
ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΩΝ ΕΝ ΕΦΕΣΩ
Ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Δέκιος (250), ἐρχόμενος ἀπὸ τὴν Δύση, ἔφθασε στὴν Ἔφεσο ἔδωσε διαταγὴ νὰ συγκεντρωθεῖ ὅλος ὁ πληθυσμὸς στοὺς ναοὺς γιὰ νὰ θυσιάσει στοὺς θεούς. Τὴν τρίτη ἡμέρα τῶν ἑορτῶν ποὺ διοργανώθηκαν μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτή, ὁ αὐτοκράτορας πρόσταξε νὰ συλληφθοῦν ὅλοι οἱ χριστιανοί. Οἱ Ἑβραῖοι καὶ οἱ εἰδωλολάτρες τῆς πόλης βοήθησαν τοὺς στρατιῶτες νὰ σύρουν ὅλους τοὺς πιστοὺς ποὺ ἔβρισκαν στὴν ἀγορὰ γιὰ νὰ τοὺς ἐξαναγκάσουν νὰ θυσιάσουν. Πολλοὶ ὑπέκυψαν μπροστὰ στὴν προοπτικὴ τῶν βασανιστηρίων, ἐνῶ ὅσοι ἀρνήθηκαν νὰ ἐνδώσουν θανατώθηκαν δίχως ἔλεος. Μπροστὰ σὲ τόση σκληρότητα ὁ Μαξιμιανός, ὁ γιὸς τοῦ ἐπάρχου τῆς πόλης, καὶ ἄλλοι ἕξι νέοι ἐπιφανῶν οἰκογενειῶν ποὺ ὑπηρετοῦσαν ὡς εὐέλπιδες στὸν στρατό, θλίβονταν καὶ ἔχυναν δάκρυα, περισσότερο δὲ γιὰ τὴν ἀπώλεια τῶν ψυχῶν τῶν ἀποστατῶν, παρὰ γιὰ τὰ πάθη τῶν μαρτύρων. Κάθε φορὰ ποὺ ἀναγγελόταν ἡ τέλεση μιᾶς θυσίας, ἀποσύρονταν στὴν ἐκκλησία γιὰ νὰ προσευχηθοῦν∙ ἡ στάση τους ὅμως αὐτὴ δὲν διέφυγε ἀπὸ τὴν προσοχὴ τῶν ἐθνικῶν, οἱ ὁποῖοι τοὺς κατέδωσαν στὸν αὐτοκράτορα. Μὲ τὰ μάτια γεμάτα δάκρυα ἀκόμη καὶ σιδηροδέσμιους τοὺς ἔσυραν στὸ παλάτι. Ὁ Μαξιμιανός πῆρε τὸν λόγο ἐξ ὀνόματος ὅλων γιὰ νὰ ἀπαντήσει στὸν αὐτοκράτορα ποὺ τοὺς ἀνέκρινε γιὰ τὸν λόγο τῆς ἀπειθαρχίας τους: «Ἔχουμε ἕναν Θεὸ ἡ δόξα τοῦ ὁποίου πληροῖ τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ καὶ προσφέρουμε σὲ αὐτὸν τὴν μυστικὴ θυσία τῆς ὁμολογίας τῆς Πίστεως καὶ τῶν ἀδιάλειπτων προσευχῶν μας». Ὁ Δέκιος ἐξοργισμένος πρόσταξε νὰ τοὺς ἀφαιρέσουν τὶς ζῶνες τους, ἔνδειξη τοῦ ἀξιώματός τους, καὶ ὑποκρινόμενος ὅτι τοὺς λυπήθηκε, διέταξε νὰ λύσουν τὰ δεσμὰ τους καὶ νὰ τοὺς δώσουν μερικὲς ἡμέρες προθεσμία γιὰ νὰ τὸ ξανασκεφθοῦν, ἐνῶ ἐκεῖνος θὰ ἀπουσίαζε ἀπὸ τὴν πόλη.
Ἀφοῦ συνεννοήθηκαν μεταξὺ τους, οἱ ἑπτὰ νέοι ἀποφάσισαν νὰ κρυφτοῦν σὲ μία μεγάλη σπηλιὰ ἀνατολικὰ τῆς πόλεως, μὲ σκοπὸ νὰ προετοιμασθοῦν ἐκεῖ στὴν ἡσυχία καὶ στὴν προσευχή, γιὰ νὰ ἐμφανισθοῦν πάλι ἐνώπιον τοῦ τυράννου. Κατὰ τὶς ἡμέρες τῆς διαμονῆς τους στὸ ἀναχωρητήριο ἐκεῖνο ἀνατέθηκε στὸν νεώτερο μεταξὺ τους, τὸν Ἰάμβλιχο, ἡ φροντίδα τοῦ φαγητοῦ καὶ γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ κατέβαινε πότε πότε στὴν πόλη.
Ἐπιστρέφοντας στὴν Ἔφεσο ὁ Δέκιος ἔδωσε διαταγὴ νὰ φέρουν ἐνώπιον του τοὺς ἑπτὰ νέους κρατούμενους γιὰ νὰ τοὺς προτείνει νὰ θυσιάσουν. Μαθαίνοντας τὸ νέο οἱ ἑπτὰ νέοι ἐνέτειναν τὶς προσευχὲς τους. Ἀνάλωσαν τόσες δυνάμεις, ὥστε ὅταν βράδιασε κάθησαν γιὰ νὰ φᾶνε τὸ ψωμὶ ποὺ εἶχε φέρει ὁ Ἰάμβλιχος καὶ ἀπὸ τὴν κούραση καὶ τὴν ἀγρυπνία κοιμήθηκαν. Ἔτσι, ἀπὸ θεία Πρόνοια παρέδωσαν τὴν ψυχὴ τους μὲ προσευχὴ στὰ χείλη.
Καθὼς οἱ νέοι χριστιανοὶ δὲν μποροῦσαν νὰ βρεθοῦν πουθενά, ὁ Δέκιος ἔξαλλος πρόσταξε νὰ ἀνακριθοῦν οἱ γονεῖς τους, οἱ ὁποῖοι ἀποκάλυψαν τὴν τοποθεσία τοῦ κρησφυγέτου καὶ ἔστειλε ἄνδρες γιὰ νὰ φράξουν τὴν εἴσοδο τῆς σπηλιᾶς ἔτσι ὥστε οἱ ἅγιοι νὰ πεθάνουν ἀπὸ ἀσφυξία. Οἱ λειτουργοὶ ποὺ ἐπιφορτίσθηκαν μὲ τὸ καθῆκον αὐτό, Θεόδωρος καὶ Βάρβος, ποὺ ἦσαν ἐν κρυπτῶ χριστιανοί, ἐκτέλεσαν τὴν διαταγὴ παρὰ τὴ θέλησή τους καὶ κατόπιν ἔλαβαν πρόνοια νὰ χαραχθεῖ ἡ διήγηση τοῦ μαρτυρίου τῶν ἑπτὰ νέων πάνω σὲ μολυβένιες πλάκες ποὺ τοποθετήθηκαν σὲ ἕνα σεντούκι, τὸ ὁποῖο καὶ ἔκρυψαν ἐκεῖ κοντά.
Διακόσια περίπου χρόνια ἀργότερα, κατὰ τὴν βασιλεία τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Νέου (περὶ τὸ 446), μία αἵρεση ποὺ ἀρνιόταν τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν ἦλθε νὰ σπείρει τὸν διχασμὸ στὴν Ἐκκλησία. Μὲ τὴν ὑπόθαλψη τοῦ ἐπισκόπου Αἰγαίου, Θεοδώρου, ἡ γνώμη αὐτὴ ἔσυρε πλῆθος ψυχῶν στὴν ἀπώλεια, ἔτσι ποὺ ὁ εὐσεβὴς αὐτοκράτορας Θεοδόσιος παρακάλεσε τὸ Θεὸ μὲ δάκρυα νὰ φανερώσει τὴν ἀλήθεια. Τότε λοιπὸν ὁ ἰδιοκτήτης τοῦ κτήματος ὅπου βρισκόταν ἡ σπηλιὰ τῶν ἑπτὰ μαρτύρων, κάποιος Ἀδάτιος ἢ Ἀδόλιος, ἀποφάσισε νὰ φτιάξει μάνδρα γιὰ τὰ ποίμνιά του. Καθὼς ἔβγαζε τὶς πέτρες, ἄνοιξε τὴν εἴσοδο τῆς σπηλιᾶς καὶ ἀμέσως οἱ ἑπτὰ νέοι ἐπανῆλθαν στὴν ζωὴ σὰν νὰ εἶχαν κοιμηθεί τὴν προηγούμενη μέρα, χωρὶς νὰ ἔχουν ἀλλάξει στὸ παραμικρό, οὔτε νὰ ἔχουν ὑποστεῖ κάτι κατὰ τὸν μακροχρόνιο αὐτὸν ὕπνο. Ἡ συζήτησή τους ξανάπιασε ἀμέσως τὸ θέμα τοῦ διωγμοῦ καὶ τῆς προοπτικῆς τῆς δημόσιας θυσίας ποὺ διέταξε ὁ Δέκιος. Ὁ Μαξιμιανός πῆρε τὸν λόγο λέγοντας: «Ἀδελφοὶ μου, ἂν μᾶς πιάσει ὁ Δέκιος νὰ σταθοῦμε γενναῖοι μπροστὰ στοὺς διῶκτες καὶ νὰ μὴν προδώσουμε ἀπὸ δειλία τὴν πίστη μας. Ἐσύ, Ἰάμβλιχε, πάρε αὐτὰ τὰ νομίσματα καὶ πήγαινε στὴν πόλη νὰ ἀγοράσεις ψωμί. Νὰ πάρεις λίγο περισσότερο ἀπ’ ὅτι συνήθως γιατὶ πεινᾶμε, καὶ μὲ τὴν εὐκαιρία νὰ μάθεις τί γίνεται μὲ τὶς ἔρευνες ποὺ κάνει ὁ αὐτοκράτορας γιὰ μας». Φθάνοντας στὴν εἴσοδο τῆς πόλης ὁ Ἰάμβλιχος ἔμεινε ἄναυδος βλέποντας τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ σὲ ὅλες τὶς πόρτες. Μὴν ἀναγνωρίζοντας οὔτε ἀνθρώπους οὔτε οἰκοδομήματα, ἀναρωτήθηκε ἂν ὀνειρευόταν ἢ ἂν εἶχε μπει σὲ ἄλλη πόλη. Στὴν ἀγορὰ ἀγόρασε ψωμί, ἀλλὰ ὅταν ἔδωσε τὰ χρήματα στὸν φούρναρη, αὐτὸς τὸν κοίταξε προσεκτικὰ καὶ τὸν ρώτησε μήπως εἶχε βρει κανένα θησαυρό, διότι τὰ νομίσματα ἔφεραν τὸ ὁμοίωμα ἑνὸς ἀλλοτινοῦ αὐτοκράτορα. Στὰ λόγια αὐτὰ ὁ Ἰάμβλιχος ἄρχισε νὰ τρέμει ἀπὸ τὸν φόβο του καὶ νομίζοντας ὅτι θὰ τὸν παρέδιδαν στὸν αὐτοκράτορα ἤθελε νὰ τὸ βάλει στὰ πόδια. Οἱ πωλητὲς ὅμως τὸν κράτησαν καὶ ἀπείλησαν ὅτι θὰ τὸν σκοτώσουν ἂν δὲν μοιραζόταν μαζὶ τους τὸν θησαυρὸ καὶ βάζοντάς του μιὰ θηλιὰ στὸ λαιμὸ τὸν ἔσυραν στὴν ἀγορά. Τὴν στιγμὴ ἐκείνη ἡ ὁμάδα συνάντησε τὸν ἀνθύπατο ποὺ πήγαινε νὰ ἐπισκεφθεῖ τὸν ἐπίσκοπο Στέφανο. Μαθαίνοντας τὸν λόγο τῆς ἀναταραχῆς, ὁ ἄρχοντας ρώτησε τὸν Ἰάμβλιχο πὼς εἶχε βρει τὸν θησαυρὸ αὐτὸ καὶ ποὺ τὸν ἔκρυβε. Ὁ νέος ἀποκρίθηκε ὅτι δὲν εἶχε βρει τίποτα καὶ ὅτι εἶχε τὰ νομίσματα τοῦτα ἀπὸ τοὺς γονεῖς του. Κι ὅταν τὸν ρώτησαν ποιὰ ἦταν ἡ πατρίδα του καὶ ποιοὶ οἱ γονεῖς του, ἀπάντησε: «Εἶμαι ἀπὸ δῶ, ἂν αὐτὴ ἡ πόλη εἶναι ἡ Ἔφεσος, καὶ οἱ γονεῖς μου εἶναι οἱ τάδε». Τὰ ὀνόματα αὐτὰ ἦσαν ἄγνωστα στὸν ἀνθύπατο καὶ ὅλως ἀσυνήθιστα, ὁπότε ἐξοργισμένος κατηγόρησε τὸν Ἰάμβλιχο ὅτι ἤθελε νὰ τὸν ἐξαπατήσει, ἀφοῦ αὐτὰ τὰ διακοσίων χρόνων νομίσματα μαρτυροῦσαν ὅτι ὄντως εἶχε βρει θησαυρό. Ὁ Ἰάμβλιχος ἔπεσε τότε στὰ πόδια του καὶ τὸν ἱκέτευσε νὰ τοῦ φανερώσει ποὺ ἦταν ὁ αὐτοκράτορας Δέκιος. Ὅταν τοῦ ἀπάντησαν ὅτι ἐκεῖνος εἶχε πεθάνει πρὶν πολλὰ χρόνια, πρότεινε στὸν ἀνθύπατο νὰ τὸν ἀκολουθήσει στὴν σπηλιὰ γιὰ νὰ τοῦ δείξει ὅτι εἶχαν καταφύγει ἐκεῖ μὲ τοὺς συντρόφους του γιὰ νὰ ξεφύγουν ἀπὸ τὸν διωγμὸ τοῦ Δεκίου. Ὁ ἀνθύπατος, συνοδευόμενος ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο καὶ μεγάλο πλῆθος, μετέβη τότε στὴν σπηλιά, ὅπου βρῆκαν τὶς μολυβένιες πλάκες ποὺ ἔφεραν τὰ ὀνόματα τῶν νέων. Ὅλοι ἀναγνώρισαν τότε τὸ θαῦμα καὶ ἀνέπεμψαν κραυγὲς εὐχαριστίας. Ὁ ἀνθύπατος καὶ ὁ ἐπίσκοπος ἔγραψαν τότε στὸν αὐτοκράτορα Θεοδόσιο ὅτι ἡ θαυμαστὴ ἐμφάνιση τῶν ἑπτὰ αὐτῶν νέων, ποὺ εἶχαν πεθάνει πρὶν ἀπὸ τόσα χρόνια, ἦταν μία ὁλοφάνερη ἀπόδειξη τῆς ἀνάστασης τῶν σωμάτων. Ὁ αὐτοκράτορας ἔσπευσε στὴν Ἔφεσο, ἐπισκέφθηκε τοὺς νέους καὶ ἔλουσε μὲ τὰ δάκρυά του τὰ πόδια τους. Ἀφοῦ διηγήθηκαν ἐπὶ μακρὸν τὴν ἱστορία τους στὸν ἡγεμόνα καὶ στοὺς παρόντες ἐπισκόπους, ὁ Μαξιμιανός καὶ οἱ σὺν αὐτῶ ἔγειραν γλυκὰ σὰν νυσταγμένοι στὴν γῆ καὶ ἐκοιμήθησαν ὁριστικὰ τὸν ὕπνο τοῦ θανάτου. Ὁ Θεοδόσιος πρόσταξε νὰ κατασκευαστοῦν ἑπτὰ χρυσοὶ σαρκοφάγοι καὶ νὰ τιμηθοῦν οἱ ἅγιοι νέοι μὲ μεγάλες γιορτὲς στὶς ὁποῖες προσκλήθηκαν ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Ἐφέσου, πλούσιοι καὶ φτωχοί. Τὴν ἑπόμενη νύχτα ὡστόσο οἱ ἅγιοι ἐμφανίσθηκαν σὲ αὐτὸν γιὰ νὰ τοῦ ζητήσουν νὰ ἀφήσει τὰ σώματά τους καταγῆς μέσα στὴν σπηλιὰ ἐν ἀναμονὴ τῆς κοινῆς ἀναστάσεως.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 12ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
Πηγή: «ΜΟΡΦΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ» ΙΩΑΝΝΑΣ Δ. ΚΑΤΣΟΥΛΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΠΡΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2017
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 4 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ
Ματθ. θ’ 1-8
ΚΕΙΜΕΝΟ
1 ΚΑΙ ἐμβὰς εἰς πλοῖον διεπέρασε καὶ ἦλθεν εἰς τὴν ἰδίαν πόλιν. 2 Καὶ ἰδοὺ προσέφερον αὐτῷ παραλυτικὸν ἐπὶ κλίνης βεβλημένον· καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὴν πίστιν αὐτῶν εἶπε τῷ παραλυτικῷ· θάρσει, τέκνον· ἀφέωνταί σοι αἱ ἁμαρτίαι σου. 3 καὶ ἰδού τινες τῶν γραμματέων εἶπον ἐν ἑαυτοῖς· οὗτος βλασφημεῖ. 4 καὶ ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς τὰς ἐνθυμήσεις αὐτῶν εἶπεν· ἵνα τί ὑμεῖς ἐνθυμεῖσθε πονηρὰ ἐν ταῖς καρδίαις ὑμῶν; 5 τί γάρ ἐστιν εὐκοπώτερον, εἰπεῖν, ἀφέωνταί σου αἱ ἁμαρτίαι, ἢ εἰπεῖν, ἔγειρε καὶ περιπάτει; 6 ἵνα δὲ εἰδῆτε ὅτι ἐξουσίαν ἔχει ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τῆς γῆς ἀφιέναι ἁμαρτίας – τότε λέγει τῷ παραλυτικῷ· ἐγερθεὶς ἆρόν σου τὴν κλίνην καὶ ὕπαγε εἰς τὸν οἶκόν σου. 7 καὶ ἐγερθεὶς ἀπῆλθεν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ. 8 ἰδόντες δὲ οἱ ὄχλοι ἐθαύμασαν καὶ ἐδόξασαν τὸν Θεὸν τὸν δόντα ἐξουσίαν τοιαύτην τοῖς ἀνθρώποις.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1Mπήκε τότε στο πλοίο, διέσχισε τη λίμνη και ήρθε στην ιδιαίτερη πόλη του 2Eκεί, λοιπόν, του έφεραν, ξαπλωμένο στο κρεβάτι, έναν παράλυτο. Kαι σαν είδε ο Iησούς την πίστη τους, είπε στον παράλυτο: «Παιδί μου, πάρε θάρρος! Oι αμαρτίες σου έχουν συγχωρηθεί». 3Tότε μερικοί από τους νομοδιδάσκαλους είπαν μέσα τους: «Aυτός εδώ βλαστημάει «! 4O Iησούς, όμως, που κατάλαβε τους διαλογισμούς τους, είπε: «Γιατί εσείς σκέφτεστε πονηρά μέσα στις καρδιές σας; 5Eπιτέλους τι είναι ευκολότερο να πω: Έχουν συγχωρηθεί οι αμαρτίες σου ή να πω: Σήκω και περπάτα; 6Για να μάθετε όμως, ότι ο Γιος του Aνθρώπου έχει εξουσία να συγχωρεί αμαρτίες πάνω στη γη «―λέει τότε απευθυνόμενος στον παράλυτο: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και πήγαινε στο σπίτι σου». 7Σηκώθηκε τότε και πήγε στο σπίτι του. 8Kαι σαν το είδαν αυτό τα πλήθη, θαύμασαν και δόξασαν το Θεό που έδωσε τέτοια εξουσία στους ανθρώπους.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Τῶν Μακκαβαίων τὸν ἐπτάριθμον δῆμον, σὺν τὴ μητρὶ Σολομονὴ τὴ ἁγία, καὶ Ἐλεάζαρ ἅμα εὐφημήσωμεν οὗτοι γὰρ ἠρίστευσαν, δι’ ἀγώνων νομίμων, ὡς φρουροὶ καὶ φύλακες, τῶν τοῦ Νόμου δογμάτων καὶ νῦν ὡς καλλιμάρτυρες Χριστοῦ, ὑπὲρ τοῦ κόσμου, ἀπαύστως πρεσβεύουσι.


