

45. ΕΝΑ ΜΕΓΑΛΟ ΖΙΖΑΝΙΟ
Ἀγαπητὲ ἐν Χριστῷ ἀδελφέ, χαῖρε «καὶ ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ ἄς βασιλεύει στὴν καρδιά σου» (Κολ.3.15).
Ξεκινώντας κανεὶς νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ τὴν καλλιέργεια ἑνὸς μικροῦ λαχανόκηπου, πέρα ἀπὸ τὴ θέληση καὶ τὴ διάθεση, τὴν ἀγάπη καὶ τὸ μεράκι γιὰ ἐργασία, θὰ πρέπει νὰ καταβάλει καὶ ἀρκετὴ προσπάθεια. Ἀρχικὰ θὰ πρέπει νὰ κοπιάσει γιὰ νὰ προετοιμάσει κατάλληλα τὸ ἔδαφος, νὰ φυτέψει μὲ 
Κάτι ἀνάλογο, ὅμως, συμβαίνει καὶ μὲ τὸ πνευματικό μας περιβόλι. Τὸν ἐσωτερικὸ χῶρο τῆς ψυχῆς μας, στὸν ὁποῖο ὁ καθένας ἀπὸ ἐμᾶς ἐργάζεται τὰ χαρίσματα ποὺ ὁ καλὸς Θεὸς μᾶς προσέφερε. Ἐκεῖ ὅπου μὲ πολὺ κόπο καλλιεργοῦμε τὶς ἀρετὲς καὶ προσπαθοῦμε νὰ τὶς προφυλάξουμε ἀπὸ τὰ βλαβερὰ ζιζάνια, εὐχόμενοι μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Κυρίου νὰ ἀπολαύσουμε τοὺς γλυκοὺς καρποὺς τοῦ Παραδείσου. Ὑπάρχει, ὅμως, ἕνα ζιζάνιο ποὺ ὁ διάβολος σπέρνει ἀνάμεσα στὰ πνευματικά μας φυτὰ, τό ὁποῖο, ἂν δὲν τὸ ἀντιμετωπίσουμε ἔγκαιρα καὶ ἀποτελεσματικά, προσβάλλει καὶ καταστρέφει ὁλόκληρο τὸ περιβόλι τῆς ψυχῆς μας καὶ τὸ ζιζάνιο αὐτὸ ὀνομάζεται ζήλια. Ἕνα φοβερὸ πάθος ποὺ γεννιέται καὶ πλημμυρίζει τὴν ψυχή μας, φουντώνει τοὺς κακοὺς λογισμούς, θολώνει τὴν πραγματικότητα, διαστρέφει τὴν ἀλήθεια καὶ μᾶς κάνει νὰ χάνουμε τὴν ἐσωτερική μας εἰρήνη καὶ γαλήνη. Ἄλλοτε ξυπνάει τὴν ἀνησυχία καὶ τὴν ταραχὴ καὶ ἄλλοτε μᾶς ρίχνει στὸν λήθαργο τῆς κατάθλιψης καὶ τῆς ἀπογοήτευσης. Ἀντὶ νὰ ἐργαζόμαστε τὴν πρόοδο τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀσχολούμαστε μὲ ὅλους τοὺς ἄλλους, ἐπιζητώντας ἀκόμα καὶ ἄσχημα πράγματα γιὰ ἐκείνους, παρασυρόμενοι ἀπὸ τὸν φθόνο ποὺ γεννάει ἡ ζήλια. Σὲ κάθε περίπτωση ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι εὐχαριστημένος μὲ ὅ,τι ἔχει καὶ νιώθει διαρκῶς ἀνικανοποίητος, ἀγνοώντας τὸν λόγο τοῦ Κυρίου: «μὴ γινώμεθα κενόδοξοι, ἀλλήλους προκαλούμενοι, ἀλλήλοις φθονοῦντες» (Γαλατ. 5,26).
Ἀπέναντι σὲ αὐτὸ τὸ μεγάλο ζιζάνιο ὁ Κύριός μας προσφέρει τὸ κατάλληλο ἀντίδοτο. ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ. Καθότι ὅπου ὑπάρχει ἀγάπη δὲν ἔχει θέση ἡ ζήλια: «Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ,…» (Α΄Κορ. 13,4), προτρέποντάς μας νὰ ἀγαπᾶμε ὁ ἕνας τὸν ἄλλον: «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους, καθὼς ἠγάπησα ὑμᾶς ἵνα καὶ ὑμεῖς ἀγαπᾶτε ἀλλήλους» (Ιωαν. 13,34). Γιατί πῶς εἶναι δυνατόν, ὅταν νοιαζόμαστε καὶ ἀγαπᾶμε τὸν πλησίον μας, ταυτόχρονα νὰ νιώθουμε φθόνο, ἀποστροφὴ καὶ κακία; Νὰ χαιρόμαστε μὲ τὴ δυστυχία καὶ νὰ λυπούμαστε μὲ τὴν εὐτυχία του; Ἐμεῖς, ὅμως, ὡς εἰκόνες Χριστοῦ θὰ πρέπει νὰ ἀκολουθοῦμε εὐλαβικὰ τὸ παράδειγμά Του.
Ἀκολουθώντας Ἐκεῖνον ποὺ εἶναι ἡ «Ἄκρα Ταπείνωσις» νὰ προσπαθοῦμε νὰ ἐργαζόμαστε στὸν ἀμπελῶνα Του ἁπλὰ καὶ ταπεινά. Ἔχοντας γνώση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ τῶν δυνατοτήτων μας, ἂς στρέψουμε τοὺς ὀφθαλμούς μας στὸν ἐσωτερικό μας κόσμο, ὅπως καὶ ἀπ.Παῦλος τονίζει: «μηδὲν κατὰ ἐριθείαν ἢ κενοδοξίαν, ἀλλὰ τῇ ταπεινοφροσύνῃ ἀλλήλους ἡγούμενοι ὑπερέχοντας ἑαυτῶν» (Φιλιπ. 2,3)
Ἂς πάψουμε, λοιπὸν, νὰ ἀσχολούμαστε μὲ τὸ τί κάνει ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος καὶ ἂς σηκώσουμε ἀγόγγυστα τὸ δικό μας φορτίο. Ἀδιαμαρτύρητα ἂς ἀποδεχτοῦμε τὴν ἐλαχιστότητά μας, παραδεχόμενοι πὼς ἀκόμα καὶ ἂν ὅλα τὰ διατεταγμένα ἐπιτελέσουμε «λέγετε ὅτι δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν, ὅτι ὃ ὠφείλομεν ποιῆσαι πεποιήκαμεν» (Λουκ. 17,10).
Μὲ πατρικὴ ἀγάπη, «οἱ ἀγρυπνοῦντες ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες» (Ἑβρ.13.17).

