά. Tώρα, λοιπόν, αυτός ανακουφίζεται εδώ κι εσύ υποφέρεις. 26Kι εκτός απ’όλα αυτά, ανάμεσα σε μας και σε σας υπάρχει μεγάλο χάσμα, έτσι που όσοι θέλουν να περάσουν από εδώ σε σας, να μην μπορούν, κι ούτε οι από εκεί μπορούν να περάσουν σε μας. 27Kι εκείνος είπε: Tότε, σε παρακαλώ, πατέρα, να τον στείλεις στο πατρικό μου σπίτι, 28γιατί έχω πέντε αδέλφια, για να τους προειδοποιήσει, ώστε να μην έρθουν κι αυτοί στον τόπο αυτόν του βασανισμού. 29Tου λέει ο Aβραάμ: Έχουν το Mωυσή και τους προφήτες. Aς ακούσουν αυτούς. 30Kι εκείνος είπε: Όχι, πατέρα Aβραάμ, αλλά αν πάει σ’αυτούς κάποιος από τους νεκρούς, θα μετανοήσουν. 31Tότε ο Aβραάμ του είπε: Aν το Mωυσή και τους προφήτες δεν ακούνε, ούτε κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς δεν πρόκειται να πειστούνε».  

Κυριακή, 2 Νοεμβρίου 2025

ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ, Λουκ. ιστ΄ 19- 31

Όταν συναντιούνται πλούσιος & φτωχός.

Σήμερα θα ήθελα να κάνουμε ένα τεστ, με τον λογισμό μας. Ένα τεστ. Τι; Λέει η Αγία Γραφή στις “Παροιμίες“. Θέλω να δείτε τι θα σκεφτόσασταν, γι’ αυτό το λέω το τεστ. Δε θα σας σηκώσω να πείτε μάθημα. Εντάξει;

Λοιπόν, λέει στις “Παροιμίες” ότι: «Στον δρόμο συναντήθηκαν ο πλούσιος και ο φτωχός». Συναντήθηκαν. «Και τους δυο, εγώ τους έκανα», λέει ο Θεός. Τι λέει τώρα εδώ; Το τεστ. Τι λέει ο λογισμός σας; Σήμερα παραβολή “του Πλουσίου και του Λαζάρου“. «Κύριε, δεν τον λυπήθηκες αυτόν τον φτωχό εκεί έξω; Τα σκυλιά έγλυφαν τις πληγές του. Ο άλλος πλούσιος μέσα περνούσε καλά, ο άλλος φτωχός. Γιατί τους έκανες έτσι;» Ήταν αυτός ο λογισμός σας ή δεν ήταν; Δε μ’ απαντάτε. Εσείς ξέρετε.

Θα σας πω όμως και κάτι άλλο. Γιατί στη ζωή αυτή λέμε πολλά. «Κύριε, κοίταξε εμένα, δε μου δίνεις. Σ’ αυτόν δίνεις, δίνεις, δίνεις. Δίνεις σ’ αυτόν. Δίνεις τόσο αγαθά. Σε εμένα δε δίνεις τίποτα». Μαμάδες είστε και πατεράδες είστε. Εάν βγαίνατε μια βόλτα με το παιδί σας, σε μια πλατεία έξω, με τα παιδιά σας. Και τα δυο, τα αγοράκια σας, ή το κοριτσάκι, το αγόρι, τα δυο παιδιά σας, τρέχανε έξω και αλωνίζανε. Και κάποια στιγμή ένα από τα δύο, έπεφτε μέσα σε μια μπάρα με λάσπες. Και κάποιος θα φώναζε και θα λέει: «Επ! Τίνος είναι αυτά τα παιδιά;» Και εσείς θα τρέχατε. Και τι θα λέγατε εκείνη την ώρα; «Το καθαρό είναι δικό μου, το βρώμικο δεν είναι δικό μου». Έτσι θα λέγατε; Ή θα λέγατε: «Και τα δυο δικά μου είναι, να τα πάρω να τα καθαρίσω, να τα περιποιηθώ;» Βέβαια πολλές φορές τα ζευγάρια λένε: «Ό,τι καλά έχει ο γιος μου είναι δικά μου και ό,τι στραβά έχει είναι της μάνας του». Και αντίστροφα. Έτσι λέμε: «Τα δικά μου είναι τα καλύτερα».

Λοιπόν, για έχετε το νου σας. Δε σημαίνει ότι ο Θεός κάνει τον πλούσιο και τον φτωχό. Σημαίνει ότι ο Θεός είναι Πατέρας όλων μας. «Πλούσιος είσαι, γιατί ήρθαν οι συγκυρίες έτσι και έγινες πλούσιος; Δικός μου είσαι. Φτωχός είσαι; Και εσύ δικός μου είσαι. Αμαρτωλός είσαι; Δικός μου είσαι. Εγκληματίας είσαι; Δικό μου παιδί είσαι». Και μάλιστα πολλές φορές τσακωνόμαστε και λέμε: «Εγώ έχω δίκιο, εσύ έχεις δίκιο». Γι’ αυτό και πάμε στα δικαστήρια, γιατί όλοι αισθανόμαστε ότι έχουμε δίκιο. Κι όμως, και ο κατηγορούμενος και ο κατήγορος, και ο κρίνων και οι κρινόμενοι, όλοι είναι παιδιά ενός Θεού, όχι άλλου Θεού. Ένας Θεός.

Αλλά το θέμα δεν είναι ότι είμαστε ή δεν είμαστε ενός Θεού παιδιά. Κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσιν όλοι. Το θέμα είναι πώς διαχειριζόμαστε αυτό το μεγάλο δώρο που μας έδωσε ο Καλός Θεός. Ότι είμαστε εικόνα Θεού, αντίγραφο του Θεού. Μεγαλώνει ένα παιδί και να πω: «Αυτό το παιδί είναι αντίγραφο του Θεού, όπως και εγώ». Καλλιεργώ τις αρετές; Το κάνω ίδιο με το αντίγραφο; Καθ’ ομοίωση με το αντίγραφο; Πού το οδηγώ; Πώς πορεύομαι;

Κι ο πλούσιος και ο Λάζαρος συναντιόντουσαν πόσες φορές εκεί στο πλατύσκαλο, συναντιόντουσαν. Περνούσε ο πλούσιος. Πώς; Υπερήφανα. Αλαζονικά: «Αυτός ο φτωχός». Τουλάχιστον τον άφηνε να κάθεται εκεί και να τον γλύφουν τα σκυλιά. Αλλά και ο φτωχός δε διαμαρτυρότανε, δε γόγγυζε. Αυτές είναι οι αρετές μας, να μη γογγύζουμε, να μη ζηλεύουμε.

Μόλις δω κάποιου ανθρώπου την επιτυχία, τον ματιάζω. Γιατί να τον ματιάσω; Ξέρετε τι σημαίνει τον ματιάζω; Σημαίνει ότι τον φθονώ, τον ζήλεψα. Όλοι έχουμε χαρίσματα, όλοι έχουμε ικανότητες. Δεν είσαι ο μοναδικός, σ’ αυτόν τον πλανήτη.  Δεν είσαι ο μοναδικός. Άσε τον καθένα να εκδηλώσει το χάρισμα του, την ικανότητά του Γιατί τον ζηλεύεις; Φτάνει η πεθερά να ζηλεύει την κόρη, που μεγάλωσε και ντύνεται νεανικά, και θέλει και αυτή να φαίνεται νέα. Γίνεται αυτό; Άσε, ομορφιά είναι και οι παππούδες και οι γέροντες, ομορφιά είναι μέσα σε αυτή τη ζωή. Άσε τον νέο να χαρεί τη ζωή του, μη χώνεσαι μες στα πόδια του. Γιατί πρέπει έτσι να κινούμαστε;

Ο πλούσιος δε δίνει σημασία σε κανέναν: «Εγώ έχω; Περνάω καλά; Ζω καλά; Είμαι όμορφα;» Αυτή τη στιγμή που εμείς είμαστε εδώ, κάποιοι σκοτώνονται. Κάποια παιδιά έχασαν τη μάνα και τον πατέρα τους. Τον καιρό που εμείς πετάμε φαγητά, κάποιοι άλλοι πεινάνε και τρέχουν και ζητάνε. Και θα μας πει ο Θεός: «Γιατί πετούσες φαγητά; Δεν μπορούσες να τα περιορίσεις και να κάνεις ελεημοσύνη;»  Θα πείτε: «Πού να βρω φτωχούς;» Δικαιολογία είναι. Όλοι οι ναοί έχουν φιλόπτωχο. Όλοι οι ναοί. Και η Μητρόπολις έχει τον φιλόπτωχό της, και βοηθάει και στηρίζει. Δεν ξέρετε πού είναι οι φτωχοί; Ξέρουν οι ιερείς. Οι πιο κοινωνικοί άνθρωποι είναι οι ιερείς, η εκκλησία. Αυτή γνωρίζει τα προβλήματα των ανθρώπων. Και ξέρει να κινείται.

Άρα λοιπόν, και όταν έρχεται χειμώνας και έχω στην ντουλάπα μου μέσα δύο, τρία, τέσσερα παπούτσια, πέντε. Κάποιοι άλλοι, όμως, δεν έχουν καθόλου. Το σκέφτηκα; Όταν θα πάω να αγοράσω, το σκέφτηκα; Ξέρετε να σας πω κάτι πολύ εδώ κοντινό; Στις φυλακές μέσα, βρίσκονται πολλοί άνθρωποι. Παραβατικοί, ναι. Μετανάστες που τους συλλαμβάνουνε. Δεν έχουν ούτε παπούτσια, ούτε ρούχα. Ποιος του σκέφτηκε να έρθει και να πει: «Πάτερ, αυτά τα παπούτσια για τις φυλακές». Παραβατικοί είναι. Ναι, εντάξει, άνθρωποι του Θεού είναι όμως κι αυτοί. «Ήμουν στη φυλακή, λέει, και ήρθατε κοντά μου». Άνθρωποι του Θεού είναι όλοι. Μην αλαζονευόμαστε.

Τι έγινε; Πέθανε και ο Πλούσιος, πέθανε και ο Λάζαρος. Γιατί είναι κανείς αιώνιος; Είναι κανείς αιώνιος; Πώς μας ξεγελάει ο διάβολος και εμείς πιστεύουμε ότι είμαστε αφεντικά; Πού αφεντικό; Ανά πάσα στιγμή κινδυνεύουμε. Κινδυνεύουμε να χάσουμε, όχι αυτή τη ζωή. Την αιώνια ζωή.

Άρα, λοιπόν, βλέπετε, τι λέει ο πλούσιος; Ήταν, λέει, από μακριά και έβλεπε τον Αβραάμ να κρατάει στην αγκαλιά του τον Λάζαρο. Από μακριά, έβλεπε. Ξέρετε τι σημαίνει αυτό; Σε έναν τόπο θα είμαστε όλοι. Σε έναν τόπο θα είμαστε όλοι. Αλλά σε αυτόν τον τόπο, θα υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα. «Στείλε, λέει, τον Λάζαρο, να βρέξει το δακτυλάκι». Αυτό το δακτυλάκι που δεν το ‘δινε σημασία. Το αδύνατο, το χλωμό που έτρεμε στο κρύο, στην πείνα. Δεν το ‘δινε σημασία. «Αυτό το δακτυλάκι, στείλτο να βρέξει λίγο τα χείλη μου. Λίγο». Βλέπετε εδώ, βέβαια το συμφέρον του. «Να δροσιστώ, γιατί βασανίζομαι. Να περάσω κι εδώ λίγο καλύτερα». Όχι να μετανοήσει και να πει: «Αυτόν τον Λάζαρο, πόσο τον περιφρονούσα εγώ; Πόσο του γύριζα την πλάτη; Πώς δεν του έδινα τίποτα;» Και να πει: «Λάζαρε! Συγγνώμη». Όχι. «Στείλτον για να βολευτώ πάλι λίγο, έτσι λιγάκι να βολευτώ». Το βόλεμα.

Δεν αλλάζει ο άνθρωπος. Αν δεν αλλάξουμε εδώ, εκεί δεν αλλάζουμε. Και πώς γίνεται να βλέπει και να υπάρχει χάσμα μέγα; Ξέρετε γιατί; Διότι η απόλαυσις, δεν είναι απόλαυσις τόπου. Είναι απόλαυσις παρουσίας Αγίου Πνεύματος. Είναι σαν να είμαστε έξω, κι ο ένας κάθεται κάτω από τον ίσκιο ενός δέντρου και δεν τον βλέπει ο ήλιος και παγώνει. Ο άλλος κάθεται έξω στον ήλιο και απολαμβάνει τη ζεστασιά του ήλιου. Σε έναν τόπο είμαστε. Οι μεν, χωρίς την παρουσία του Αγίου Πνεύματος και τις ευεργεσίες. Που λέει: «Ο καρπός του Πνεύματος εστί χαρά, ειρήνη, πραότης, εγκράτεια, αγαθοσύνη». Όλα αυτά δώρα και άλλα πολλά, του Αγίου Πνεύματος. Πώς θα τα απολαύσεις, όταν, είσαι σε έναν τόπο που δεν υπάρχει παρουσία του Αγίου Πνεύματος; Αυτό είναι το χάσμα.

Δεν μπορείς εσύ να απολαύσεις, δεν μπορείς. Δεν είσαι φτιαγμένος για να απολαύσεις, γιατί τα αρνήθηκες όλα. Ποδοπάτησες το κατ’ εικόνα. Και ξέρετε, όταν λέει: «Να στείλεις το δακτυλάκι του Λαζάρου, να με δροσίσει λίγο τα χείλη», στο βάθος, ξέρετε τι αναζητά; Το κατ’ εικόνα, το αληθινό που το στραπατσάραμε, τον Δημιουργό του. Το πνεύμα το Άγιο ζητάει.

Γιατί; Γιατί λέμε: Ο Θεός. Ο Ιησούς Χριστός είναι η δεξιά του Θεού. «Δεξιά σου Κύριε δόξα στην ισχύ» (Έξοδ.ιε΄6). Και το δάκτυλο είναι το Άγιο Πνεύμα. Δεν το λέω εγώ, το λέει η Αγία Γραφή. Όταν ο Μωυσής πήγε στο Σινά να πάρει τις πλάκες, που τις είχε σπάσει, γιατί θύμωσε, του τις έδωσε, λέει, και ήτανε γραμμένος ο νόμος “Δακτύλω Θεού” (Έξογ.31,18). Το δάκτυλο = ο Θεός, ο Ιησούς Χριστός ως δεξί χέρι, και το δάκτυλο ως παρουσία του Αγίου Πνεύματος.

Άρα, λοιπόν, τι αναζητούσε; Αυτήν τη χαρά και την ευλογία που έχουμε όλοι, με την παρουσία του Αγίου Πνεύματος σε κάθε μυστήριο. Αλλά, δε γινότανε. Δεν αλλάζει τότε η κατάσταση. Δεν μπορεί να γίνει το στραπατσαρισμένο δοχείο καλό. Στραπατσαρίστηκε, πάει. Δε χωράει τίποτα μέσα. Το ποδοπατήσαμε, το καταστρέψαμε. Εμείς όμως, όχι.

Αλλά τους φτωχούς, μη τους θυμόμαστε: «Α! Τον καημένο, να τον βοηθήσω. Α! Τον άλφα, τι έπαθε! Εκείνον». Και κλαίμε και δακρύζουμε για τους φτωχούς. Όχι έτσι. Αυτό είναι ανθρωπισμός και δεν αρέσει στον Θεό. Δεν αρέσει στον Θεό αυτό. Στον Θεό αρέσει η παλικαριά, η ευθύτητα. «Κύριε, είπες να φροντίζω τους φτωχούς. Και θα μου πεις: «Μπράβο», γιατί φρόντισα τους φτωχούς».

Άρα, τους φτωχούς τους φροντίζω, όχι γιατί αυτοί θα γίνουν καλύτερα. Ο φτωχός θα είναι φτωχός, τέλειωσε. Γιατί, δεν ξέρει να ζει τη ζωή του ή γιατί έτσι έτυχαν τα πράγματα. Όταν φροντίζω τους φτωχούς, τον εαυτό μου φροντίζω. Τον εαυτό μου φροντίζω, έτσι ώστε όταν πεθάνω να μου πει ο Κύριος:

Ευ δούλε αγαθέ και πιστέ. Μπράβο παιδί μου. Είσελθε εις την χαρά του Κύριου σου (Ματθ.κε΄21).

Και ο ταπεινός θα πει:

Γιατί Κύριε, τι έκανα;

Με είδες να πεινάω και μετά ήρθες. Με είδες γυμνό και με έντυσες. Με είδες να διψάω και με πότισες  (Ματθ.31-45).

Εγώ Κύριε, πότε το έκανα αυτό;

Όταν το έκανες αυτό στους αδελφούς μου, τους ελαχίστους αδελφούς μου, τότε είναι σαν να το έκανες σε μένα.

Είδατε; Εμείς έχουμε κέρδος με το να βοηθούμε τους φτωχούς. Μάλιστα λένε: «Αυτός, ο οποίος ελεεί τον φτωχό, δανείζει στον Θεό». Δανείζει. «Θα πάω στον Θεό και θα πω: «Κύριε, έδωσα πέντε, είκοσι, τριάντα, σαράντα ευρώ, πενήντα. Τα έδωσα. Μου τα χρωστάς, Κύριε. Δώσ’ μου τα. Σε τι; Σε αρετές, σε χαρίσματα, σε ευλογία».

Άρα, λοιπόν, αγαπητοί μου, έτσι να είμαστε. Άνθρωποι, οι οποίοι θα συναντάμε, πλούσιος και φτωχός, μη μας νοιάζει τι είναι ο ένας, και τι είναι ο άλλος. Έχω εγώ να ενεργήσω και να κινηθώ εν Αγίω Πνεύματι, και να προσφέρω ό,τι μπορώ να προσφέρω; Κέρδος θα έχω, όχι γι’ αυτή τη ζωή μόνο, αλλά και την Βασιλεία του Θεού.

Διόρθωση κειμένου: Θεόδωρος και Χρυσούλα Σ.

Διόρθωση και μορφοποίηση υποτίτλων και εισαγωγή παραπομπών: ο ομιλών.

0