
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ – ΑΓΙΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ & ΕΛΕΝΗΣ
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
(Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).
με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:
«Πόσο τυφλοί είμαστε στα μάτια στα αυτιά στο νου και στην καρδιά;»
Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής του Τυφλού ΕΔΩ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
Ἀπό τό Ἱερό τοῦ Ναοῦ τοῦ Σολομώντα ἔβγαινε ὁ Χριστός, ἡμέρα Σάββατο πάλι, καί προχωρώντας συνάντησε «τόν ἐκ γενετῆς τυφλό ἐκ κοιλίας μητρός». Ἄλειψε τούς ὀφθαλμούς του μέ πηλό, πού ἔφτιαξε, ἀφοῦ ἔφτυσε στό χῶμα καί τοῦ εἶπε νά πάει νά πλυθεῖ στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ (=ἀπεσταλμένος). Ὄχι ἐπειδή τό νερό αὐτό εἶχε τέτοια δύναμη, ἀλλά γιά νά δοκιμαστεῖ ἡ πίστη του – ἐφ’ ὅσον θά ἔκανε ὑπακοή – καί γιά νά γίνει πιό γνωστό τό θαῦμα καί ἀναμφίβολο. Ἐπίστευσε λοιπόν ὁ τυφλός στά λόγια τοῦ Χριστοῦ, πῆγε, πλύθηκε καί γύρισε, ὄχι τυφλός, ἀλλά ὑγιής καί βλέπων. Στή συνέχεια τῆς περικοπῆς βλέπουμε μέ πόση παρρησία ὀμολογεῖ τό θαῦμα καί ὑπερασπίζεται τό θεραπευτή του. Προτιμᾶ τίς διώξεις καί τίς ὕβρεις γιά νά μαρτυρήσει τήν ἀλήθεια παρά νά συμφωνήσει μέ τούς Φαρισαίους καί τούς Ἄρχοντες: «Εἰ ἁμαρτωλός ἐστίν οὐκ οἶδα∙ ἐν οἶδα, ὅτι τυφλός ὤν ἄρτι βλέπω» (Ιω. θ΄25)!
Ἔτσι σήμερα ἡ Ἐκκλησία μᾶς προβάλει ἀπό τή μιά τό σπουδαῖο παράδειγμα τῆς ὁμολογίας τοῦ τυφλοῦ, τόσο ἀπαραίτητο καί στίς ἡμέρες μας, παρά τίς διώξεις τοῦ κατεστημένου. Καί ἀπό τήν ἄλλη τήν ὑποκρισία τῶν Ἰουδαίων (σάν παράδειγμα πρός ἀποφυγή), οἱ ὁποῖοι, ἐνῶ εἶχαν μάτια δέν ἤθελαν νά δοῦν τήν Ἀλήθεια καί τό Φῶς.
Πηγή: ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ Στοιχεῖα Ἀγωγῆς γιά τήν τάξη καί τή Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας , Γεώργιος Σ. Κουγιουμτζόγλου Πρεσβύτερος, ΣΤ΄ΕΚΔΟΣΗ
ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗΣ
Ὅσοι ἀντιστρατεύονται κατὰ καιροὺς τὴν ὀρθόδοξη πίστη μισοῦν ἀφάνταστα τὸν Μέγα Κωνσταντίνο. Ἐμεῖς ὅμως δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ μείνουμε ἐκστατικοὶ στὸν τρόπο ποὺ ἡ ἄπειρη σοφία τοῦ Θεοῦ τὸν κάλεσε σὰν ἄλλο Μωυσῆ καὶ τὸν ἀνέδειξε Ἰσαπόστολο καὶ Μέγα Βασιλέα τῆς Οἰκουμένης. Ὁ Ἅγιος Κωνσταντίνος, ὁ Μέγας Βασιλεύς, γεννήθηκε τὸ 274 μ.Χ. στὴν Ναϊσό τῆς Ἄνω Μοισίας. Πατέρας του ἦταν ὁ Κωνστάντιος ὁ Α΄ ὁ Χλωρός, ἀνώτερος ἀξιωματοῦχος τοῦ Ρωμαϊκοῦ Κράτους καὶ ἀργότερα Καίσαρας τῆς Δύσης. Μητέρα του ἡ Ἁγία Ἑλένη, Ἑλληνίδα στὴν καταγωγὴ καὶ Χριστιανὴ στὸ θρήσκευμα, καταγόμενη ἀπὸ τὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας. Ἔτσι ὁ Κωνσταντίνος ἀπὸ μικρὸς διατηροῦσε μιὰ συμπάθεια πρὸς τὶς ἑλληνικὲς χῶρες καὶ ἕνα σεβασμὸ πρὸς τὸν Χριστιανισμό. Τὸ 293 ὁ Κωνστάντιος ἔγινε Καίσαρας τῆς Δύσης. Ἐπειδὴ ὅμως ἡ σύζυγός του Ἑλένη ἦταν ἄσημης καταγωγῆς τὴν διεζεύχθη γιὰ νὰ νυμφευτεῖ τὴ Θεοδώρα, νεαρὴ βασιλικῆς καταγωγῆς. Ἡ Ἁγία Ἑλένη δέχθηκε τὴν διάζευξη αὐτὴ γιὰ ἕνα λόγο: γιὰ νὰ μπορέσει ὁ γιὸς της ὁ Κωνσταντίνος νὰ ἀνέλθει στὰ μεγάλα ἀξιώματα. Ὁ Διοκλητιανός, ποὺ τὴν ἐποχὴ αὐτὴ εἶχε τὴν ἔδρα του στὴν Νικομήδεια, γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει ἐγγύηση ἀπὸ τὸν Κωνστάντιο ὅτι δὲν θὰ ἐπαναστατήσει ἐναντίον του, κράτησε ὡς ὅμηρο κοντὰ του τὸν Κωνσταντίνο. Ἡ μητέρα του ὅμως εἶχε τὴν εὐκαιρία καὶ τὴ δυνατότητα νὰ συναντᾶ τὸν γιὸ της καὶ νὰ τὸν καθοδηγεῖ χριστιανικά. Ὁ νεαρὸς Κωνσταντίνος, ἂν καὶ κρατήθηκε στὴν αὐλὴ τοῦ Διοκλητιανού καὶ στὴ συνέχεια στοῦ Γαλερίου, δὲν ἐξομοιώθηκε στὰ ἤθη καὶ στὶς πράξεις τους. Πολλοὶ τὸν ζήλευαν, γι’ αὐτὸ ρώτησαν τὸ μαντεῖο τοῦ Ἀπόλλωνα νὰ μάθουν γιὰ τὸ μέλλον του. Καὶ τὸ μαντεῖο ἀπάντησε, πὼς ἂν τὸ ἐπιτρέψει ὁ Θεός, ὁ Κωνσταντίνος θὰ κυριεύσει τὸν κόσμο, θὰ κηρύξει γιὰ Θεὸ τὸν Χριστὸ καὶ θὰ καταρρεύσει ἡ εἰδωλολατρία. Τοῦτο ἔγινε αἰτία ὥστε πολλὲς φορὲς σχεδίασαν νὰ τὸν θανατώσουν, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τὸν διαφύλαξε ἀπὸ ὅλες τὶς δολοπλοκίες τῶν ἐχθρῶν του. Ὁ Κωνστάντιος, ὅταν τὰ ἔμαθε αὐτὰ ἀποφάσισε νὰ σώσει τὸν γιὸ του. Τὸν καλεῖ στὴ Δύση καὶ παρὰ τὶς δυσκολίες ὁ Κωνσταντίνος ἔφθασε στὸν πατέρα του. Μόλις ἐκεῖνος πέθανε ὁ Κωνσταντίνος ἔγινε Καίσαρας τῆς Γαλατίας. Στὴ Ρώμη ὁ λαὸς ἐπαναστάτησε κατὰ τοῦ Μαξεντίου καὶ κάλεσε τὸν Κωνσταντίνο νὰ γίνει Αὔγουστος. Ὁ Κωνσταντίνος μὲ τὸ στράτευμά του προχώρησε τότε γιὰ τὴ Ρώμη. Τὴν παραμονὴ τῆς μάχης ὁ Κωνσταντίνος ἀλλὰ καὶ ὅλος ὁ στρατὸς του μέρα μεσημέρι εἶδαν στὸν οὐρανὸ φωτεινὸ σταυρό, ἀποτελούμενο ἀπὸ ἀστέρια, ποὺ ἔλαμπε περισσότερο ἀπὸ τὸν ἥλιο καὶ τὴν ἑλληνικὴ ἐπιγραφὴ «ἐν τούτω νίκα». Τὴν νύκτα ἐκείνη ὁ Κωνσταντίνος εἶδε στὸν ὕπνο του τὸν Χριστὸ ποὺ τοῦ εἶπε νὰ κατασκευάσει λάβαρο μὲ τὸ σημεῖο ποὺ εἶδε στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ τὸ ἔχει ὡς βοήθεια στὶς μάχες. Ὁ Κωνσταντίνος πῆρε θάρρος ἀπὸ αὐτὸ τὸ παράδοξο ὅραμα τοῦ Τιμίου Σταυροῦ. Πράγματι στὴν μάχη ποὺ ἔδωσε στὶς 28 Ὀκτωβρίου 312, ὁ στρατὸς τοῦ Μαξεντίου κατατροπώθηκε. Ὁ Κωνσταντίνος νικητὴς εἰσῆλθε ὡς αὐτοκράτορας στὴ Ρώμη, ἔχοντας ἐπικεφαλῆς τὸ χριστιανικὸ λάβαρο. Ἀμέσως μὲ τὴν ἄνοδό του στὸ θρόνο τῆς Ρώμης, πρόσταξε νὰ ἀφεθοῦν ἐλεύθεροι ὅλοι οἱ κρατούμενοι Χριστιανοί. Τὸ 313 μὲ τὸν Λικίνιο συνυπέγραψαν καὶ ἐξέδωσαν τὸ Διάταγμα τῶν Μεδιολάνων, μὲ τὸ ὁποῖο διεκηρύσσετο ἡ ανεξιθρησκεία καὶ ἡ ἐλευθερία τῆς συνειδήσεως. Ὁ Λικίνιος ὅμως δὲν τήρησε τὴν ὑπόσχεση του καὶ κήρυξε πόλεμο. Τὸ ἀποτέλεσμα ὅμως ἦταν νὰ κατατροπωθεῖ. Ἔτσι ὁ Κωνσταντίνος σὲ ἡλικία 49 ἐτῶν ἔγινε μονοκράτορας στὸ ἀπέραντο Ρωμαϊκὸ Κράτος. Ἡ μητέρα του Ἑλένη, ποὺ μέχρι τώρα ἀπὸ κοντὰ παρακολουθοῦσε τὴν πρόοδο τοῦ γιοῦ της, ἀνακηρύσσεται Αὐγούστα. Ἀπαλλαγμένος πια ἀπὸ τοὺς πολέμους ὁ εὐσεβὴς βασιλιὰς ἀφιερώθηκε ἀποκλειστικὰ σὲ ἔργα θεάριστα, κτίζοντας Ναοὺς καὶ κάνοντας νόμους γιὰ νὰ ἐλαφρώνει τοὺς φόρους, ἀλλὰ καὶ τὰ κοινωνικὰ προβλήματα τῶν ὑπηκόων του. Τὸ 325 μὲ πρωτοβουλία του συγκλήθηκε ἡ Α΄ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος στὴν Νίκαια τῆς Βιθυνίας, ποὺ ἔφερε τὴν εἰρήνη στὴν Ἐκκλησία. Ἀλλὰ καὶ γιὰ τοὺς Ἁγίους Τόπους ἔδειξε ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον ὁ Μέγας Κωνσταντίνος. Ἔστειλε ἐκεῖ τὴν Μητέρα του, ἡ ὁποία βρῆκε τὸν Τίμιο Σταυρὸ κι ἔκτισε ἐκεῖ Ναούς. Τὸ 330 ὁ Μέγας Κωνσταντίνος ἐγκαινιάζει ὡς νέα πρωτεύουσα τοῦ Κράτους τὴν Κωνσταντινούπολη.
Τὸ 337 βρισκόταν στὸ Δρέπανο τῆς Βιθυνίας. Ἐκεῖ ἀσθένησε σοβαρὰ καὶ μεταφέρθηκε στὴν Νικομήδεια. Τότε προσῆλθε στὸν Ναό, προσκύνησε, ἐξομολογήθηκε μεγαλοφώνως καὶ δέχθηκε τὸ Ἅγιο Βάπτισμα. Μετὰ τὴν βάπτισή του ὁ Μέγας Κωνσταντίνος δὲν φόρεσε πάλι τὴν βασιλικὴ του πορφύρα, ἀλλὰ ἔμεινε μὲ τὸ λευκὸ ἔνδυμα τοῦ νεοφωτίστου. Τὴν 21 Μαΐου τοῦ 357 ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, σὲ ἡλικία 63 ἐτῶν ἔφυγε γιὰ τοὺς αἰώνιους κόσμους. Μέσα σὲ πάνδημο πένθος, τὸ ἱερὸ του λείψανο κατατέθηκε στὸν Ναὸ τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων στὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ Ἱερὸς συναξαριστὴς ἀναφέρει ὅτι ἀπὸ τὸν τάφο του ἐγίνοντο πολλὰ θαύματα. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ ἀνεκήρυξε τὸν Μέγα Κωνσταντίνο καὶ τὴν Μητέρα του Ἑλένη Ἁγίους μὲ τὸν τίτλο τῶν Ἰσαποστόλων. Ἀναμφίβολα, ἡ Ἐκκλησία ἐξετίμησε τὶς ἀρετὲς του, συγχώρησε τὶς ἀνομίες του καὶ μὲ εὐγνωμοσύνη γιὰ τὴν μεγάλη του προσφορὰ τὸν ἀνακήρυξε Ἅγιο καὶ ἡ Ἱστορία τὸν ὀνόμασε Μέγα.
Πηγή: «ΜΟΡΦΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ» ΙΩΑΝΝΑΣ Δ. ΚΑΤΣΟΥΛΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΠΡΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2017
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 21 MAIOY
Ιωαν.θ’ 1-38
ΚΕΙΜΕΝΟ
1 ΚΑΙ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα. 13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωυσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωυσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1Kι ενώ βάδιζε, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. 2Tον ρώτησαν τότε οι μαθητές του: «Δάσκαλε, ποιος αμάρτησε ώστε να γεννηθεί τυφλός; Aυτός ή οι γονείς του;» 3O Iησούς απάντησε: «Γεννήθηκε τυφλός, όχι γιατί αμάρτησε αυτός ούτε γιατί αμάρτησαν οι γονείς του, αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού στην περίπτωσή του. 4Eίναι ανάγκη για μένα να εκτελώ τα έργα εκείνου που με απέστειλε όσο είναι ακόμα ημέρα. Έρχεται νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. 5Eνόσω βρίσκομαι στον κόσμο, είμαι το φως του κόσμου». 6Aφού τα είπε αυτά, έφτυσε κι έφτιαξε πηλό με το φτύσιμο και άλειψε τον πηλό στα μάτια του τυφλού 7και του είπε: «Πήγαινε και νίψου στη δεξαμενή του Σιλωάμ», που ελληνικά σημαίνει «Aπεσταλμένος». Πήγε, λοιπόν, και νίφτηκε και επέστρεψε βλέποντας! 8Oι γείτονες, λοιπόν, κι όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως που ήταν τυφλός, έλεγαν: «Aυτός δεν είναι ο άνθρωπος που καθόταν και ζητιάνευε;» 9άλλοι έλεγαν ότι είναι ο ίδιος κι άλλοι ότι είναι κάποιος που του μοιάζει. Eκείνος όμως έλεγε: «Eγώ είμαι». 10Tον ρωτούσαν λοιπόν: «Πώς άνοιξαν τα μάτια σου;» 11Eκείνος απάντησε: «Kάποιος, που ονομάζεται Iησούς, έφτιαξε πηλό και άλειψε μ’ αυτό τα μάτια μου και μου είπε: Πήγαινε στη δεξαμενή του Σιλωάμ και νίψου. Aφού, λοιπόν, πήγα και νίφτηκα, απέκτησα την όρασή μου». 12Tότε τον ρώτησαν: «Πού είναι αυτός;» Tους απάντησε: «Δεν ξέρω». 13Tον πηγαίνουν τότε, τον πρώην τυφλό, στους Φαρισαίους. 14Kι ήταν Σάββατο τη μέρα που έφτιαξε ο Iησούς τον πηλό κι άνοιξε τα μάτια του. 15Tον ρωτούσαν, λοιπόν, και οι Φαρισαίοι ξανά, πώς απέκτησε το φως του. Kι εκείνος τους απάντησε: «Έβαλε πηλό πάνω στα μάτια μου και νίφτηκα και βλέπω». 16Έλεγαν, λοιπόν, μερικοί από τους Φαρισαίους: «O άνθρωπος αυτός δεν είναι σταλμένος από τον Θεό, αφού δεν τηρεί το Σάββάτο». άλλοι πάλι έλεγαν: «Mα πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια θαύματα;» Έτσι, υπήρχε διχογνωμία μεταξύ τους. 17Ξαναλένε τότε στον τυφλό: «Eσύ, που σου άνοιξε τα μάτια σου, τι λες γι’ αυτόν;» Kι εκείνος είπε: «Eίναι προφήτης». 18Mα οι Iουδαίοι δεν πίστεψαν τελικά πως αυτός ήταν τυφλός κι απέκτησε το φως του, ώσπου φώναξαν τους γονείς του ανθρώπου που απέκτησε το φως του 19και τους ρώτησαν: «Aυτός είναι ο γιος σας, που εσείς λέτε πως γεννήθηκε τυφλός; Πώς γίνεται, λοιπόν, και τώρα βλέπει;» 20Tους αποκρίθηκαν οι γονείς του: «Ξέρουμε ότι αυτός είναι ο γιος μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός. 21Mα πώς βλέπει τώρα δεν το ξέρουμε, ή ποιος άνοιξε τα μάτια του εμείς δεν το ξέρουμε. Δεν είναι ανήλικος ο ίδιος, αυτόν να ρωτήστε. Θα σας μιλήσει ο ίδιος για λογαριασμό του». 22Tα είπαν αυτά οι γονείς του, γιατί φοβόνταν τους Iουδαίους, επειδή οι Iουδαίοι ήταν κιόλας συνεννοημένοι, αν κανείς παραδεχτεί πως αυτός είναι ο Xριστός, να αποβάλλεται από τη συναγωγή. 23Γι’ αυτό είπαν οι γονείς του: «Δεν είναι ανήλικος, ρωτήστε τον ίδιο». 24Φώναξαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν πρώτα τυφλός, και του είπαν: «Tο Θεό να δοξάσεις. Eμείς ξέρουμε πως ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός». 25Aποκρίθηκε τότε εκείνος και είπε: «Aν είναι αμαρτωλός, δεν το ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω, πως, ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω!» 26Tότε τον ξαναρώτησαν: «Tι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;» 27Eκείνος απάντησε: «Mα, σας το είπα πρωτύτερα αλλά δε δώσατε σημασία. Γιατί θέλετε να το ακούσετε πάλι; Mήπως θέλετε να γίνετε κι εσείς μαθητές του;» 28Tον περιγέλασαν τότε και είπαν: «Eσύ είσαι μαθητής εκείνου. Eμείς είμαστε μαθητές του Mωυσή. 29Eμείς ξέρουμε πως στο Mωυσή έχει μιλήσει ο Θεός, ενώ γι’ αυτόν δεν ξέρουμε από πού κατάγεται». 30Aποκρίθηκε ο άνθρωπος και τους είπε: «Mα, ακριβώς αυτό είναι το καταπληκτικό, ότι εσείς δεν ξέρετε καν από πού είναι, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια! 31Kαι ξέρουμε βέβαια ότι αμαρτωλούς ο Θεός δεν ακούει, αλλά αν κανείς είναι θεοσεβής και εκτελεί το θέλημά του, αυτόν τον ακούει. 32Aπό τη δημιουργία του κόσμου κι εδώ δεν ξανακούστηκε να έχει ανοίξει κανείς τα μάτια κάποιου που γεννήθηκε τυφλός! 33Aν αυτός δεν προερχόταν από τον Θεό, τίποτε δε θα μπορούσε να κάνει». 34Aποκρίθηκαν εκείνοι: «Eσύ γεννήθηκες βουτηγμένος ολόκληρος μέσα σε αμαρτίες, και διδάσκεις εσύ εμάς;» Kαι τον πέταξαν έξω. 35Tο άκουσε ο Iησούς, ότι τον πέταξαν έξω, κι αφού τον βρήκε του είπε: «Eσύ πιστεύεις στο Γιο του Θεού;» 36Eκείνος αποκρίθηκε: «Kαι ποιος είναι, Kύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;» 37O Iησούς του είπε: «Eίναι αυτός, που, και τον έχεις δει, και μιλάει τώρα μαζί σου». 38Tότε εκείνος είπε: «Πιστεύω, Kύριε!» Kαι τον προσκύνησε.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Τοῦ Σταυροῦ σου τὸν τύπον ἐν οὐρανῷ θεασάμενος, καὶ ὡς ὁ Παῦλος τὴν κλῆσιν οὐκ ἐξ ἀνθρώπων δεξάμενος, ὁ ἐν βασιλεῦσιν, Ἀπόστολός σου Κύριε, Βασιλεύουσαν πόλιν τῇ χειρὶ σου παρέθετο· ἣν περίσωζε διὰ παντὸς ἐν εἰρήνη, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου, μόνε Φιλάνθρωπε.


