ΧΡΗΣΤΟΗΘΕΙΑ 12-5-22
Κατηγορία:ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

2022 12 Μαΐου. 78Η ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΟΜΙΛΙΑ “ΧΡΗΣΤΟΗΘΕΙΑ (ΜΕΡΟΣ Γ΄) – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ”

Στον Ιερό μας Ναό του Μεγαλομάρτυρος Αγίου Γεωργίου Λαρίσης πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 12 Μαΐου 2022, η Εσπερινή Ομιλία του Γ΄ Κύκλου Ομιλιών του πνευματικού μας π.Νικηφόρου Κοντογιάννη με τίτλο “ΧΡΗΣΤΟΗΘΕΙΑ (Μέρος Γ΄) – ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗ ΖΩΗ”, με αφορμή το βιβλίο του Αγίου Παΐσίου του Αγιορείτου “Οικογενειακή Ζωή”, όπου εξάγονται διάφορα συμπεράσματα πνευματικής ζωής, συνύπαρξης, συνεργασίας και γενικά της προσέγγισης του Θεού με σκοπό την σωτηρία, τον αγιασμό, την μίμηση του Ι.Χριστού και τέλος την θέωση του ανθρώπου δια του ενανθρωπίσαντος ΙΣ ΧΡ. Οι ομιλίες πραγματοποιούνται κάθε Πέμπτη στις 7:00μ.μ. αμέσως μετά την Ακολουθία του Ι.Εσπερινού και της Ι.Παρακλήσεως οι οποίες τελούνται στις 6:00μ.μ., ενώ μεταδίδονται σε ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας: www.galilea.gr/ζωντανα-2/.

Η παράκληση τελέστηκε προς τιμήν του Μεγαλομάρτυρος Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου και κατά τη διάρκεια της εκτέθηκαν προς προσκύνηση και ευλογία των πιστών τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Λουκά του Ιατρού και του Αγίου Νεκταρίου επ. Πενταπόλεως καθώς επίσης και δύο εργόχειρα του Οσ.Παϊσίου του Αγιορείτου με Τίμιο Ξύλο.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ ῏Ηχος δ´.
Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής, καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ακούστε Νο 01 ΕΔΩ:

ΘΕΜΑ 78ης ΟΜΙΛΙΑΣ:

“Ο έπαινος και η τιμωρία των παιδιών

Αποσπάσματα από βιβλίο του Αγίου Παϊσίου Οικογενειακή Ζωή, Λόγοι Δ’, ΕΠΕ.Κεφ.3.σελ 102

Ἡ ἀγάπη μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν
Οἱ γονεῖς πρέπει νὰ καλλιεργοῦν τὴν ἀγάπη μεταξὺ τῶν παιδιῶν καί, ὅταν θέλουν νὰ ἐνισχύσουν τὸ πιὸ ἀδύνατο, νὰ προετοιμάζουν τὸ ἔδαφος  παίρνοντας τὴν συγκατάθεση τοῦ δυνατώτερου ἀδελφοῦ. Νὰ τὸν βοηθήσουν δηλαδὴ νὰ καταλάβη ὅτι πράγματι τὸ ἄλλο παιδὶ ἔχει ἀνάγκη. Ἡ δικαιοσύνη εἶναι τοῦ Θεοῦ καὶ πρέπει νὰ ἀπονέμεται καὶ στὸν μεγάλο καὶ στὸν μικρὸ ἐξίσου. Στὸν μεγάλο μὲ σεβασμό, στὸν μικρὸ μὲ ἀγάπη, χωρὶς νὰ βλαφθῆ. Αὐτὸ τὸ ἀναφέρει καὶ τὸ Δευτερονόμιο6. Ἂν λ.χ.φταίη ὁ μεγάλος, θὰ δικαιώσουμε τὸν μικρό, χωρὶς νὰ θίξουμε τὸν μεγάλο μπροστὰ στὸν μικρό, ἀλλὰ θὰ συζητήσουμε μαζί του ἰδιαίτερα, ὥστε νὰ τοῦ δώσουμε νὰ καταλάβη τὸ σφάλμα του.
– Γέροντα, ἡ ζήλεια ποὺ παρουσιάζεται συνήθως στὰ μεγαλύτερα ἀδέλφια πρὸς τὰ μικρότερα πῶς ἀντιμετωπίζεται;

– Ἡ ζήλεια εἶναι πάθος. Ὅταν ὅμως ἕνα παιδάκι εἶναι τριῶν ἐτῶν καὶ ἡ μάνα του θηλάζη τὸ νεογέννητο ἀδελφάκι του, εἶναι κάπως δικαιολογημένο νὰ τὸ  ζηλεύη,γιατὶ πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ θήλαζε καὶ αὐτό. Τώρα βλέπει τὸ ἀδελφάκι  του στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας του, καὶ λέει: «Μέχρι χθὲς ἡ μαμά μου μὲ εἶχε στὴν ἀγκαλιά της, τώρα μὲ ἔβαλε στὴν ἄκρη!». Καὶ ἂν ἔχη καὶ γιαγιά, κάτι γίνεται. Ὅταν ὅμως γίνη τεσσάρων ἐτῶν, πρέπει νὰ ζηλεύη λιγώτερο. Ὅταν γίνη ἕξι, πρέπει νὰ τοῦ πῆ ἡ μητέρα του: «Ὁλόκληρο παιδὶ εἶσαι τώρα. Ποιά μητέρα κρατάει στὴν ἀγκαλιά της ἕνα τόσο μεγάλο παιδί;». Ἂν τὸ βοηθήση νὰ τὸ ἀντιμετωπίση ἔτσι, τότε θὰ θυμᾶται τὴν μάνα του, μόνον ὅταν ὑπάρχη λόγος. Ἂν θέλη νὰ κρατάη τὴν μάνα του συνέχεια ἀπὸ τὸ φουστάνι, αὐτὸ εἶναι κάτι ἀρρωστημένο.
Οἱ παρέες πολὺ ἐπηρεάζουν τὰ παιδιὰ
– Γέροντα, πῶς συμβαίνει ἕνας νέος, ἐνῶ ἀπὸ παιδὶ ζοῦσε πνευματικὰ καὶ εἶχε φιλότιμο, νὰ φθάση σὲ σημεῖο νὰ παραστρατήση τελείως;
– Ἂς μὴν κρίνη κανείς. Εἶναι πολλοὶ παράγοντες ποὺ ἐπιδροῦν. Τὰ παιδιὰ ποὺ ζοῦν κοσμικά, ἀπρόσεκτα, ἐλέγχονται, ὅταν βλέπουν τὰ ἄλλα ποὺ ζοῦν ἁγνά, πνευματικά, καὶ θέλουν νὰ τὰ παρασύρουν. Μιὰ φορὰ προχωροῦσαν στὸν δρόμο δυὸ παιδιά. Τὸ ἕνα κάποια στιγμὴ σκόνταψε καὶ ἔπεσε μέσα σὲ ἕναν λάκκο μὲ λασπόνερα καὶ ἔγιναν τὰ ροῦχα του ὅλο λάσπες. Μόλις πῆγαν παραπέρα, ἔσπρωξε τὸν φίλο του καὶ τὸν ἔρριξε σὲ ἕναν λάκκο, γιὰ νὰ λασπωθῆ, γιατὶ ἔνιωθε ἄσχημα νὰ εἶναι αὐτὸς λασπωμένος καὶ ἐκεῖνος καθαρός.
Οἱ παρέες πολὺ ἐπηρεάζουν τὰ παιδιά. Ἐγώ, ὅταν ἤμουν μικρός, εἶχα μέσα  στὴν φύση μου τὴν ἀγάπη. Ξεκινοῦσα νὰ πάω κάπου μὲ τὰ ζῶα καὶ κοίταζα νὰ βάλω καὶ τὸν ἕναν ἐπάνω στὸ ζῶο, νὰ βάλω καὶ τὸν ἄλλον, νὰ πάρω καὶ τὸν μικρὸ ἀδελφό μου στὸν ὦμο. Μιὰ φορὰ ὁ ἕνας ἀδελφός μου σκότωσε ἕνα πουλάκι κι ἐγὼ στενοχωρέθηκα πολὺ καὶ τὸν μάλωσα. Πῆρα μετὰ τὸ πουλάκι καὶ τὸ ἔθαψα μὲ κλάματα. Ἐκεῖνο τὸ διάστημα ἔκανα παρέα μὲ παιδιὰ τῆς ἡλικίας μου. Πηγαίναμε στὸ δάσος, προσευχόμασταν, διαβάζαμε Συναξάρια, νηστεύαμε. Μετὰ οἱ μητέρες τους ἄρχισαν νὰ μὴν τὰ ἀφήνουν νὰ ἔρχωνται μαζί μου. «Μὴν κάνετε παρέα μ᾿ αὐτόν, τοὺς ἔλεγαν, θὰ σᾶς χτικιάση». Ὁπότε μὲ ἄφησαν καὶ ἔνιωθα μόνος. Μὲ κορόιδευαν κιόλας, «καλόγερο ἀπὸ ἐδῶ, μὲ ἔλεγαν, καλόγερο ἀπὸ ἐκεῖ», μοῦ εἶχαν κάνει τὴν ζωὴ μαρτύριο. Ἔφθασα κάποτε σὲ σημεῖο ποὺ δὲν μποροῦσα νὰ ἀντέξω τὴν κοροϊδία. Τότε εἶπα κι ἐγώ: «Θὰ πάω μὲ τὰ μεγαλύτερα παιδιὰ καὶ θὰ ὑποκρίνωμαι». Ἄρχισα λοιπὸν νὰ κάνω συντροφιὰ μὲ μεγαλύτερα παιδιά. Πῆρα λάστιχα καὶ ἔκανα σφενδόνα.  Πρῶτα ἔβαζα δῆθεν σημάδι μόνο μὲ τὴν σφενδόνα. Ὕστερα πῆρα σκάγια καὶ εἶχα γίνει ὁ καλύτερος σκοπευτής. Μιὰ φορά, μόλις σκότωσα ἕνα πουλάκι καὶ τὸ εἶδα σκοτωμένο, συνῆλθα. Πέταξα καὶ τὰ λάστιχα, καὶ τὰ σκάγια. «Ἐσὺ ἔκλαιγες, εἶπα, ὅταν ὁ ἀδελφός σου σκότωσε ἕνα πουλάκι, καὶ τὸν μάλωσες, ποὺ τὸ σκότωσε, καὶ τώρα ποῦ ἔφθασες; Σκοτώνεις πουλιὰ καὶ σιγὰ‐σιγὰ θὰ φθάσης νὰ σκοτώνης καὶ ζῶα». Πράγματι, ἂν συνέχιζα ἔτσι, θὰ προχωροῦσα στὸ κυνήγι ζώων καὶ μετὰ θὰ τὰ ἔγδερνα κιόλας. Ἀπὸ μία εὐαισθησία σὲ τί κακότητα μπορεῖ νὰ φθάση κανείς, ἂν δὲν προσέξη καὶ παρασυρθῆ ἀπὸ κακὲς παρέες! Ἐνῶ, οἱ καλὲς συντροφιὲς πολὺ βοηθοῦν. Ὁ Θεὸς γέμισε τοὺς ἀνθρώπους μὲ διάφορα χαρίσματα. Ὁ ἄνθρωπος, ὅπως βλέπει τὴν διαστροφὴ τῶν ἄλλων, ἔτσι μπορεῖ νὰ δῆ καὶ τὴν ἀρετή τους καὶ νὰ τὴν μιμηθῆ.
Βοήθεια στὰ παραστρατημένα παιδιὰ
Στὸ σπίτι εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ὑπάρχη ἀτμόσφαιρα ἀγάπης καὶ εἰρήνης. Τὸ παιδί, ἂν πάρη λίγη ἀγάπη ἀπὸ τὸ σπίτι, καὶ νὰ ξεφύγη κάποια στιγμή, θὰ δῆ ὅτι δὲν βρίσκει ἀλλοῦ ἀγάπη, ἀλλὰ μόνον ὑποκρισία, καὶ θὰ γυρίση πίσω. Ἂν ὅμως θυμᾶται ἄσχημες σκηνὲς μέσα στὸ σπίτι, μαλώματα καὶ ἀντιδικίες, πῶς νὰ τοῦ κάνη καρδιὰ νὰγυρίση πίσω;

– Γέροντα, ὅταν τὸ παιδὶ φύγη ἀπὸ τὸ σπίτι, τί πρέπει νὰ κάνουν οἱ γονεῖς;
– Νὰ προσπαθήσουν νὰ διατηρήσουν μιὰ ἐπαφὴ μαζί του, ὥστε, ὅταν συνέλθη, νὰ μπορέση νὰ ἐπιστρέψη στὸ σπίτι. Νὰ τοῦ μιλήσουν μὲ τὸ καλό, νὰ τὸ προβληματίσουν, γιὰ νὰ τὸ βοηθήσουν. Ἂν λ.χ. τὸ παιδὶ ξενυχτάη, νὰ τοῦ πῆ ἡ μητέρα: «Ἔλα ἐδῶ, παιδάκι μου. Ἂν ἤσουν ἐσὺ στὴν θέση μου καὶ ἀργοῦσαν τὰ παιδιά σου νὰ γυρίσουν τὸ βράδυ στὸ σπίτι, θὰ μποροῦσες νὰ μὴν ἀνησυχῆς;».Καὶ ἡ πιὸ σοβαρὴ πτώση τῶν παιδιῶν δὲν πρέπει νὰ φέρνη σὲ ἀπόγνωση τοὺς γονεῖς, γιατὶ στὴν ἐποχή μας ἡ ἁμαρτία ἔγινε μόδα. Νὰ ἔχουν δὲ πάντοτε ὑπ᾿ ὄψιν τους καὶ τὸ ἑξῆς: Τὰ παιδιὰ τῆς ἐποχῆς μας θὰ ἔχουν καὶ ἐλαφρυντικὰ γιὰ τὶς ἀταξίες ποὺ κάνουν. Τὸ ἑπτὰ – βαθμὸς διαγωγῆς τῆς σημερινῆς ἐποχῆς – ἔχει τὴν ἀξία τοῦ δέκα, τοῦ ἄριστα, τῆς δικῆς μας ἐποχῆς. Φυσικὰ οἱ γονεῖς θὰ προσπαθοῦν νὰ βοηθοῦν τὰ παιδιά τους, ἀλλὰ νὰ μὴν ἀνησυχοῦν ὑπερβολικά. Τὰ παιδιὰ θὰ βάλουν μυαλὸ  ἀργότερα. Τώρα μπορεῖ νὰ μὴν καταλαβαίνουν τὸ καλό, γιατὶ τὸ μυαλό τους δὲν ὡρίμασε. Εἶναι θολὸ καὶ δὲν ἔχουν τὴν διαύγεια νὰ διακρίνουν τὸν κίνδυνο ποὺ διατρέχουν καὶ τὴν ἀνεπανόρθωτη ζημιὰ ποὺ μποροῦν νὰ πάθουν.
Καλὸ εἶναι οἱ γονεῖς νὰ δείχνουν στὸ παιδὶ ὅτι στενοχωριοῦνται γιὰ τὶς ἀταξίες ποὺ κάνει, ἀλλὰ νὰ μὴν τὸ πιέζουν καὶ νὰ προσεύχωνται. Ἡ προσευχὴ ποὺ γίνεται μὲ πόνο φέρνει θετικὰ ἀποτελέσματα. Ἂν πάλι τὸ παιδὶ κάνη κάποιο σφάλμα πολὺ σοβαρό, τότε οἱ γονεῖς νὰ ἐπέμβουν μὲ τρόπο. Ἂν δὲν εἶναι σοβαρό, ἂς τὸ παραβλέψουν λίγο, γιὰ νὰ μὴν ἐρεθίσουν τὸ παιδὶ καὶ χειροτερέψουν τὴν κατάστασή του, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀπομακρυνθῆ ἀπὸ κοντά τους. Μόνο νὰ προσεύχωνται στὸν Χριστὸ καὶ στὴν Παναγία νὰ τὸ προστατεύη.  Ἡ προσευχὴ τῶν γονέων, ἰδίως τῆς μάνας, ἐπειδὴ εἶναι καρδιακὴ καὶ ἔχει πόνο, πολὺ εἰσακούεται. Ὅταν ἤμουν στὴν Σκήτη τῶν Ἰβήρων, ἦρθε  τυχαίως ἕνας νεαρὸς καὶ μὲ βρῆκε. Γύριζε στὴν Χαλκιδική, βρῆκε μιὰ παρέα μὲ προσκυνητὲς ποὺ ἔρχονταν στὸ Ἅγιον Ὄρος καὶ ἦρθε καὶ αὐτὸς μαζί τους στὸ Κελλί. Πὰ‐πά, ἦταν ἄθεος, βλάσφημος, ἀναιδέστατος! Εἶχε μιὰ δαιμονικὴ ἐξυπνάδα καὶ δὲν πίστευε τίποτε. Τοὺς ἔβριζε ὅλους, μικροὺς‐μεγάλους. Ἀπὸ ᾿δῶ‐ἀπὸ ᾿κεῖ τὸν ἔφερα, ἦρθε σὲ ἕναν λογαριασμό· τὸν κούρεψα κιόλας, γιατὶ εἶχε κάτι μακριὰ μαλλιά!… «Κοίταξε, τοῦ λέω, ἂς εἶναι καλὰ ἡ μάνα σου. Οἱ προσευχές της σὲ κουβάλησαν ἐδῶ». «Ναί, Πάτερ, μοῦ λέει. Γύριζα στὴν Χαλκιδικὴ καὶ οὔτε κι ἐγὼ δὲν κατάλαβα πῶς ἦρθα ἐδῶ». «Ἂν τὸ μάθη ἡ μάνα σου ποὺ ἦρθες στὸ Ἅγιον Ὄρος, τοῦ λέω, καὶ σὲ δῆ ἔτσι κουρεμένο, τί χαρὰ θὰ κάνη!». «Ποῦ τὸ κατάλαβες, Πάτερ; μοῦ λέει. Πράγματι, χαρὰ ποὺ θὰ κάνη ἡ μάνα μου νὰ μὲ δῆ ἔτσι ἀλλαγμένο!». Ὁ Θεὸς τὸν τύλιξε ἀπὸ ᾿δῶ, τὸν τύλιξε ἀπὸ ᾿κεῖ καὶ τὸν πῆγε στὸν …μάστορα! Πόση προσευχὴ θὰ ἔκανε ἡ καημένη ἡ μάνα του!
Τὸ μάλωμα καὶ ὁ ἔπαινος τοῦ παιδιοῦ
Οἱ γονεῖς πρέπει νὰ προσέχουν πολὺ νὰ μὴ μαλώνουν τὰ παιδιά τους τὸ βράδυ, γιατὶ τὸ βράδυ τὰ παιδιὰ δὲν ἔχουν μὲ τί νὰ διασκεδάσουν τὴν στενοχώρια τους καὶ ἡ μαυρίλα τῆς νύχτας τὴν μαυρίζει πιὸ πολύ. Ἀρχίζουν νὰ σκέφτωνται πῶς νὰ ἀντιδράσουν, ψάχνουν διάφορες λύσεις, μπαίνει στὴν μέση καὶ ὁ διάβολος, καὶ μπορεῖ νὰ φθάσουν στὴν ἀπελπισία. Τὴν ἡμέρα, καὶ νὰ ποῦν τὰ παιδιά: «θὰ κάνω αὐτὸ ἢ ἐκεῖνο», θὰ βγοῦν ἔξω, θὰ ξεχαστοῦν, ὁπότε διασκεδάζεται ἡ στενοχώρια.
– Γέροντα, τὸ ξύλο βοηθάει τὰ παιδιὰ νὰ διορθωθοῦν;
– Ὅσο γίνεται, οἱ γονεῖς νὰ τὸ ἀποφεύγουν. Νὰ προσπαθοῦν μὲ τὸ καλὸ καὶ μὲ ὑπομονὴ νὰ δώσουν στὸ παιδὶ νὰ καταλάβη ὅτι αὐτὸ ποὺ κάνει δὲν εἶναι σωστό.
Μόνον ὅταν εἶναι μικρὸ τὸ παιδὶ καὶ δὲν καταλαβαίνη ὅτι αὐτὸ ποὺ πάει νὰ κάνη εἶναι ἐπικίνδυνο, βοηθιέται, ἂν φάη κανένα σκαμπίλι, γιὰ νὰ προσέχη ἄλλη φορά. Ὁ φόβος, μήπως φάη πάλι σκαμπίλι, γίνεται φρένο καὶ τὸ προστατεύει. Ἐγώ, ὅταν ἤμουν μικρός, περισσότερο βοηθιόμουν ἀπὸ τὴν μητέρα μου παρὰ ἀπὸ τὸν πατέρα μου. Καὶ οἱ δύο μὲ ἀγαποῦσαν καὶ ἤθελαν τὸ καλό μου. Καθένας ὅμως μὲ βοηθοῦσε μὲ τὸν δικό του τρόπο. Ὁ πατέρας μου ἦταν αὐστηρός. Ὅταν κάναμε σὰν παιδιὰ καμμιὰ ἀταξία, μᾶς ἔδινε σκαμπίλια. Ἐγὼ πονοῦσα λίγο ἀπὸ τὸ ξύλο, μαζευόμουν, ὅταν ὅμως περνοῦσε ὁ πόνος, ξεχνοῦσα καὶ τὸν πόνο καὶ τὶς συμβουλές του. Ὄχι ὅτι δὲν μὲ ἀγαποῦσε ὁ πατέρας μου· ἀπὸ ἀγάπη μὲ ἔδερνε. Μιὰ φορά, θυμᾶμαι – τριῶν χρονῶν ἤμουν –, ποὺ μοῦ ἔδωσε ὁ πατέρας μου ἕνα σκαμπίλι, μὲ τίναξε πέρα! Τί εἶχε γίνει; Δίπλα ἀπὸ τὸ σπίτι μας ἦταν ἕνα σπίτι ἐγκαταλελειμμένο. Οἱ ἰδιοκτῆτες εἶχαν φύγει στὴν Ἀμερικὴ καὶ εἶχε ρημάξει. Στὴν αὐλὴ εἶχε μιὰ συκιὰ ποὺ τὰ κλαδιά της ἔβγαιναν στὸν δρόμο. Ἦταν καλοκαίρι καὶ ἦταν γεμάτη σῦκα. Ἐκεῖ ποὺ ἔπαιζα μὲ ἄλλα παιδιά, ἦρθε ἕνας γείτονας καὶ μὲ σήκωσε, γιὰ νὰ τοῦ κόψω μερικὰ σῦκα, γιατὶ δὲν ἔφθανε μόνος του νὰ κόψη. Τοῦ ἔκοψα πέντε‐ἕξι καὶ μοῦ ἔδωσε κι ἐμένα δύο.
Ὅταν τὸ ἔμαθε ὁ πατέρας μου, θύμωσε πάρα πολύ. Μοῦ ἔδωσε ἕνα σκαμπίλι!… Ἐγὼ ἔβαλα τὰ κλάματα. Ἡ μάνα μου ποὺ ἦταν μπροστά, γύρισε καὶ τοῦ εἶπε: «Τί τὸ χτυπᾶς τὸ παιδί; Τί ἤξερε αὐτό; μικρὸ παιδὶ εἶναι. Πῶς μπορεῖς νὰ τὸ ἀκοῦς νὰ κλαίη;». «Ἅμα ἔκλαιγε τότε ποὺ τὸ σήκωσε ὁ ἄλλος, γιὰ νὰ κόψη τὰ σῦκα, δὲν θὰ ἔκλαιγε τώρα, εἶπε ὁ πατέρας μου. Ἀλλά, φαίνεται, ἤθελε νὰ φάη καὶ αὐτὸ σῦκα. Ἂς κλαίη λοιπόν τώρα». Ποῦ νὰ τολμήσω νὰ τὸ ξανακάνω! Καὶ ἡ μητέρα μου ἔβλεπε τὶς ἀταξίες μου καὶ στενοχωριόταν, ἀλλὰ εἶχε μιὰ ἀρχοντιά. Ὅταν ἔκανα καμμιὰ ἀταξία, γύριζε τὸ κεφάλι της ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ καὶ ἔκανε πὼς δὲν μὲ βλέπει, γιὰ νὰ μὴ μὲ στενοχωρήση. Ἐμένα ὅμως αὐτὴ ἡ συμπεριφορά της μοῦ ράγιζε τὴν καρδιά. «Κοίταξε, ἔλεγα μέσα μου, ἐγὼ ἔκανα τέτοια ἀταξία καὶ ἡ μητέρα ὄχι μονάχα δὲν μὲ δέρνει, ἀλλὰ κάνει καὶ πὼς δὲν μὲ βλέπει! Ἄλλη φορὰ δὲν θὰ τὸ ξανακάνω! Πῶς νὰ τὴν ξαναστενοχωρήσω;». Μὲ αὐτὴν τὴν  συμπεριφορά της ἡ μητέρα μου μὲ βοηθοῦσε περισσότερο, παρὰ ἂν μοῦ ἔδινε σκαμπίλι. Κι ἐγὼ ὅμως δὲν τὸ ἐκμεταλλευόμουν, νὰ πῶ: «Ἔ, τώρα δὲν μὲ βλέπει, ἂς κάνω μεγαλύτερη ἀταξία». Ἐνῶ ὁ πατέρας μου, μόλις ἔκανα κάτι, τάκ, σκαμπίλι. Βλέπεις, καὶ οἱ δύο μὲ ἀγαποῦσαν, ἐκεῖνο ὅμως ποὺ μὲ
διόρθωνε περισσότερο ἦταν ἡ ἀρχοντικὴ συμπεριφορὰ τῆς μάνας μου.
– Γέροντα, μερικὰ παιδιὰ ὅμως εἶναι πολὺ ἄτακτα· φωνάζουν, τρέχουν, κάνουν ζημιές. Πῶς νὰ ἀποφύγουν οἱ γονεῖς τὸ ξύλο;
– Κοίταξε, δὲν φταῖνε τὰ παιδιά. Τὰ παιδιά, γιὰ νὰ μεγαλώσουν φυσιολογικά, θέλουν αὐλή, γιὰ νὰ μποροῦν νὰ παίξουν. Τώρα τὰ κακόμοιρα εἶναι κλεισμένα μέσα στὶς πολυκατοικίες καὶ ζορίζονται. Δὲν μποροῦν νὰ τρέξουν ἐλεύθερα, νὰ παίξουν, νὰ χαροῦν. Δὲν πρέπει νὰ στενοχωριοῦνται οἱ γονεῖς, ὅταν τὸ παιδάκι εἶναι ζωηρό. Ἕνα ζωηρὸ παιδὶ ἔχει δυνάμεις μέσα του καὶ μπορεῖ νὰ προκόψη πολὺ στὴν ζωή του, ἂν τὶς ἀξιοποιήση.
Τὸ ζόρισμα δὲν βοηθάει τὰ παιδιὰ
Μερικοὶ γονεῖς κάνουν μεγάλο στρύμωγμα στὰ παιδιά τους, καὶ μάλιστα μπροστὰ στοὺς ἄλλους! Λὲς καὶ ἔχουν ἕνα μουλάρι καὶ τὸ ὁδηγοῦν μὲ τὴν βέργα νὰ πάη ἴσα μπροστά· ἔχουν τὸ καπίστρι στὸ χέρι καὶ τοῦ λένε: «Νὰ περπατᾶς ἐλεύθερα!».
Ὕστερα φθάνουν καὶ αὐτὰ στὸ σημεῖο νὰ τοὺς δέρνουν. Σήμερα ἦρθε μιὰ μάνα μὲ τὸ παιδί της – ἕνα παλληκάρι μέχρι ἐκεῖ ἐπάνω –, ποὺ ἦταν ἄρρωστο. «Τί νὰ κάνω, Πάτερ; μοῦ λέει, τὸ παιδί μου δὲν τρώει καὶ δὲν θέλει οὔτε νὰ μᾶς δῆ». Τῆς εἶπα τί νὰ κάνη καὶ μὲ ξαναρωτάει: «Τώρα τί νὰ κάνω;».
– Μήπως, Γέροντα, δὲν κατάλαβε τί τῆς εἴπατε;
– Πῶς δὲν κατάλαβε! «Ἐγὼ οὔτε μιὰ ὥρα, τῆς εἶπα, δὲν μπορῶ νὰ καθήσω μαζί σου, πῶς νὰ μείνη τὸ παιδὶ μαζί σου; τὸ παλάβωσες!». «Ὄχι, μοῦ λέει, τὸ ἀγαπάω». «Τί τὸ ἀγαπᾶς, ἀφοῦ δὲν ἀναπαύεται κοντά σου· θέλει νὰ φύγη ἀπὸ τὸ σπίτι, γιατὶ θέλει νὰ βρίσκεται σὲ ἄλλο περιβάλλον. Ὅταν βρίσκεται μακριά σας, εἶναι μιὰ χαρά. Γιὰ νὰ μὴ σᾶς θέλη, φαίνεται φταῖτε κι ἐσεῖς. Νὰ μὴν τὸ ἐρεθίζετε· τὸ σακατεύεις τὸ παιδὶ ἔτσι ποὺ φέρεσαι. Μὲ τὸ καλὸ νὰ τοῦ φέρεσαι, μὲ ὑπομονή». Ἀφοῦ τῆς εἶπα ὅλα αὐτά, μὲ ξαναρωτάει: «Τί νὰ κάνω; Τὸ παιδὶ δὲν μᾶς θέλει». Πῶς νὰ συνεννοηθῆς ἔτσι; Νὰ εἶναι τὸ παιδὶ μιὰ χαρὰ καὶ νὰ τὸ βγάζουν χαζό. Αὐτὸ εἶναι βλάβη.Μὲ τὸ ζόρισμα οἱ γονεῖς δὲν βοηθοῦν τὰ παιδιά· τὰ πνίγουν. Συνέχεια «μὴ αὐτό, μὴ ἐκεῖνο, αὐτὸ κάν᾿ το ἔτσι…». Πρέπει νὰ τραβοῦν τὰ γκέμια τόσο ποὺ νὰ μὴ σπάζουν. Νὰ ἐλέγχουν μὲ τρόπο τὰ παιδιά, γιὰ νὰ τὰ φέρνουν σὲ ἕναν λογαριασμό, ἀλλὰ νὰ μὴ δημιουργοῦνται χάσματα μεταξύ τους. Νὰ κάνουν ὅ,τι κάνει ὁ καλὸς κηπουρός, ὅταν φυτεύη ἕνα δενδράκι: Τὸ δένει ἁπαλὰ μὲ ἕνα σχοινάκι σὲ ἕναν πάσσαλο, γιὰ νὰ μὴ στραβώση καὶ νὰ μὴν τραυματίζεται, ὅταν τὸ γέρνη ὁ ἀέρας λίγο δεξιὰ‐λίγο ἀριστερά. Τὸ φράζει κιόλας γύρω‐γύρω καὶ συγχρόνως τὸ ποτίζει, τὸ φροντίζει, μέχρι νὰ μεγαλώσουν τὰ κλωνάρια του, γιὰ νὰ μὴν τὸ φᾶνε τὰ κατσίκια. Γιατί, ἂν τὸ κουτσουρέψουν τὰ κατσίκια, πάει, καταστράφηκε. Ἕνα κουτσουρεμένο δένδρο οὔτε νὰ καρπίση μπορεῖ οὔτε σκιὰ νὰ κάνη. Ὅταν μεγαλώσουν τὰ κλωνάρια του, τότε ὁ κηπουρὸς βγάζει τὸν φράχτη, ὁπότε καὶ καρπίζει τὸ δένδρο καὶ στὴν σκιά του μποροῦν νὰ φιλοξενοῦνται καὶ κατσίκια καὶ πρόβατα καὶ ἄνθρωποι.
Οἱ γονεῖς ὅμως πολλὲς φορὲς ἀπὸ ὑπερβολικὸ ἐνδιαφέρον θέλουν νὰ δέσουν τὸ παιδὶ μὲ σύρμα, ἐνῶ πρέπει νὰ τὸ δένουν ἁπαλά, γιὰ νὰ μὴν τὸ πληγώνουν. Νὰ προσπαθοῦν νὰ βοηθοῦν τὰ παιδιὰ μὲ τὸν ἀρχοντικὸ τρόπο, ὁ ὁποῖος καλλιεργεῖ τὸ φιλότιμο στὶς ψυχές τους, ὥστε νὰ καταλάβουν τὸ καλὸ ὡς ἀνάγκη. Νὰ τοὺς ἐξηγοῦν τὸ καλό, ὅσο μποροῦν μὲ καλὸ τρόπο, μὲ ἀγάπη καὶ μὲ πόνο. Θυμᾶμαι μιὰ μητέρα πού, ὅταν ἔβλεπε τὰ παιδάκια νὰ κάνουν καμμιὰ ἀταξία, τὰ μάτια της βούρκωναν ἀπὸ πόνο καὶ ἔλεγε: «μή, χρυσό μου παιδί». Καὶ μὲ τὸ παράδειγμά της τοὺς μάθαινε νὰ ἀγωνίζωνται μὲ χαρά, γιὰ νὰ ἀποφεύγουν τοὺς πειρασμοὺς τῆς ζωῆς, νὰ μὴν ταράζωνται εὔκολα μπροστὰ σὲ μιὰ δυσκολία, ἀλλὰ νὰ τὴν ἀντιμετωπίζουν μὲ προσευχὴ καὶ μὲ ἐμπιστοσύνη στὸν Θεό.
Σήμερα μικροὶ‐μεγάλοι στὸν κόσμο ζοῦν σὰν σὲ τρελλοκομεῖο, γι᾿ αὐτὸ χρειάζεται πολλὴ ὑπομονὴ καὶ πολλὴ προσευχή. Ἕνα σωρὸ παιδιὰ παθαίνουν ἐγκεφαλικό. Εἶναι λίγο χαλασμένο τὸ ρολόι, τὸ κουρντίζουν καὶ οἱ γονεῖς λίγο παραπάνω καὶ σπάζει τὸ ἐλατήριό του. Χρειάζεται διάκριση. Ἄλλο παιδὶ θέλει περισσότερο κούρντισμα καὶ ἄλλο λιγώτερο. Τὰ καημένα τὰ παιδιὰ εἶναι ἐκτεθειμένα σὲ ὅλα τὰ ρεύματα. Ὅταν ἀκοῦν ἔξω στὶς διάφορες συντροφιὲς «μὴ σέβεστε γονεῖς, μὴ σέβεστε τίποτε», καὶ οἱ μητέρες πᾶνε νὰ τὰ σφίξουν, τότε ἀντιδροῦν χειρότερα. Γι᾿ αὐτὸ λέω στὶς μητέρες νὰ ζοριστοῦν στὴν προσευχή, καὶ ὄχι νὰ ζορίζουν τὰ παιδιά. Ἂν συνέχεια λένε «μή, μὴ» στὸ παιδί, ἀκόμη καὶ γιὰ μικροπράγματα, ἢ καμμιὰ φορὰ καὶ ἄδικα, τότε, ὅταν πρόκειται γιὰ κάτι σοβαρό, ὅταν πάη λ.χ. τὸ παιδάκι νὰ ρίξη βενζίνη στὴν φωτιά, δὲν ἀκούει καὶ τὸ κάνει, ὁπότε μπορεῖ νὰ πάθη μεγάλη ζημιά. Τὸ παιδὶ δὲν καταλαβαίνει ὅτι μέσα στὸ «μὴ» κρύβεται ἡ ἀγάπη. Ἀλλὰ καὶ ὅταν μεγαλώση λίγο, μπαίνει ὁ ἐγωισμὸς καὶ ἀντιδράει, ὅταν τοῦ κάνουν καμμιὰ παρατήρηση, γιατὶ λέει: «μικρὸς εἶμαι καὶ μοῦ φέρονται ἔτσι;». Οἱ γονεῖς πρέπει νὰ δώσουν στὸ παιδὶ νὰ καταλάβη ὅτι, ὅπως, ὅταν ἦταν μικρό, τὸ πρόσεχαν νὰ μὴν καῆ, ἔτσι καὶ τώρα ποὺ μεγάλωσε, ὑπάρχει ἄλλη φωτιά. Γι᾿ αὐτὸ πρέπει νὰ προσέχη, νὰ μὴ δίνη δικαιώματα στὸν πειρασμό, γιὰ νὰ διατηρήση τὴν Χάρη τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος.
Ἡ ἀδιάκριτη ὑπερβολικὴ ἀγάπη τῶν γονέων

– Γέροντα, μπορεῖ μιὰ μάνα ἀπὸ ἀδιάκριτη ἀγάπη νὰ βλάψη τὸ παιδί της;
– Καὶ βέβαια μπορεῖ. Ὅταν λ.χ. κάποια μάνα βλέπη τὸ παιδάκι νὰ
δυσκολεύεται νὰ περπατήση καὶ λέη: «κρίμα τὸ καημένο, δὲν μπορεῖ νὰ περπατήση», καὶ τὸ παίρνη συνέχεια ἀγκαλιά, ἀντὶ νὰ τὸ κρατήση λίγο ἀπὸ τὸ χεράκι, πῶς θὰ μάθη τὸ παιδὶ νὰ περπατάη μόνο του; Βέβαια ἀπὸ ἀγάπη κινεῖται, ἀλλὰ τοῦ κάνει ζημιὰ μὲ τὸ πολὺ ἐνδιαφέρον της. Γνώριζα ἕναν πατέρα ποὺ τὸ παιδί του εἶχε τελειώσει τὸ στρατιωτικὸ καὶ τὸ ἔπαιρνε ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸ πήγαινε στὸν κουρέα. «Ἔφερα τὸν γιό μου νὰ τὸν κουρέψης. Πόσα θέλεις καὶ πότε θὰ τελειώσης νὰ ἔρθω νὰ τὸν πάρω;». Τὸ εἶχε σακατέψει τὸ παιδί. Ἡ ἀγάπη χρειάζεται φρένο μὲ διάκριση. Ἡ πραγματικὴ ἀγάπη ἔχει ἀνιδιοτέλεια, δὲν ἔχει μέσα τὸν ἑαυτό μας, καὶ ἔχει σύνεση. Ἡ σύνεση εἶναι ἀπαραίτητη στὴν πολλὴ ἀγάπη τῆς γυναίκας, γιὰ νὰ μὴ χαραμίζεται ἡ ἀγάπη της.
Μιὰ φορὰ ἦρθε στὸ Καλύβι ἕνα παλληκάρι ποὺ ἦταν ἀγανακτισμένο μὲ τοὺς γονεῖς του. Οἱ καημένοι εἶχαν καλὴ διάθεση, ἀλλὰ δὲν ἤξεραν τὸν τρόπο νὰ τὸ βοηθήσουν. Μοῦ ἔλεγε λοιπὸν ὅτι οἱ γονεῖς του τὸ καταπιέζουν, ὅτι δὲν τὸ ἀγαποῦν κ.λπ. «Κοίταξε, τοῦ λέω, ὅταν ἤσουν μικρὸς καὶ σοῦ ἔβαζε ἡ μάνα σου ἕνα σωρὸ ροῦχα, γιατί τὸ ἔκανε; Γιὰ νὰ μὴν κρυώσης ἢ γιὰ νὰ σὲ σκάση; Αὐτὸ εἶχε πολλὴ ἀγάπη μέσα». Ὅταν τελικὰ κατάλαβε πόσο τὸ ἀγαποῦσαν οἱ γονεῖς του, ἔβαλε τὰ κλάματα. Εἶχε πολλὴ ἀγάπη ἡ μάνα του, ἄσχετα ἂν δὲν τὸν βοήθησε ἐκεῖνον, γιατὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ τοῦ φερόταν τοῦ προκαλοῦσε ἀντιδράσεις.Ἡ μάνα, ὅταν χρειάζεται, πρέπει νὰ φερθῆ αὐστηρὰ πρὸς τὸ παιδί. Δὲν τὸ βοηθάει, ὅταν εὔκολα παίρνη τὸ μέρος του, δῆθεν γιὰ νὰ μὴ στενοχωριέται. Στὰ Ἄδανα͵ μιὰ χήρα γυναίκα εἶχε ἕνα μονάκριβο παιδὶ – Γιάννη τὸ ἔλεγαν. Ὅταν μεγάλωσε λίγο, τὸ πῆγε σὲ ἕναν μάστορα νὰ μάθη τσαγκάρης. Κάθησε μιὰ ἑβδομάδα ὁ μικρὸς στὴν δουλειὰ καὶ μετὰ εἶπε στὴν μητέρα του: «Μάνα, δὲν χρειάζεται νὰ πάω ἄλλο στὴν δουλειά· ἔμαθα τὴν τέχνη». «Πότε τὴν ἔμαθες κιόλας;», τὸν ρωτάει ἐκείνη.
«Ἂν θέλης, νὰ σοῦ δείξω κι ἐσένα πῶς φτιάχνουν παπούτσια, τῆς λέει. Νά, ἔτσι κόβουν τὴν σόλα, ἔτσι βάζουν τὸ δέρμα, τὸ τακούνι, ἔτσι τὰ καρφώνουν…». Τὸ ἀφεντικό του ἦταν πολὺ καλὸ καὶ ἤθελε νὰ μάθη στὸν Γιάννη τὴν τέχνη, γιατὶ ἦταν ὀρφανός. Ὅταν εἶδε πὼς πέρασε μιὰ ἑβδομάδα καὶ ὁ Γιάννης δὲν φάνηκε, ἀνησύχησε μήπως ἀρρώστησε βαριὰ καὶ πῆγε στὴν μάνα του νὰ ρωτήση τί κάνει τὸ παιδί. «Τί ἔπαθε ὁ Γιάννης καὶ δὲν ξαναῆρθε στὴν δουλειά; ἄρρωστος εἶναι;», ρωτάει τὴν μάνα του. «Ὄχι, τοῦ ἀπαντᾶ ἐκείνη, καλὰ εἶναι». «Τότε γιατί δὲν ἦρθε στὴν δουλειά;». «Ἔ, τί νὰ κάνη νὰ ἔρθη; τοῦ λέει ἐκείνη· ὁ Γιάννης ἔμαθε πιὰ τὴν τέχνη». «Μὰ πῶς τὴν ἔμαθε μέσα σὲ τόσο λίγες μέρες;», τὴν ρωτάει τὸ ἀφεντικό. «Νά, τοῦ λέει ἡ μάνα, παίρνει τὸ δέρμα, τὸ βάζει σὲ ἕνα καλούπι, τὸ καρφώνει, βάζει καὶ τὸ τακούνι καὶ μετὰ τὸ βγάζει, καὶ αὐτὸ εἶναι!». Γέλασε τὸ ἀφεντικό, τὴν χαιρέτησε καὶ ἔφυγε. Ὅταν γύρισε στὸ μαγαζί, τὸν ρώτησαν τὰ ἄλλα μαστορόπουλα: «Μάστορα, τί κάνει ὁ Γιάννης;». «Μιὰ χαρὰ εἶναι, τοὺς εἶπε ἐκεῖνος. Δὲν ἔμαθε μόνον ὁ Γιάννης τσαγκάρης, ἀλλὰ ἔμαθε καὶ ἡ μάνα του!»…Αὐτὴν τὴν συμπεριφορὰ τὴν βλέπω σὲ πολλοὺς γονεῖς. Νομίζουν ὅτι ἀγαποῦν τὰ παιδιά τους, ἀλλὰ μὲ τὸν τρόπο ποὺ φέρονται τὰ καταστρέφουν. Ὅταν μιὰ μάνα, ἂς ὑποθέσουμε, ἀπὸ τὴν ὑπερβολικὴ ἀγάπη της, φιλάη τὸ παιδὶ καὶ λέη «δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο τέτοιο παιδὶ σὰν τὸ δικό μου», τότε τοῦ καλλιεργεῖ τὴν ὑπερηφάνεια καὶ τὴν ἀρρωστημένη αὐτοπεποίθηση. Ὕστερα τὸ παιδὶ δὲν ὑπακούει στοὺς γονεῖς, ἐπειδὴ πιστεύει ὅτι τὰ ξέρει ὅλα.Οἱ γονεῖς πρέπει νὰ βοηθοῦν ἀπὸ τὴν μικρὴ ἡλικία τὰ παιδιὰ νὰ μάθουν νὰ ἀναλαμβάνουν τὴν εὐθύνη τοῦ ἑαυτοῦ τους. Νὰ κάνουν μέσα στὴν οἰκογένεια κάποια δουλειὰ ποὺ μποροῦν· νὰ μὴν τὰ θέλουν ὅλα ἕτοιμα. Διαφορετικά, θὰ δυσκολευτοῦν, ὅταν μεγαλώσουν. Ἕνας μάστορας δούλεψε σκληρὰ καὶ μεγάλωσε τὰ παιδιά του. Ἐκεῖνα ὅλη τὴν ἡμέρα γύριζαν στὸ μεσοχώρι. Παντρεύτηκαν καὶ τὰ περίμεναν ὅλα ἀπὸ τὸν πατέρα τους. Ὅταν ὁ πατέρας τοὺς εἶπε πὼς εἶναι καιρὸς καὶ αὐτὰ νὰ κοιτάξουν μόνα τους τὰ σπίτια τους, τοῦ εἶπαν: «Καλά, πατέρα, ἐσὺ δὲν μᾶς ἄφησες, ὅταν ἤμασταν μικρά, τώρα ποὺ μεγαλώσαμε καὶ ἔχουμε ὑποχρεώσεις θὰ μᾶς ἀφήσης;»!

0