Κατηγορία:ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

ΣΤΑΓΟΝΕΣ ΑΓΑΠΗΣ Νο 3 – “ΕΥΧΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ”

ΓΙΑ ΣΕΛΙΔΑ ΓΑΛΙΛΑΙΑ

powered by Advanced iFrame

03. ΕΥΧΗ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ

Ἀγαπητοὶ ἐν Χριστῷ ἀδελφοὶ, χαίρετε «καὶ τὴν χαρὰν ἡμῶν οὐδεὶς αἴρει ἀφ’ ὑμῶν.» (Ἰω.16.22).
Ευρισκόμενοι στο κατώφλι της νέας χρονιάς, πλήθος ευχών ανταλλάσουμε αλλήλοις. Ευχόμαστε ευλογία, ευτυχία, χαρά και υγεία. Οι ευχές πολλές, αλλά η προσμονή κατά βάθος μία. Να επιστρέψουμε στην προηγούμενη ζωή μας. Στις ελευθερίες που στερηθήκαμε, στις δραστηριότητες που αφήσαμε, στις δουλειές που χάσαμε. Δυστυχώς, όμως, κάθε χρόνο που περνάει, φαίνεται να απομακρυνόμαστε όλο και περισσότερο από το θέλημα του Θεού και η αποστασία να κυριαρχεί πλέον στη ζωή μας. «παιδεύσει σε ἡ ἀποστασία σου, καὶ ἡ κακία σου ἐλέγξει σε·» (Ιερ. 2,19).
Για πολλούς η πορεία μας είναι ένας διαρκής κατήφορος, γεμάτος με ευκολίες και ανέσεις. Βαλτώσαμε στον βούρκο της καλοπέρασης και είμαστε αδύναμοι να ξεκολλήσουμε πλέον. Οι ηδονές και οι απολαύσεις γέμισαν και ξεχειλίζουν πλέον το ποτήρι της ζωής μας. Η αγάπη πάγωσε στις καρδιές μας και η μοναδική μας έννοια είναι η ικανοποίηση του εαυτού μας. «Να είμαστε καλά και να περνάμε καλά» ευχόμαστε και συνεχίζουμε σαν τον άφρονα πλούσιο, «ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου» (Λουκ. 12,19), αλλά κατά βάθος παραμένουμε ανικανοποίητοι, χωρίς την πραγματική χαρά και ευτυχία. Φωνάζει ο Κύριος: «ἱνατί τιμᾶσθε ἀργυρίου ἐν οὐκ ἄρτοις καὶ τὸν μόχθον ὑμῶν οὐκ εἰς πλησμονήν;» (Ησαΐας 55,2), αλλά ο λόγος Του δεν μας ταρακουνά. Ούτε καν μας αγγίζει. Ζώντας ο καθένας στον δικό του πνευματικό λήθαργο προτάσσουμε την ικανοποίηση του «εγώ» μας ως το ύψιστο ιδανικό, για το οποίο αξίζει να αγωνιστούμε σ’ αυτή την ζωή και παλεύουμε με θεμιτά και αθέμιτα μέσα για την κατάκτησή του.
Για άλλους η πορεία μας είναι μια διαρκής εξέλιξη. Μια άνοδος του ανθρώπου μέσα από μια τεχνολογική πρόοδο, που μας δίνει τη δυνατότητα να αποκτήσουμε νέες προοπτικές. Με αρωγό τον πολιτισμό, διαρκώς κάνουμε τη ζωή μας πιο άνετη, πιο εύκολη και εκπληκτικά πιο γρήγορη. Τα πάντα πλέον υποτάσσονται στην κυριαρχία του ανθρώπου. Και ενώ ο καλός Θεός μας έδωσε τον κόσμο αυτό για να εργαζόμαστε: «Καὶ ἔλαβε Κύριος ὁ Θεὸς τὸν ἄνθρωπον, ὃν ἔπλασε, καὶ ἔθετο αὐτὸν ἐν τῷ παραδείσῳ τῆς τρυφῆς, ἐργάζεσθαι…………», μας έδωσε και εντολή να τον φυλάττουμε: «………… αὐτὸν καὶ φυλάσσειν». (Γεν. 2,15). Να βάλουμε φραγμούς και φύλακες για να τον ασφαλίσουμε από τον αντίδικο διάβολο που «ὡς λέων ὠρυόμενος περιπατεῖ ζητῶν τίνα καταπίῃ» (Α΄ Πέτρ. 5, 8). Αλλά, δυστυχώς, το πάθημα των πρωτοπλάστων δεν έγινε μάθημα στη ζωή μας. Δεν βιώσαμε το μεγάλο λάθος και δεν διδαχτήκαμε από αυτό. Συνεχίζουμε να αφήνουμε ξέφραγο το «αμπέλι» της ζωής μας και επιτρέπουμε και σήμερα στον διάβολο να έρχεται στη ζωή μας και να μας παραπλανεί. Μας τάζει δόξα, πλούτο και χαρούπια προτρέποντάς μας να κάνουμε τους εαυτούς μας μικρούς θεούς «καὶ ἔσεσθε ὡς θεοί» (Γεν. 3,5). Πάλι το ίδιο τέχνασμα, πάλι το ίδιο ψέμα. Και εμείς έχοντας γυρίσει την πλάτη στον Θεό, πορευόμαστε τον δρόμο προς την «προσωπική μας θέωση» και συνάμα προς την καταστροφή.
Το κακό κυρίευσε τη ζωή μας και η διαστροφή έγινε μόδα στην εποχή μας «πάντες ἐξέκλιναν, ἅμα ἠχρειώθησαν, οὐκ ἔστι ποιῶν ἀγαθόν, οὐκ ἔστιν ἕως ἑνός» (Ψαλμ. 52,4). Μπερδέψαμε το καλό με το κακό, το ωφέλιμο με το βλαβερό, το δίκαιο με το άδικο. Η αμαρτία προτάσσεται ως μόδα και επικροτείται, ενώ η προσπάθεια για αρετή κατακρίνεται και στοχοποιείται. Εγκλωβισμένοι πλέον μέσα στη σύγχυση των αρχών, των αξιών και των ιδανικών βαδίζουμε με αμετανοησία και έπαρση, έχοντας βάλει στο περιθώριο της ζωής μας τον Χριστό. Επιμένουμε στην αμαρτία δίχως να αναλογιζόμαστε τις συνέπειες των πράξεών μας: «διὰ τοῦτο τάδε λέγει Κύριος· ἰδοὺ ὀργὴ καὶ θυμός μου χεῖται ἐπὶ τὸν τόπον τοῦτον καὶ ἐπὶ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἐπὶ τὰ κτήνη καὶ ἐπὶ πᾶν ξύλον τοῦ ἀγροῦ αὐτῶν καὶ ἐπὶ τὰ γεννήματα τῆς γῆς, καὶ καυθήσεται καὶ οὐ σβεσθήσεται» (Ιερ. 7,20).
Παρεκτραπήκαμε από τον δρόμο της σωτηρίας μας και έχοντας δημιουργήσει τα δικά μας «πιστεύω», βαδίζουμε ως «καλοί» χριστιανοί υπακούοντας στη δική μας «φωνή». Μέσα σε αυτή την πλάνη του διαβόλου αναπαύουμε τον λογισμό μας, πιστεύοντας πως πράττουμε σωστά και ευάρεστα στον Κύριο. Εκκλησιαζόμαστε, προσευχόμαστε, διακονούμε αλλά… «οὗτος ὁ λαὸς τοῖς χείλεσί με τιμᾷ, ἡ δὲ καρδία αὐτῶν πόρρω ἀπέχει ἀπ᾿ ἐμοῦ» (Μαρκ. 7,6). Έχουμε την πεποίθηση πως βαδίζουμε τον δρόμο της σωτηρίας, αλλά η αγάπη του Κυρίου μας προειδοποιεί: «Οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε Κύριε, εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ᾿ ὁ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 7,21). Κι όμως εμείς συνεχίζουμε να πράττουμε το θέλημά μας. Συνεχίζουμε να αμνηστεύουμε τον εαυτό μας. Συνεχίζουμε να τον χαϊδεύουμε σαν μικρό παιδί με ωραία και ψεύτικα λόγια. Συνεχίζουμε να τον αφήνουμε αδιόρθωτο. Θα τρέξουμε να αναφωνήσουμε με λαχτάρα στον Κύριο: «Κύριε Κύριε, οὐ τῷ σῷ ὀνόματι προεφητεύσαμεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δαιμόνια ἐξεβάλομεν, καὶ τῷ σῷ ὀνόματι δυνάμεις πολλὰς ἐποιήσαμεν;» (Ματθ. 7,22). Και τότε ουαί και αλίμονο να ακούσουμε τον φοβερό Λόγο του Χριστού: «οὐδέποτε ἔγνων ὑμᾶς· ἀποχωρεῖτε ἀπ᾿ ἐμοῦ οἱ ἐργαζόμενοι τὴν ἀνομίαν» (Ματθ. 7,23).
Οι χριστιανοί, όμως, που θέλουμε να ζούμε ως μαθητές Χριστού εφαρμόζοντας τον Λόγο Του, ξέρουμε να αξιοποιούμε ωφέλιμα την κάθε ευκαιρία που μας προσφέρεται και δεν ραθυμούμε. Δεν λιγοψυχούμε, αλλά με σθεναρή καρδιά ομολογούμε: «Ναι, Κύριε, ολισθήσαμε και πέσαμε. Παρασυρθήκαμε στα υλικά αγαθά και τις σαρκικές επιθυμίες. Κυριευθήκαμε από τα πάθη και τους εγωισμούς μας και κάναμε τους εαυτούς μας μικρούς Θεούς».
Αλλά, πλέον, συνήλθαμε από τη ζάλη και το κατάντημα της αμαρτωλής ζωής και τρέχουμε σαν άλλοι άσωτοι υιοί προς Εσένα, που Είσαι ο Πατέρας μας: «εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν……ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου». (Λουκ. 15, 16-17)
Σε παρακαλούμε να μας λυπηθείς και να μας ελεήσεις, χαρίζοντάς μας την απαλλαγή των δεινών και των δοκιμασιών που διερχόμαστε. Υψώνουμε τα χέρια μας στον ουρανό και ομολογούμε σαν τον ληστή επάνω στο σταυρό: «καὶ ἡμεῖς μὲν δικαίως· ἄξια γὰρ ὧν ἐπράξαμεν ἀπολαμβάνομεν·» (Λουκ. 23,41)
Ας γονατίσουμε λοιπόν ενώπιόν Του κι ας κλάψουμε, «δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν αὐτῷ καὶ κλαύσωμεν ἐναντίον Κυρίου, τοῦ ποιήσαντος ἡμᾶς·» (Ψαλμ. 94,6), μπροστά στην αγαθότητά Του, μιλώντας απ’ την καρδιά μας και λέγοντας: «Ἐσὺ Κύριε, εἶσαι ὁ Θεός μας καὶ κανένας ἄλλος. Ἐνώπιόν Σου ἁμαρτήσαμε κι ἐνώπιόν Σου τώρα προσπίπτουμε. Ἂν Σὺ θελήσεις, νὰ μᾶς σώσεις Κύριε, κανένας δὲν μπορεῖ ν᾿ ἀναχαιτίσει τούτη τὴν ἀπόφασή Σου καὶ νὰ Σὲ δυσκολέψει». (Οσ. Εφραίμ ο Σύρος, Λόγος Περί Μετανοίας).
Ας βάλουμε στις καρδιές μας και ας ανταλλάξουμε με τα χείλη μας ως ευχή το κάλεσμα του Κυρίου μας: «Μετανοεῖτε» (Ματθ. 4,17). Ας γίνει για όλους μας αυτό το πρώτο κάλεσμα, σύνθημα για τη νέα χρονιά που ξεκινάει. «Μετανοεῖτε· ἤγγικε γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Ας στρέψουμε τα μάτια μας στον εαυτό μας και ας προσπαθήσουμε να τον γνωρίσουμε αληθινά και ειλικρινά. Να δούμε τα λάθη και τις αμαρτίες μας. Να συναισθανθούμε το παραστράτημά μας και ας πορευτούμε πλέον «δι᾿ ἄλλης ὁδοῦ» (Ματθ. 2,12).
Νέα χρονιά, νέο ξεκίνημα στην εν Χριστώ ζωή μας. «Μετανοήσατε οὖν καὶ ἐπιστρέψατε εἰς τὸ ἐξαλειφθῆναι ὑμῶν τὰς ἁμαρτίας» (Πραξ. 3,19). Μακριά από τις κακίες και τους εγωισμούς μας. Τις ζήλιες και τις προσωπικές μας φιλοδοξίες. Μακριά από κάθε τι κοσμικό και ανήθικο στη ζωή μας. «ἐξέλθετε ἐκ μέσου αὐτῶν καὶ ἀφορίσθητε, λέγει Κύριος, καὶ ἀκαθάρτου μὴ ἅπτεσθε» (Β΄Κορ. 6,17).
Μας καλεί και περιμένει ο Κύριος. Περιμένει να ομοιάσουμε στο παράδειγμα των Νινευιτών, οι οποίοι: «περιεβάλλοντο σάκκους οἱ ἄνθρωποι καὶ τὰ κτήνη, καὶ ἀνεβόησαν πρὸς τὸν Θεὸν ἐκτενῶς· καὶ ἀπέστρεψαν ἕκαστος ἀπὸ τῆς ὁδοῦ αὐτῶν τῆς πονηρᾶς καὶ ἀπὸ τῆς ἀδικίας τῆς ἐν χερσὶν αὐτῶν» (Ιων. 3,8) και με όλη μας την καρδιά να αναφωνήσουμε και εμείς αυτό το «εἶπα» του Προφητάνακτος Δαυΐδ: «εἶπα· ἐξαγορεύσω κατ᾿ ἐμοῦ τὴν ἀνομίαν μου τῷ Κυρίῳ· καὶ σὺ ἀφῆκας τὴν ἀσέβειαν τῆς καρδίας μου» (Ψαλμ. 31,5).
Περιμένει την έμπρακτη μετάνοιά μας και είναι έτοιμος να μας δεχτεί και πάλι κοντά Του και να καθοδηγεί με ασφάλεια τη ζωή μας στο δρόμο της σωτηρίας: «καθὼς εἶπεν ὁ Θεὸς ὅτι ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καὶ ἐμπεριπατήσω, καὶ ἔσομαι αὐτῶν Θεός, καὶ αὐτοὶ ἔσονταί μοι λαός» (Β΄Κορ. 6,16).
Μὲ ἀδελφικὴ ἀγάπη, διότι «ὁ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ ἐν τῷ φωτὶ μένει» (Α΄Ἰω.2,10).

0