Φόρτωση Εκδηλώσεις

« ΟΛΑ

  • This εκδήλωση has passed.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ’ ΛΟΥΚΑ – ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΕΝ ΟΛΥΜΠΩ (Ζωντανή μετάδοση)

Εκκλησία

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Λεωφ.Κ.Καραμανλή καί Αρκαδίου
ΛΑΡΙΣΑ, ΛΑΡΙΣΗΣ 41336 Ελλάδα
Phone:
2410280569
Website:
galilea.gr

Περιγραφή

Ημ/νια:
23/01/2022
Ώρα:
7:30 πμ - 5:00 μμ
23-1 ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ-ΚΛΗΜΕΝΤΟΣ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΔ’ ΛΟΥΚΑ – ΑΓΙΟΥ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΕΝ ΟΛΥΜΠΩ

Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ

 (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).

με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:
“Ελέησόν με”.

Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής ΙΔ’ ΛΟΥΚΑ ΕΔΩ

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΤΟΥ ΕΝ ΟΛΥΜΠΩ

              Ὁ ὅσιος Διονύσιος γεννήθηκε στὰ τέλη τοῦ  15ου αἰώνα ἀπὸ εὐσεβεῖς χριστιανοὺς γονεῖς στὸ χωριὸ Σλάτενα (σημ. Δρακότρυπα) στὴν ἐπαρχία Φαναρίου Τρικάλων τῆς Θεσσαλίας. Ὅταν ἀπεβίωσαν οἱ γονεῖς του ἦταν ἔφηβος καῖ ἐργάστηκε γιὰ κάποιο διάστημα ὡς δάσκαλος καὶ καλλιγράφος. Φλεγόταν ὅμως ἀπὸ ζῆλο γιὰ τὰ θεῖα, καὶ σὺντομα ἀποσύρθηκε ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ εἰσῆλθε στὴν Μονὴ τῆς Μεταμορφώσεως τῶν Μετεώρων καὶ ἔγινε ὑποτακτικὸς ἑνὸς γέροντα, ποὺ ὀνομάζοταν Σάββας. Λίγο μετὰ τὴν ρασοφορία του, ἀκούγοντας νὰ ἐξυμνοῦν τὴν ἡσυχαστική ζωή, τὴν ἄσκηση καὶ τὴν προσευχὴ τῶν ἁγιορειτῶν μοναχῶν, ἔφυγε κρυφά, ἐν ἀγνοίᾳ τοῦ γέροντά του, ὁ ὁποῖος ἤθελε νὰ τὸν κρατήσει διὰ τῆς βίας στὴν μονή, καὶ φθάνοντας στὶς Καρυές, τὴν πρωτεύουσα τῆς ἀθωνικῆς πολιτείας, ζήτησε νὰ γίνει δεκτὸς στὴν συνοδεία τοῦ ὀνομαστοῦ γιὰ τὴν σοφία του γέροντα Γαβριήλ. Τὸν ἔστειλαν ἀρχικὰ γιὰ λίγο καιρὸ στὸν κόσμο, κοντὰ στὸν μητροπολίτη Κασσανδείας, ὥσπου νὰ ἐνηλικιωθεῖ, καὶ ἐλαβε ἀπὸ τὰ χέρια τοῦ γέροντα Γαβριήλ τὸ ἀγγελικὸ Σχῆμα. Διακρίνοντας τὰ χαρίσματα τοῦ Διονυσίου, ὁ γέροντας σύντομα τὸν ἔστειλε στὸν ἐπίσκοπο τοῦ Ἁγίου Ὄρους γιὰ νὰ χειροτονηθεῖ διάκονος καὶ κατὸπιν πρεσβύτερος, ὥστε νὰ τὸν ἀντικαθιστᾶ στὸ λειτουργικό διακόνημά του στὸ Πρωτάτον (1512). Ὁ ζῆλός τοῦ Διονυσίου γιὰ τὴν ἄσκηση καὶ ἡ ἀγάπη του γιὰ τὴν κατὰ μόνας προσευχὴ κίνησε τὸν θαυμασμὸ νεώτερων καὶ γηραιότερων μοναχῶν. Ὅταν ὁ Γαβριήλ ἐπέστρεψε ἀπὸ τὴν Βλαχία, ὁ Διονύσιος εὔκολα ἔλαβε τὴν εὐλογία του νὰ ἀφοσιωθεῖ σὲ σκληρότερους ἀγῶνες, ἐγκαταβιώνοντας σὲ τόπο ψυχρό, ἀπαλλαγμένο ἀπὸ κάθε ἀνθρώπινη παρηγοριά, κοντὰ στὴν Μονὴ Καρακάλλου.

Νυχθημερὸν ἐργαζόταν ἀδιάκοπα γιὰ νὰ μεγαλώσει μέσα του ὀ ἔσω ἄνθρωπος, ἀνακαινισμένος κατ’εἰκόνα Χριστοῦ. Τροφή του ἧταν ἠ μελέτη τῆς Ἁγίας Γραφῆς καὶ κάστανα ποὺ ἀφθονοῦσαν στὴν περιοχή. Ζοῦσε ἐλεύθερος ἀπὸ κάθε βιοτικὴ μέριμνα. Ἐπέμεινε σὲ αὐτὸ τὸν τρόπο ζωῆς ἐπὶ τρία χρόνια, διαπρέποντας σὲ ἀγῶνες ἀντάξιους τῶν παλαιῶν μεγάλων ἀσκητῶν. Ὕστερα ἀπὸ προσκύνημα στοὺς Ἁγίους Τόπους, ὅπου ὁ γηραιὸς πατριάρχης Δωρόθεος, τὸν ἐκτίμησε τόσο ὥστε νὰ ἐπιθυμεῖ νὰ τὸν κρατήσει κοντά του γιὰ νὰ τὸν διαδεχθεῖ στὸν πατριαρχικό θρόνο, ἐπέστρεψε στὸ κελλὶ του στὸ Ἅγιο Ὄρος καὶ ἄρχισε νὰ ἀνοικοδομεῖ καὶ νὰ διευρύνει το ταπεινὸ ναΰδριο τοῦ κελλιοῦ του, βοηθούμενος ἀπὸ ἀγγέλους. Μιὰ ἡμέρα, ἕνας ληστής παρατήρησε ὅτι ἄρχισαν νὰ προσέρχονται πολλοὶ ἐπισκέπτες γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία τοῦ ἁγίου, καὶ παραμόνευσε γιὰ νὰ τὸν σκοτώσει. Ὑπέστη ὅμως τύφλωση καὶ δὲν τὸν εἴδε ὅταν πέρασε. Πῆγε τότε στὸ κελλί ἔχοντας λογισμὸ νὰ τὸν ληστέψει, ἀνεμπόδιστα, καὶ βρῆκε ἐκεῖ τὸν ἅγιο. Ἔπεσε τότε στὰ πόδια του, ἐξομολογήθηκε κλαίγοντας τὴν ἁμαρτωλή του πρόθεση καὶ κατόπιν ἐκἀρη μοναχός.

Ὕστερα ἀπὸ  ἑπτὰ ἔτη οὐράνιας βιοτῆς, καθὼς ἡ φήμη του εἶχε ἐξαπλωθεῖ σὲ ὅλο τὸ Ἅγιο Ὄρος, οἱ μοναχοὶ τῆς Μονῆς Φιλοθέου τοῦ ζήτησαν νὰ ἀναλάβει τὴν ἡγουμενία τῆς μονῆς τους. Ἀπὸ φιλανθρωπία, ὁ ἅγιος ἀποφάσισε νὰ ἐγκαταλείψει τὴν τρυφή τῆς ἡσυχίας χάριν τῆς σωτηρίας τῶν ἀδελφῶν. Ἀποκατέστησε γοργὰ τὶς ὑλικὲς καὶ πνευματικὲς συνθῆκες τῆς μονῆς. Οἱ νεόφυτοι ἄρχισαν νὰ συρρέουν, ὅταν κάποιοι Βούλγαροι μοναχοί, ἀπὸ φθόνο ἐπειδὴ εἶχαν στερηθεῖ τὴν διαχείριση τοῦ κοινοβίου, ὐποκίνησαν συνωμοσία ἐναντίον του, μὲ σκοπό νὰ τὸν φονεύσουν. Εἰδοποιημένος ἔγκαιρα ὁ ὅσιος διέφυγε μαζὶ μὲ μερικοὺς ἀπὸ τοὺς πιστοὺς ὐποτακτικούς του καὶ ἐγκάταστάθηκε στὴν Σκήτη Βεροίας (1524), ὅπου τότε ζοῦσαν λιγοστοὶ μοναχοί.

Ὅπως ὁ μαγνήτης τὸ σίδερο, οἱ ἀρετὲς καὶ τὰ χαρίσματά του προσείλκυσαν καὶ ἐκεῖ πολλούς μαθητὲς κοντά του. Ὁ Διονύσιος ἀνακατασκεύασε τὸν ναὸ τοῦ Τιμίου Προδρόμου, μετέτρεψε τὴν σκήτη σὲ κοινοβιακὴ μονή, ὀργανωμένη σύμφωνα μὲ τὸ ἁγιορειτικὸ τυπικό, καὶ ἐπέστρεψε σὲ ἄλλους ἀδελφοὺς νὰ ἐγκαταβιώνουν τριγύρω. Μόνοι ἥ σὲ μικρὲς συνοδεῖες, καὶ ἠ περιοχὴ γρήγορα ἐξελίχθηκε σὲ ἀληθινὴ μοναστικὴ πολιτεία. Παρὰ τὰ ἔργα ἀνακατασκευῆς καὶ τὴν μέριμνα τῆς πνευματικῆς καθοδήσης, ὁ Διονύσιος ἐξακολουθοῦσε καθ’ὅλα τὸν ἀσκητικό του κανόνα, ὅπως στὴν ἔρημο, τρώγοντας μονάχα λίγους καρπούς, φορώντας χειμώνα-καλοκαίρι ἕναν μονάχα χιτώνα, ἀδιαλείπτως προσευχόμενος, προπαντὸς στὴν ἡσυχία τῆς νύχτας, συνοδεύοντας τὸν κανόνα του μὲ ἀπεριόριστη ἀγάπη γιὰ τοὺς ἐνδεεῖς ποὺ ἔρχονταν νὰ ζητήσουν ἐλεημοσύνη στὴν μονή. Τοὺς μοίραζε ἀφειδῶς ἀγαθά, τρόφιμα καὶ ροῦχα, ἀφήνοντας στὴν θεία Πρόνοια τὴν φροντίδα γιὰ τὴν συντήρηση τῆς ἀδελφότητος. Πατὴρ ὅλων τῶν μοναχῶν, ἦταν κατὰ μίμησιν Χριστοῦ ὁ πλέον ταπεινὸς διακονητὴς τοῦ καθενός. Ὅποτε ἦταν δυνατό, μετέβαινε στὰ χωριὰ τῆς περιοχῆς καὶ δίδασκε τὴν εὐαγγελικὴ βιοτὴ καὶ τὴν τήρηση τῶν θείων ἐντολῶν στὸν λαό, ὁ ὁποῖος κατὰ τοὺς χαλεποῦς ἐκείνους καιροὺς τῆς Τουρκοκρατίας, στεροῦνταν καὶ τῆς στοιχειωδέστερης ἀκόμη χριστιανικῆς παιδείας. Εἴτε διάβαζε, εἴτε κήρυττε, εἴτε προσευχόταν, σὲ κάθε περίσταση, τὰ δάκρυα δὲν ἀργοῦσαν νὰ κυλήσουν ἄφθονα στὸ πρόσωπό του, καὶ ὅσοι πλησίαζαν τὸν παρακολουθοῦσαν καὶ τὸν ἄκουγαν ὡς ἀληθινὸ προφήτη.

Ὅταν μετὰ τὸ θάνατο τοῦ μητροπολίτη ὁ ἐπισκοπικός θρόνος τῆς Βεροίας χήρευσε, ὁ λαός ἀποφάσισε ὁμόφωνα νὰ ἐκλέξει τὸν ἅγιο μοναχό ποιμενάρχη του. Ὁ Διονύσιος ζήτησε χρονικὴ προθεσμία καὶ ὅταν ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν πληροφορία ὅτι δὲν ἦταν αὐτὸ τὸ θέλημά Του, κρύφτηκε καὶ λίγο ἀργότερα ἔφυγε, ἀναζητώντας πιὸ ἀπόμερο τόπο ἐγκαταβίωσης. Φθάνοντας στοὺς πρόποδες τοῦ Ὀλύμπου, τῆς κατοικίας τῶν ἀρχαίων θεῶν, αὐτὸς ποὺ εἶχε γίνει ἀληθινά θεός κατὰ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐγκαταστάθηκε σὲ μιὰ θαυμαστή κοιλάδα, διάσπαρτη μὲ μεγαλόπρεπα δέντρα καὶ πηγὲς ἄφθονου νεροῦ. Ἐκεῖ ἀφοῦ πέρασε λίγο καιρὸ σὲ πλήρη ἡσυχία, ἵδρυσε τὴν Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος, γιὰ νὰ δεχθεῖ τοὺς μαθητὲς ποὺ συνέρρεαν γύρω του. Ὁ Τούρκος διοικητής τῆς περιοχῆς, πληροφορούμενος ὅτι εἶχαν ἱδρύσει μονὴ χωρὶς τὴν ἄδειά του, ὀργίστηκε κατὰ τοῦ ἁγίου καὶ ἀποφάσισε νὰ τὸν συλλάβει καὶ νὰ τὸν δικάσει μαζί μὲ τοὺς μοναχούς του. Εἰδοποιημένος ἐγκαἰρως γιὰ τὸν κίνδυνο, ὁ Διονύσιος διέφυγε καὶ πήγε νὰ ἱδρύσει μὲ τοὺς μαθητές του τὴν Μονὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος στῆν Σουρβία κοντά στὴν Μακρυνίτσα τοῦ Πηλίου. Στὸ μεταξὺ στὸν Ὄλυμπο  ξέσπασε ἡ θεία ὀργή καὶ τὰ κοντινὰ στὴν μονὴ χωριὰ ὑπέφεραν ἀπὸ φοβερὴ ξηρασία τὴν ὁποία διαδέχονταν χαλαζοπτώσεις καταστρεπτικές γιὰ τὶς καλλιέργειες. Οἱ χωρικοὶ κατάλαβαν ὅτι αἰτία ὅλων τῶν δεινῶν ἦταν ἡ ἐξορία τοῦ ἁγίου, κατέφυγαν λοιπόν στὸν διοικητὴ καὶ τὸν ἔπεισαν νὰ ἐπαναφέρει τὸν Διονύσιο καὶ τοὺς μαθητές του, παρέχοντάς τους μάλιστα κάθε διευκόλυνση στὴν ἀνοικοδόμηση τοῦ καθολικοῦ καὶ τῆς μονῆς εἰς δόξαν Θεοῦ, γιὰ τὴν εὐλογία τῆς περιοχῆς.

Ἐπιστρέφοντας στὸν Ὄλυμπο, ὁ ἅγιος Διονύσιος ἔζησε γιὰ λίγο ἀποτραβηγμένος σὲ σπήλαιο. Κατόπιν, καθὼς οἱ ἀδελφοὶ συνέρρεαν, μοίρασε στὰ τρία τὶς δραστηριότητές του: τὴν ἡσυχαστικὴ διαμονὴ στὸ σπήλαιο τοῦ Γολγοθᾶ, στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν ἥ στὸ ὄρος τοῦ Ἁγίου Λαζάρου (ὀνομασίες ποὺ εἶχαν δὼσει στοὺς τόπους ἐκείνους μετὰ ἀπὸ δεύτερο προσκήνυμα στους Ἁγίους Τόπους), τὴν πνευματική καθοδήγηση τῶν ἀδελφῶν, τὴν συνεργασία γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τῆς μονῆς, καὶ τέλος τὴν φροντίδα γιὰ τοὺς πτωχοὺς καὶ τὴν διδασκαλία τοῦ λαοῦ. Ὁ Θεὸς τοῦ παραχωροῦσε ἀφθόνως τὴν χάρη Του, καὶ ὁ ἅγιος τὴν μοίραζε μὲ τὴν σειρά του ὡς πιστός οἰκονόμος. Ὡς ἄλλος Μωυσῆς, ὐπῆρξε ἐπὶ πολλὰ χρόνια ὁ ἀντιπρόσωπος τοῦ Θεοῦ γιὰ τὴν διόρθωση τῶν ἁμαρτωλῶν καὶ τῶν ἀσεβῶν, τὴν παρηγορία των δεινοπαθούντων, τὴν θεραπεία τῶν ἀρρώστων, τὴν ἐκδίωξη τῶν δαιμόνων, τὴν προόραση τῶν μελλόντων καὶ τὴν καθοδήγηση πρὸς τὴν οὐράνια πατρίδα ὅλων ὅσοι τὸν ἐμπιστεύονταν.

Ἔχοντας φθάσει σὲ προχωρημένη ἡλικία, καθὼς ἐπισκεπτόταν μιὰ ἡμέρα τοῦ Ιανουαρίου τὴν μονὴ στὸ Πήλιο, ἀρρώστησε καὶ ἔμαθε ὅτι εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα τῆς ἐκδημίας του. Παρ’ὅλα αὐτά, καθὼς εἶχε παρρησία πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἁγίους, ζήτησε ἀπὸ τὴν Παναγία μιὰν ἀναβολή, ὄχι γιὰ νὰ ἀπολαύσει κι ἄλλο τοῦτο τὸν κόσμο, γιὰ τὸν ὁποῖο ἀπὸ χρόνια ἦταν νεκρός, ἀλλὰ γιὰ νὰ τοῦ δοθεῖ χρόνος νὰ μεταδώσει τὶς τελευταῖες του διδαχές στοὺς μαθητές του. Γύρισε λοιπὸν στὸν Ὄλυμπο, συγκέντρωσε  μερικούς μαθητὲς στὸ σπήλαιο ὅπου ἐγκαταβίωνε παλαιότερα καὶ τοὺς σύστησε νὰ φυλάγουν πιστὰ τὴν μοναχικὴ βιοτή, σύμφωνα μὲ τὸ ἁγιορέιτικο τυπικό, νὰ ἐπιμένουν στὴν φιλαδελφία, τὴν ἀκτημοσύνη, τὴν ὑπακοή, τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν προσευχὴ ὥστε νὰ ἀξιωθοῦν τῆς Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν. Ἐκοιμήθη εἰρηνικά στὶς 23 Ἰανουαρίου 1541, προσευχόμενος ὑπέρ αὐτῶν πρὸς τὸν Κύριο.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 5ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 23 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ
Λουκ.ιη’ 35-43

ΚΕΙΜΕΝΟ

 35 Ἐγένετο δὲ ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς Ἱεριχὼ τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν· 36 ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 37 ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι Ἰησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται. 38 καὶ ἐβόησε λέγων· Ἰησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με· 39 καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ· αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. 40 σταθεὶς δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν, ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν 41 λέγων· τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. 42 καὶ ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. 43 καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

35Στο μεταξύ, καθώς πλησίαζε πια στην Iεριχώ, συνέβη το εξής περιστατικό. Ένας τυφλός καθόταν στην άκρη του δρόμου και ζητιάνευε. 36Kι όταν άκουσε να περνάει κόσμος, ρωτούσε να μάθει σαν τι να συνέβαινε. 37Tον πληροφόρησαν, λοιπόν, ότι περνάει ο Iησούς ο Nαζωραίος. 38Tότε αυτός άρχισε να φωνάζει δυνατά:  «Iησού, Γιε του Δαβίδ, ελέησέ με». 39Mα εκείνοι που βάδιζαν μπροστά, τον μάλωναν για να σωπάσει. Eκείνος όμως φώναζε ακόμα περισσότερο:  «Γιε του Δαβίδ, ελέησέ με»! 40Στάθηκε τότε ο Iησούς και πρόσταξε να τον φέρουν κοντά του. Kι όταν πλησίασε, τον ρώτησε: 41 «Tι θέλεις να σου κάνω:» Kι εκείνος απάντησε  «Kύριε, να ξαναδώ!» 42Tότε ο Iησούς του είπε:  «Nα ξαναδείς! H πίστη σου σε έσωσε»! 43Kαι μεμιάς ξαναβρήκε την όρασή του κι ακολουθούσε τον Iησού δοξολογώντας το Θεό! Kι όλος ο λαός, μόλις το είδε αυτό, δοξολόγησε το Θεό.  

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’.Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τοῦ Ὀλύμπου οἰκήτωρ Πιερίας ἀγλάισμα, καὶ τῆς ἐπωνύμου Μονῆς σου ἱερὸν περιτείχισμα, ἐδείχθης Διονύσιε σοφέ, βιώσας ὥσπερ Ἄγγελος ἐν γῇ, καὶ παρέχεις τὴν ταχεῖαν σου ἀρωγήν, τοὶς εὐλαβῶς κραυγάζουσιν δόξα τῷ δεδωκότι σοὶ ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ θαυμαστώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργούντι διὰ σοῦ πάσιν ἰάματα.

0