Κατηγορία:ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

2020 22 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ – 31Η ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΟΜΙΛΙΑ “ΧΡΗΣΤΟΗΘΕΙΑ (ΜΕΡΟΣ Β΄) – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ”

Στον Ιερό μας Ναό του Μεγαλομάρτυρος Αγίου Γεωργίου Λαρίσης πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2020, η Εσπερινή Ομιλία του Β΄ Κύκλου Ομιλιών του πνευματικού μας π.Νικηφόρου Κοντογιάννη με τίτλο “ΧΡΗΣΤΟΗΘΕΙΑ (Μέρος Β΄) – ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ”, με αφορμή το βιβλίο του Αγίου Παΐσίου του Αγιορείτου “Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο”, όπου εξάγονται διάφορα συμπεράσματα πνευματικής ζωής, συνύπαρξης, συνεργασίας και γενικά της προσέγγισης του Θεού με σκοπό την σωτηρία, τον αγιασμό, την μίμηση του Ι.Χριστού και τέλος την θέωση του ανθρώπου δια του ενανθρωπίσαντος ΙΣ ΧΡ. Οι ομιλίες πραγματοποιούνται κάθε Πέμπτη στις 7:00μ.μ. αμέσως μετά την Ακολουθία του Ι.Εσπερινού και της Ι.Παρακλήσεως οι οποίες τελούνται στις 6:00μ.μ., ενώ μεταδίδονται και σε ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας: www.galilea.gr/ζωντανα-2/.

Η παράκληση τελέστηκε προς τιμήν του Μεγαλομάρτυρος Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου και κατά τη διάρκεια της εκτέθηκαν προς προσκύνηση και ευλογία των πιστών τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Λουκά του Ιατρού και του Αγίου Νεκταρίου επ. Πενταπόλεως καθώς επίσης και δύο εργόχειρα του Οσ.Παϊσίου του Αγιορείτου με Τίμιο Ξύλο.

ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ ῏Ηχος δ´.
Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής, καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.

Ακούστε Νο 01 ΕΔΩ:

ΘΕΜΑ 31ης ΟΜΙΛΙΑΣ:

“Να γίνουμε σκληραγωγημένοι άνθρωποι

Αποσπάσματα από το βιβλίο του Αγ. Παϊσίου Αγιορείτου:
ΛΟΓΟΙ Α’ «Με Πόνο και Αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο», Μέρος 3, κεφ.3

Έλειψε το πνεύμα της θυσίας
Οι περισσότεροι άνθρωποι σήμερα δεν γεύτηκαν την χαρά της θυσίας και δεν αγαπούν τον κόπο. Μπήκε η τεμπελιά, το βόλεμα, η πολλή άνεση. Έλειψε το φιλότιμο, η θυσία. Θεωρούν κατόρθωμα, όταν καταφέρνουν χωρίς κόπο να πετύχουν κάτι, όταν βολεύoνται. Δεν χαίρονται, όταν δεν βολεύoνται. Ενώ, αν αντιμετώπιζαν τα πράγματα πνευματικά, θα έπρεπε τότε να χαίρονται, γιατί τους δίνεται ευκαιρία για αγώνα.
Όλοι τώρα, μικροί‐μεγάλοι, κοιτάζουν την ευκολία. Οι πνευματικοί άνθρωποι κοιτάζουν πώς να αγιάσουν με λιγότερο κόπο. Οι κοσμικοί πώς να βγάλουν περισσότερα χρήματα, χωρίς να δουλεύουν. Οι νέοι πώς να περνούν στις εξετάσεις, χωρίς να διαβάζουν, πώς να πάρουν πτυχίο, χωρίς να φεύγουν από την καφετέρια. Και αν είναι δυνατόν, να τηλεφωνούν από την καφετέρια, για να τους δώσουν τα αποτελέσματα! Ναί, εκεί φθάνουν! Έρχονται πολλά παιδιά στο Καλύβι και μου λένε: «Κάνε προσευχή να περάσω». Δεν διαβάζουν και λένε: «Ο Θεός μπορεί να με βοηθήσει». «Διάβασε, του λέω, και Κάνε και προσευχή». «Γιατί, μου λέει, δεν μπορεί ο Θεός να με βοηθήσει;». Δηλαδή την τεμπελιά του να ευλογήσει ο Θεός; Δεν γίνεται αυτό. Αν το παιδί διαβάζει, αλλά δεν πιάνει, τότε θα το βοηθήσει ο Θεός. Είναι μερικά παιδιά που δεν θυμούνται ή δεν καταλαβαίνουν, αλλά καταβάλλουν προσπάθεια. Αυτά θα τα βοηθήσειο Θεός να γίνουν τετραπέρατα.
Ευτυχώς που υπάρχουν και οι εξαιρέσεις, ένα παλληκάρι από την Χαλκιδική έδωσε εξετάσεις σε τρεις σχολές και πέρασε σε όλες125, σε άλλη πρώτος, σε άλλη δεύτερος, αλλά τον ανέπαυε πιο πολύ να βρεί μία δουλειά, για να ξελαφρώσει τον πατέρα του που δούλευε στα μεταλλεία. Έτσι δεν πήγε να σπουδάσει και έπιασε αμέσως κάπου δουλειά. Αυτή η ψυχή είναι φάρμακο για μένα. Για τέτοια παιδιά να πεθάνω, να γίνω φυτόχωμα. Οι περισσότεροι όμως νέοι έχουν επηρεασθεί από το κοσμικό πνεύμα και έχουν πάθει ζημιά. Έμαθαν να τους ενδιαφέρει μόνον ο εαυτός τους, δεν σκέφτονται καθόλου τον πλησίον αλλά μόνον τον εαυτό τους. Και όσο τους βοηθάς, τόσο πιο πολύ χουζούρι κάνουν.
Βλέπω κάτι νερόβραστα παιδιά σήμερα. Να κρίνουν το ένα, να βαριούνται το άλλο, ενώ η καρδιά ούτε κουράζεται ούτε γερνάει ποτέ. Να γίνουν καλόγεροι, βαριούνται. Να παντρευτούν, φοβούνται. Κοτζάμ παλληκάρια έρχονται, ξαναέρχονται στο Άγιον Όρος… «Άχ, και καλόγερος δύσκολα είναι, λένε. Κάθε μέρα να πρέπει να σηκώνεσαι μεσάνυχτα! Δεν είναι μία και δυο μέρες!…». Γυρίζουν στον κόσμο. «Τί να κάνω σ΄ αυτήν την κοινωνία, με τί άνθρωπο θα μπλέξω, αν παντρευτώ; Φασαρία είναι», λένε, και έρχονται πάλι στο Όρος. Κάθονται λίγο, «δύσκολα…»σού λένε.
Οι νέοι σήμερα μοιάζουν με καινούργιες μηχανές που τα λάδια τους είναι παγωμένα. Πρέπει να ζεσταθούν τα λάδια, για να πάρουν μπρός οι μηχανές, αλλιώς δεν γίνεται. Έρχονται στο Καλύβι ταλαίπωρα παιδιά –δέν είναι ένα και δυο – και με ρωτούν: «Τί να κάνω, Πάτερ; Πώς να περάσω την ώρα μου; Με πιάνει πλήξη». «Να βρείς μία δουλειά, βρέ παιδί». «Έχω λεφτά, μου λέει. Τί να την κάνω την δουλειά;». «Μά ο Απόστολος Παύλος λέει: «εί τις ου θέλει εργάζεσθαι μηδέ εσθιέτω»126. Πρέπει να δουλέψεις, για να φάς, και ας έχεις χρήματα. Η δουλειά βοηθάει τον άνθρωπο να ξεπαγώσουν τα λάδια της μηχανής του. Είναι δημιουργία. Δίνει χαρά και παίρνει το άγχος, την πλήξη. Έτσι, βρέ παλληκάρι, να βρείς μία δουλειά που να σού αρέσει έστω και λίγο, και να ξεκινήσεις. Για δοκίμασε, να δείς!».
Και βλέπεις, μερικά παιδιά κουράζονται, και ξεκουράζονται με την κούραση. Έρχονται νέα παιδιά στο Καλύβι και κάθονται, και κουράζονται που κάθονται. Αλλά με πολύ φιλότιμο με ρωτούν συνέχεια: «Τί να σού κάνουμε; Τί να σού φέρουμε;». Δεν ζητώ ποτέ τίποτε. Το βράδυ με τον φακό κάνω τις δουλειές, να κουβαλήσω ξύλα, να ανάψω δυο σόμπες τον χειμώνα, να συμμαζέψω. Πολλοί από τους επισκέπτες τα αφήνουν όλα άνω‐κάτω, λάσπες, κάλτσες βρεγμένες. Τους δίνω λεπτές κάλτσες που μου στέλνουν, πετούν τις άλλες. Τους δίνω χαρτοπετσέτες να τις τυλίξουν, δεν τις συμμαζεύουν. Τρείς φορές στην ζωή μου ζήτησα κάτι. Σε ένα παλληκάρι είπα μία φορά: «Θέλω δυο κουτιά σπίρτα από τις Καρυές» – αν και είχα τέσσερις αναπτήρες, αλλά το έκανα για να του δώσω χαρά. Έτρεξε χαρούμενος, λαχάνιασε να τα φέρει, αλλά τον ξεκούρασε η κούραση, γιατί γεύτηκε την χαρά της θυσίας. Και άλλος καθόταν και κουράσθηκε που καθόταν. Ζητούν να νιώσουν την χαρά, αλλά πρέπει να θυσιασθεί ο άνθρωπος, για να έρθει η χαρά. Η χαρά από την θυσία γεννιέται. Η πραγματική χαρά βγαίνει από το φιλότιμο. Έτσι και καλλιεργηθεί το φιλότιμο, είναι πανηγύρι. Το βάσανο του ανθρώπου είναι ο εγωισμός, η φιλαυτία. Εκεί είναι που σκαλώνει κανείς.
Είχαν έρθει δύο νέοι αξιωματικοί στο Άγιον Όρος και μου είπαν: «Θέλουμε να γίνουμε μοναχοί». «Γιατί, λέω, θέλετε να γίνεται μοναχοί; Από πότε σάς απασχόλησε αυτό;». «Τώρα, μου λένε, κάναμε μία επίσκεψη στο Άγιον Όρος και σκεφτόμαστε να μείνουμε, μήπως γίνει και κανένας πόλεμος». «Βρέ, δεν ντρέπεστε, τους λέω. «Μήπως γίνει και κανένας πόλεμος»! Και πώς θα φύγετε από τον στρατό;». «Θα βρούμε μία αιτία», μου λένε. Τί θα βρούν; Ή θα κάνουν ότι είναι τρελλοί ή…, κάτι πάντως θα βρούν. «Αν ξεκινάτε να γίνετε μοναχοί με αυτό το σκεπτικό, είστε αποτυχημένοι εξ αρχής», τους λέω. Άλλοι πάλι, ενώ είναι έτοιμοι από καιρό να παντρευτούν, να δημιουργήσουν οικογένεια, έρχονται και μου λένε: «Τί να παντρευτώ; Είναι να κάνης οικογένεια και παιδιά σ΄ αυτούς τους δύσκολους καιρούς;». «Καλά, λέω, όταν γίνονταν διωγμοί, η ζωή είχε σταματήσει; Ούτε δούλευαν ούτε παντρεύονταν; Μήπως εσύ βαριέσαι;». «Θέλω να γίνω καλόγερος», λέει. «Εσύ βαριέσαι! Τί προκομμένος καλόγερος θα γίνεις;». Καταλάβατε; Αν μία ξεκινάη να γίνη καλόγρια, επειδή σκέφτεται: «Τί να μείνω στον κόσμο, να κάνω οικογένεια, νά ‘χω παιδιά, ζαλούρα, φασαρία; Θα πάω σε Μοναστήρι, θα κάνω εκεί μία υπακοή, ευθύνη δεν θα’ χω, και αν μου πούν καμμιά κουβέντα, θα σκύβω το κεφάλι. Που να φτιάξω σπίτι; Εκεί θα έχω κελλί δικό μου, φαγητό κ.λπ.», να το ξέρει, είναι εξ αρχής αποτυχημένη. Σάς φαίνεται παράξενο; Υπάρχουν και τέτοιοι άνθρωποι. Να ξέρετε, ένας προκομμένος οικογενειάρχης και στην καλογερική θα έκανε προκοπή, και ένας προκομμένος μοναχός, αν έκανε οικογένεια, θα έκανε προκοπή.
Κάποιος είχε καθίσει δόκιμος σ΄ ένα Μοναστήρι και δεν ήθελε να γίνει καλόγερος. «Γιατί, παιδί μου, μένεις έτσι;», τον ρωτάω. «Γιατί ο καλογερικός σκούφος μου θυμίζει το κράνος», μου λέει. Ακούς κουβέντα; Δεν ήθελε να γίνει καλόγερος, για να μη φορέσει την καλογερική σκούφια. Του θύμιζε το κράνος! Και πότε φόρεσε το κράνος; Ζήτημα να το φόρεσε μερικές φορές μόνο σε καμμιά άσκηση. Που να πήγαινε και σε πόλεμο! Του θύμιζε το κράνος! Ακούς; Μά τί θέλει στην καλογερική αυτός; Όταν ξεκινάει κανείς έτσι, τί καλόγερος θα γίνη; Μπορείς να μου πής; Τελικά έγινε ο ταλαίπωρος κάπου μοναχός και δεν φορούσε χονδρή σκούφια.
Μία φορά ήρθαν δυο νεαροί στο Καλύβι με κάτι μαλλιά μέχρι κάτω. Πήγα να τους κουρέψω, αντέδρασαν, βιαζόμουν και εγώ, και μόνον τους κέρασα. Είχα και ένα γατί εκεί πέρα. «Να το πάρω;», λέει ο ένας. «Πάρ΄ το», του λέω. Πήγαν από εκεί στην Ιβήρων, μία ώρα δρόμο, με το γατί ο ένας στην αγκαλιά – και να βρέχει. Ζήτησε εκεί να μείνει στο Αρχονταρίκι με το γατί. «Δεν γίνεται», του είπαν και έμεινε έξω στην βροχή όλη νύχτα. Αν του έλεγες να φυλάξει μία ώρα σκοπιά, θα σού έλεγε: «Όχι, δεν μπορώ», αλλά να καθήση μία νύχτα έξω με το γατί, μπορεί.
Ένας άλλος πήγε στρατιώτης και έφυγε. Ήρθε μετά στο Καλύβι και μου λέει: «Θέλω να γίνω μοναχός». «Να πάς να υπηρετήσεις την θητεία σου!». τού λέω. «Στον στρατό δεν είναι όπως στο σπίτι μου», μου λέει. «Καλά που μου τό πες, παλληκάρι, δεν τό ξερα, για να το λέω και στους άλλους!». Εν τω μεταξύ να τον ψάχνουν οι δικοί του. Μετά από λίγες μέρες ξαναπέρασε πρωί‐πρωί. Ήταν Κυριακή του Θωμά. «Σε θέλω», μου λέει. «Τί θέλεις; του λέω. Που εκκλησιάστηκες;». «Πουθενά», μου λέει. «Σήμερα, Κυριακή του Θωμά, στα Μοναστήρια κάνουν Αγρυπνία και εσύ δεν πήγες; Και θέλεις να γίνης καλόγερος; Που ήσουν;». «Κάθησα στο ξενοδοχείο. Ήταν ήσυχα, στα Μοναστήρια έχει θόρυβο!». «Και τώρα τί θα κάνης;». «Σκέφτομαι να πάω στο Σινά, γιατί θέλω σκληρή ζωή». «Κάνε λίγη υπομονή», του λέω. Πάω μέσα, παίρνω ένα τσουρέκι που μου είχαν φέρει και του το δίνω. «Πάρε αυτό το μαλακό τσουρέκι, του λέω, για να κάνης σκληρή ζωή, και φύγε!». Αυτοί είναι οι νέοι σήμερα. Δεν ξέρουν τί ζητούν. Στρίμωγμα δεν σηκώνουν καθόλου. Που να θυσιασθούν μετά;
Θυμάμαι στον στρατό πόσες φορές παρουσιαζόταν μία ανάγκη και άκουγες: «Κύριε Διοικητά, να πάω εγώ αντί γι’ αυτόν, αυτός είναι παντρεμένος, έχει παιδιά, να μη μείνουν τα παιδιά του στον δρόμο». Να παρακαλούν τον Διοικητή να πάνε αυτοί στην θέση του, στην πρώτη γραμμή! Χαίρονταν να σκοτωθούν αυτοί και να μη σκοτωθεί ο άλλος και αφήσει τα παιδιά του στον δρόμο! Που τώρα να κάνη κανείς τέτοια θυσία! Σπάνιο πράγμα! Μία φορά είχαμε μείνει από νερό σε μία τοποθεσία. Είδε ο Διοικητής στον χάρτη ότι στο τάδε σημείο υπήρχε νερό. Εκεί όμως ήταν οι αντάρτες. Μας λέει: «Εδώ κοντά έχει νερό, αλλά είναι πολύ επικίνδυνα. Ποιός θα πάει να γεμίσει μερικά παγούρια; ούτε φως δεν θα ανάψει». Πετάγεται ο ένας: «Θα πάω εγώ, κύριε Διοικητά», ο άλλος «εγώ», ο άλλος «εγώ»! Όλοι δηλαδή ζητούσαν να πάνε! Και την νύχτα, χωρίς φώς, είναι ο τρόμος πολύς. «Δεν μπορείτε να πάτε και όλοι!». λέει ο Διοικητής. Θέλω να πώ, κανείς δεν σκέφθηκε τον εαυτό του. Δεν τραβιόταν ο ένας να πεί: «Κύριε Διοικητά, μου πονάει το πόδι», ο άλλος «μού πονάει το κεφάλι» ή «είμαι κουρασμένος». Όλοι θέλαμε να πάμε, και ας κινδύνευε η ζωή μας.
Σήμερα υπάρχει ένα πνεύμα χλιαρό, καθόλου ανδρισμός, καθόλου θυσία. Όλα τα μετέτρεψαν με την σημερινή βλαμμένη λογική. Και βλέπεις, ενώ παλιά πήγαιναν εθελοντές στον στρατό, τώρα παίρνουν τρελλάδικο χαρτί, για να μην υπηρετήσουν. Κοιτάζουν τί να κάνουν, για να μην πάνε στρατιώτες. Που πρώτα; Είχαμε έναν λοχαγό, είκοσι τριών ετών ήταν, αλλά ήταν παλληκάρι! Μία φορά τον πήρε τηλέφωνο ο πατέρας του, που ήταν απόστρατος αξιωματικός, και του είπε ότι σκέφτεται να φροντίσει να φύγει από την πρώτη γραμμή και να πάει στα μετόπισθεν. Έβαλε τις φωνές ο λοχαγός. «Ντροπή σου, πατέρα, να λές εσύ τέτοια πράγματα! Οι κηφήνες κάθονται». Είχε ειλικρίνεια, τιμιότητα, παλληκαριά πολλή, που ξεπερνούσε τα όρια, έτρεχε μπροστά. Η χλαίνη του ήταν κόσκινο από τις σφαίρες, και δεν είχε σκοτωθεί. Όταν απολύθηκε, πήρε την χλαίνη μαζί του, να την έχει για ενθύμιο.

0