
ΠΕΜΠΤΗ ΚΥΡΙΑΚΗ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
Τήν Κυριακή αὐτή τιμᾶται ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, πού παρ’ ὅτι ἑορτάζεται τήν 1η Ἀπριλίου, προβάλλεται σήμερα πρός διέγερση τῶν ραθύμων καί ἁμαρτωλῶν σέ μετάνοια.
Ἀπό 12 χρονῶν ἡ Μαρία ἄρχισε νά ζεῖ ἄσωτα. Ὅταν στά 29 τῆς χρόνια πῆγε στούς Ἁγίους Τόπους γιά προσκύνηση τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, δέν κατάφερε νά εἰσέλθει στό Ναό, ὅπως ὅλοι οἱ ἄλλοι, ἐπειδή αἰσθανόταν μία ἀόρατη δύναμη νά τήν ἐμποδίζει. Τότε συναισθάνθηκε τήν ἁμαρτωλότητά της καί ὑποσχέθηκε ν’ ἀλλάξει ζωή. Ἔτσι μέ τή βοήθεια τῆς Παναγίας προσκύνησε τόν Τίμιο Σταυρό καί ἀνεχώρησε γιά τήν ἔρημο, πέραν τοῦ Ἰορδάνου, ὅπου ἔζησε ἄλλα 47 (!) χρόνια. Τά πρῶτα 17 μέ πολλούς πειρασμούς καί δυσκολίες, ἐνῶ τά λοιπά 30 σάν ἐπίγειος ἄγγελος. Ἀπό τά λίγα πού μάθαμε ἀπό τόν Ἅγιο Ζωσιμά πού τήν ἀνακάλυψε τό 46ο ἔτος διαμονῆς της στήν ἔρημο καί τήν ἑπόμενη χρονιά τήν κοινώνησε, γνωρίζουμε ὅτι σ’ ὅλα αὐτά τά χρόνια δέ συνάντησε ἄνθρωπο καί ζοῦσε μέ τά θηρία. Ἄν καί ἀγράμματη τελείως, ἐγνώριζε ἀπ’ ἔξω τήν Ἁγία Γραφή, ἱκανώθηκε νά γράφει, νά περπατᾶ ἐπάνω στά ὕδατα, νά μετακινεῖται ἀστραπιαῖα σάν πνεῦμα καί προικίσθηκε μέ τό διορατικό χάρισμα. Ἕνα χρόνο μετά τή Θ. Μετάληψή της, ὁ Ἅγιος Ζωσιμάς τήν βρῆκε πλησίον τῆς σπηλιᾶς της νεκρή καί δίπλα της γραμμένα: «Ἀββά Ζωσιμά, θάψον ὧδε τό σῶμα τῆς ἀθλίας Μαρίας. Ἀπέθανον τήν αὐτήν ἡμέραν, καθ’ ἥν ἐκοινώνησα τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Εὔχου ὑπέρ ἐμοῦ». Αὐτά ἔγιναν τό 378, ἤ κατ’ ἄλλους τό 437.
Ἡ Ὁσία Μαρία, μαζί μέ τήν Ὁσία Πελαγία, τόν Ὅσιο Μωυσῆ τόν Αἰθίοπα, τόν Ἱερό Αὐγουστίνο καί ἄλλους, εἶναι ζωντανά παραδείγματα τῆς δυνάμεως τῆς μετανοίας. Ἄς μήν ἀπελπιζόμαστε λοιπόν. Μποροῦμε νά γίνουμε, μέ τή δύναμη τῆς χάρης τοῦ Θεοῦ κατάλευκοι ὡς Ἄγγελοι, ἀρκεῖ νά μετανοήσουμε, ὅπως ἡ Ὁσία Μαρία.
Πηγή: ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ Στοιχεῖα Ἀγωγῆς γιά τήν τάξη καί τή Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας , Γεώργιος Σ. Κουγιουμτζόγλου Πρεσβύτερος, ΣΤ΄ΕΚΔΟΣΗ
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΑΒΒΑ ΤΟΥ ΕΝ ΚΑΛΥΜΝΩ
Ὁ νεοφανής αὐτὸς φωτεινὸς ἀστέρας τοῦ στερεώματος τῆς Ἐκκλησίας γεννήθηκε τὸ 1862 σὲ πτωχική οἰκογένεια τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης. Ἤδη ἀπὸ τὴν παιδικὴ του ἡλικία, ἡ ἀνάγνωση τῶν Βίων τῶν ἁγίων ἄναψε στὴν καρδιὰ του τὸν πόθο νὰ ἀσπασθεῖ τὸν μοναχικὸ βίο∙ οἱ γονεῖς του, ὅμως, εἶχαν ἄλλα σχέδια∙ τὸν ὑποχρέωσαν νὰ διακόψει τὸ σχολεῖο σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν καὶ νὰ ἀναλάβει τὴν διαχείριση ἑνὸς μαγαζιοῦ. Παρὰ τὶς ἀπειλὲς τῆς μητέρας του, ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Ἂν καλογερέψεις θὰ πεθάνω», ἔφυγε μία ἡμέρα καὶ ὡς ἔλαφος ποὺ τρέχει στὶς πηγὲς τῶν ὑδάτων ἔφτασε στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννης στὸ Ἅγιο Ὄρος. Ὁ νεαρὸς δόκιμος ἐπέδειξε μεγάλη ἀποταγή καὶ πλήρη ὑπακοή. Μία ἡμέρα οἱ συμμοναστές του τοῦ ἔδωσαν νὰ φάει ρεβύθια δίχως τὴν εὐλογία τοῦ Γέροντος του. Εἶδε τότε ἕναν δαίμονα νὰ στέκεται μπροστὰ του λέγοντας του θριαμβευτικὰ: «Σὲ ἐξαπάτησα!»
Δώδεκα χρόνια ἀργότερα (1887), μετέβη σὲ προσκύνημα στοὺς Ἁγίους Τόπους, καὶ ἀφοῦ προσκύνησε τὰ σεπτὰ σκηνώματα εἰσῆλθε στὴν Μονὴ Ἁγίου Γεωργίου τοῦ Χοζεβά, κοντὰ στὸν Ἰορδάνη ποταμό, ὅπου εκάρη μοναχὸς τὸ 1890. Μετὰ ἀπὸ μιὰ δεύτερη παραμονὴ στὴν Σκήτη τῆς Ἁγίας Ἄννας, μὲ σκοπὸ νὰ τελειοποιηθεῖ στὴν ἁγιογραφία, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ ὑπηρέτησε ἐπὶ ἕνα ἔτος στὴν Πατριαρχικὴ Σχολὴ τῶν Ἱεροσολύμων. Τὸ 1907, μπόρεσε νὰ ἀποσυρθεῖ σὲ σπήλαιο τῆς σκήτης τῆς Μονῆς Χοζεβά, γιὰ νὰ ἐπιδοθεῖ στὴν ἡσυχαστικὴ βιοτή. Μόνη του ἀσχολία ἦταν ἡ προσευχὴ καὶ ἡ ἁγιογραφία∙ ἔτρωγε μόνο μιὰ κουταλιὰ βρεγμένο σιτάρι τὴν ἡμέρα καὶ ἔπινε λίγο νερὸ ἀπὸ ἕνα γειτονικὸ χείμαρρο. Ὑπὸ τὴν ἀπειλὴ τῶν μουσουλμάνων, ποὺ λήστευαν καὶ λεηλατοῦσαν τοὺς τόπους ποὺ κατοικοῦσαν χριστιανοί, ὑποχρεώθηκε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἑλλάδα (1916) καὶ ἀφοῦ διέμεινε στὴν Πάτμο καὶ σὲ ἄλλους τόπους, ἐπέστρεψε στὸν Ἄθω. Μία ἡμέρα ποὺ βρισκόταν στὴν Ἀθήνα γιὰ νὰ ἐφοδιαστεῖ μὲ ὑλικὰ γιὰ τὴν ἁγιογραφία, πληροφορήθηκε ὅτι τὸν ἀναζητοῦσε ὁ μητροπολίτης Πενταπόλεως Νεκτάριος [9 Νοεμ.]. Ἀμέσως μετέβη στὴν Αἴγινα καὶ παρέμεινε στὴν ὑπηρεσία τοῦ ἁγίου Νεκταρίου μέχρι τὴ μακαριστὴ κοίμησή του. Ἡ συναναστροφὴ μὲ τὸν λαμπρὸ αὐτὸν ἅγιο τῆς ἐποχῆς μας συνέβαλε στὴν ὁλοκλήρωση τῆς πνευματικῆς κατάρτισης τοῦ ἀσκητὴ Σάββα, ὁ ὁποῖος διδάχθηκε ἀπὸ τὴν ὑπομονὴ τοῦ ἁγίου στὶς δοκιμασίες, τὴν ταπεινοφροσύνη του, τὶς πατρικὲς συμβουλὲς καὶ τὸ ὁσιακό τέλος του ποὺ συνοδεύτηκε ἀπὸ θαύματα. Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ ἁγίου Νεκταρίου παρέμεινε γιὰ ἕνα διάστημα στὴν Αἴγινα, σ’ ἕνα κελλὶ κοντὰ στὴ μονή, ὡς ἐφημέριος τῆς ἀδελφότητος, διδάσκοντας ἐπίσης στὶς μοναχὲς ἁγιογραφία καὶ βυζαντινὴ ψαλτική. Κάποτε, μετὰ ἀπὸ περίοδο σαράντα ἡμερῶν ἐγκλεισμοῦ, βγῆκε ἀπὸ τὸ κελλὶ του κρατώντας τὴν πρώτη εἰκόνα τοῦ ἁγίου Νεκταρίου, καὶ μὲ παρρησία ἔδωσε ἐντολὴ στὴν ἠγουμένη τῆς μονῆς νὰ τὴν τοποθετήσει στὸν ναὸ γιὰ προσκύνηση.
Ἡ συρροὴ ἐπισκεπτῶν στὴν Μονὴ τῆς Ἁγία Τριάδος ἀποτελοῦσε ὡστόσο ἐμπόδιο γιὰ τὴν ἡσυχία, τὴν ὁποία θεωροῦσε τὸ πλέον ἀνεκτίμητο ἀγαθό, ὁπότε ὁ Σάββας ἔφυγε ἐκ νέου καὶ ἀποσύρθηκε στὴν Μονὴ τῶν Ἁγίων Πάντων στὴν Κάλυμνο (1926). Ἔκτισε μιὰ μικρὴ καλύβη λίγο ὑψηλότερα ἀπὸ τὴν μονή, στὸ ἀκριβὲς σημεῖο ποὺ εἶχε προείπει ὁ κτήτορας τῆς μονῆς πρὶν ἐκδημήσει λίγα χρόνια πρωτύτερα. Ἐπὶ εἴκοσι δύο χρόνια, ὁ ὅσιος Σάββας τελοῦσε τακτικὰ τὶς Ἀκολουθίες, ἐξομολογοῦσε τὶς μοναχὲς καὶ κατηχοῦσε τὸν λαό, μεριμνώντας ἰδιαιτέρως γιὰ τὶς χῆρες, τοὺς πτωχοὺς καὶ τὰ ὀρφανά. Τρεφόταν μὲ λίγα κομμάτια πρόσφορο βρεγμένα μὲ λίγο νάμα ἢ μὲ ἀφέψημα δεντρολίβανου. Ὅταν ἔφτανε τὸ βράδυ, ἀφοῦ ὅλη τὴν ἡμέρα ἁγιογραφούσε ἢ ἐξομολογοῦσε, ἔπαιρνε συχνὰ μιὰ βαριοπούλα καὶ ἔσπαγε πέτρες, ὥστε, ὅπως ἔλεγε, νὰ μὴν λάβει τροφὴ χωρὶς νὰ εἶχε ἐργαστεῖ. Δύο ὧρες τὸ πολὺ παραχωροῦσε στὸν ὕπνο, καθισμένος σὲ μιὰ καρέκλα δίχως ράχη. Ὅλον τὸν ὑπόλοιπο χρόνο του τὸν ἀφιέρωνε στὸν Κύριο καὶ στοὺς ἐν Χριστῶ ἀδελφοὺς του. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, προσευχόταν ὄρθιος ἐπὶ νύχτες ὁλόκληρες, μεσιτεύοντας ὑπὲρ τοῦ λαοῦ, καὶ ὅταν τὰ ἐχθρικὰ ἀεροπλάνα πετοῦσαν πάνω ἀπὸ τὸ νησί, ἔκανε στὴν κατεύθυνσή τους τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ.
Παρότι πάνω ἀπ’ ὅλα ἀγαποῦσε τὴν ἡσυχία, ἔτρεχε ἀμέσως μόλις τὸν καλοῦσαν γιὰ νὰ φέρει στοὺς δεινοπαθοῦντες τὴν παρηγορία τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ νὰ τοὺς κάνει κοινωνοὺς τοῦ διάπυρου ἔρωτά τοῦ γιὰ τὸν Χριστό. Ἐξομολογοῦσε ἐπὶ ὧρες ἀτελείωτες, θρηνώντας γιὰ τὰ ἀνομήματα τῶν πνευματικῶν του τέκνων καὶ ὁδηγώντας τὰ στὴν χαρὰ τῆς σωτηρίας. Ὅταν προσευχόταν, στὸν ναὸ ἢ στὸ κελλὶ του, ὁ τόπος γέμιζε ἀπερίγραπτη εὐωδία ποὺ ἁπλωνόταν καὶ στὰ πέριξ. Ἡ ἴδια αὐτὴ εὐωδία ἀναδίδεται ἀκόμη σήμερα ἀπὸ τὸν τάφο τοῦ ἁγίου.
Παντελῶς ξένος στὶς οἰκονομικὲς μέριμνες, εἶχε ὡς ἀρχὴ νὰ μὴν ἀφήνει ποτὲ χρήματα νὰ διανυκτερεύουν κάτω ἀπὸ τὴν στέγη του καὶ μοίραζε ἀμέσως ὅτι τοῦ ἔδιναν γιὰ τὶς εἰκόνες ἢ γιὰ κάποια Ἀκολουθία. Στοὺς ἐργάτες ποὺ ἐργάζονταν στὴν καλύβη του, ἔλεγε νὰ πᾶνε μόνοι τους νὰ πάρουν τὴν ἀμοιβὴ τους ἀπὸ τὸ συρτάρι ὅπου ἔρριχνε φύρδην μίγδην ὅτι χρήματα λάμβανε.
Πρὸς τὰ τέλη τῆς ἐπίγειας διαμονῆς του, ὁ ὅσιος Σάββας περιῆλθε σὲ κατάσταση ἔντονης περισυλλογῆς καὶ κατάνυξης καὶ ἀποσύρθηκε ἐπὶ τρεῖς ἡμέρες χωρὶς νὰ δεῖ κανέναν. Κατόπιν ἔδωσε τὶς τελευταῖες του συμβουλὲς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ὑπακοὴ στὶς ἐντολὲς Του καὶ ἀναλαμβάνοντας ξαφνικὰ δυνάμεις, χτύπησε τὰ χέρια του, ἐπαναλαμβάνοντας: «Ὁ Κύριος, ὁ Κύριος, ὁ Κύριος, ὁ Κύριος!» Μία μοναχὴ εἶδε τότε τὴν ψυχὴ τοῦ ὁσίου νὰ ἀνέρχεται στοὺς οὐρανοὺς ἐν μέσω χρυσῆς νεφέλης, συνοδευόμενη ἀπὸ οὐράνιες μελωδίες (7 Ἀπριλίου 1948).
Ὅταν τὸ 1957 ἀνοίχθηκε ὁ τάφος του, εὐωδία ἁπλώθηκε σ’ ὅλη τὴν περιοχὴ μέχρι τὶς παρυφὲς τῆς πόλης. Τὸ γεγονὸς χαιρετίστηκε μὲ κωδωνοκρουσίες στὴν μονὴ καὶ σὲ ὅλους τοὺς ναοὺς τῆς Καλύμνου. Πολυάριθμα θαύματα ἐπιτελέστηκαν τότε καὶ δὲν παύουν νὰ ἐπιτελοῦνται στὸν τάφο του, χάριν τῶν κατοίκων τοῦ νησιοῦ ἀλλὰ καὶ τῶν προσκυνητῶν ποὺ ἔρχονται ἀπὸ μακριὰ γιὰ νὰ λάβουν τὴν εὐλογία τοῦ ἁγίου.
Ἁπλός, ταπεινὸς καὶ λάθρα βιώσας, ἀσκητὴς καὶ ἄνθρωπος τῆς προσευχῆς στὸ ὕψος τῶν ἀρχαίων Πατέρων, ὁ ὅσιος Σάββας ἀποτελεῖ τελεία εἰκόνα τοῦ ἀληθινοῦ μοναχοῦ, ἀπαράλλαχτη ἀνὰ τοὺς αἰῶνες. Σ’ ἕνα ἀπὸ τὰ λιγοστὰ κείμενά του, γράφει: «Μοναχὸς εἶναι ἐκεῖνος, ὅστις πενθεῖ καὶ κλαίει τὰς ἁμαρτίες του καὶ δὲν φροντίζει νὰ σκέπτεται ξένας ἁμαρτίας, οὔτε κατακρίνει τινά, ὀργίζεται, ἀλλ’ ὑπομένει μετ’ εὐχαριστήσεως πᾶσαν ζημίαν καὶ περιφρόνησιν διὰ νὰ ἔχη παρρησίαν εἰς τὸν Θεὸν τὸν οὐράνιον Κτίστη καὶ Πατέρα πάντων».
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 8ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 10 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
Μαρκ.ι’ 32-45
ΚΕΙΜΕΝΟ
32 Ἦσαν δὲ ἐν τῇ ὁδῷ ἀναβαίνοντες εἰς Ἱεροσόλυμα· καὶ ἦν προάγων αὐτοὺς ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐθαμβοῦντο, καὶ ἀκολουθοῦντες ἐφοβοῦντο. Καὶ παραλαβὼν πάλιν τοὺς δώδεκα ἤρξατο αὐτοῖς λέγειν τὰ μέλλοντα αὐτῷ συμβαίνειν,33 ὅτι ἰδοὺ ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου παραδοθήσεται τοῖς ἀρχιερεῦσι καὶ γραμματεῦσι, καὶ κατακρινοῦσιν αὐτὸν θανάτῳ καὶ παραδώσουσιν αὐτὸν τοῖς ἔθνεσι,34 καὶ ἐμπαίξουσιν αὐτῷ καὶ μαστιγώσουσιν αὐτὸν καὶ ἐμπτύσουσιναὐτῷ καὶ ἀποκτενοῦσιν αὐτόν, καὶ τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ ἀναστήσεται. 35 Καὶ προσπορεύονται αὐτῷ Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης υἱοὶ Ζεβεδαίου λέγοντες· διδάσκαλε, θέλομεν ἵνα ὃ ἐὰν αἰτήσωμεν ποιήσῃς ἡμῖν.36 Ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· τί θέλετε ποιῆσαί με ὑμῖν;37 Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δὸς ἡμῖν ἵνα εἷς ἐκ δεξιῶν σου καὶ εἷς ἐξ εὐωνύμων σου καθίσωμεν ἐν τῇ δόξῃ σου. 38 Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· οὐκ οἴδατε τί αἰτεῖσθε. Δύνασθε πιεῖν τὸ ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθῆναι; 39 Οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· δυνάμεθα. Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· τὸ μὲν ποτήριον ὃ ἐγὼ πίνω πίεσθε, καὶ τὸ βάπτισμα ὃ ἐγὼ βαπτίζομαι βαπτισθήσεσθε· 40 Τὸ δὲ καθίσαι ἐκ δεξιῶν μου καὶ ἐξ εὐωνύμων οὐκ ἔστιν ἐμὸν δοῦναι, ἀλλ᾿ οἷς ἡτοίμασται.41 Καὶ ἀκούσαντες οἱ δέκα ἤρξαντο ἀγανακτεῖν περὶ Ἰακώβου καὶ Ἰωάννου. 42 Ὁ δὲ Ἰησοῦς προσκαλεσάμενος αὐτοὺς λέγει αὐτοῖς· οἴδατε ὅτι οἱ δοκοῦντες ἄρχειν τῶν ἐθνῶν κατακυριεύουσιν αὐτῶν καὶ οἱ μεγάλοι αὐτῶν κατεξουσιάζουσιν αὐτῶν· 43 οὐχ οὕτω δὲ ἔσται ἐν ὑμῖν, ἀλλ᾿ ὃς ἐὰν θέλῃ γενέσθαι μέγας ἐν ὑμῖν, ἔσται ὑμῶν διάκονος,44 καὶ ὃς ἐὰν θέλῃ ὑμῶν γενέσθαι πρῶτος, ἔσται πάντων δοῦλος· 45 καὶ γὰρ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι, καὶ δοῦναι τὴν ψυχὴν αὐτοῦ λύτρον ἀντὶ πολλῶν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
32. Ήσαν δε εν τη οδώ αναβαίνοντες εις Ιεροσόλυμα· και ο Ιησούς προεπορεύετο αυτών, και εθαύμαζον και ακολουθούντες εφοβούντο. Και παραλαβών πάλιν τους δώδεκα, ήρχισε να λέγη προς αυτούς τα μέλλοντα να συμβώσιν εις αυτόν, 33. ότι ιδού, αναβαίνομεν εις Ιεροσόλυμα και ο Υιός του ανθρώπου θέλει παραδοθή εις τους αρχιερείς και εις τους γραμματείς, και θέλουσι καταδικάσει αυτόν εις θάνατον και θέλουσι παραδώσει αυτόν εις τα έθνη, 34. και θέλουσιν εμπαίξει αυτόν και μαστιγώσει αυτόν και θέλουσιν εμπτύσει εις αυτόν και θανατώσει αυτόν, και την τρίτην ημέραν θέλει αναστηθή. 35. Τότε έρχονται προς αυτόν ο Ιάκωβος και Ιωάννης, οι υιοί του Ζεβεδαίου, λέγοντες· Διδάσκαλε, θέλομεν να κάμης εις ημάς ό,τι ζητήσωμεν. 36. Ο δε είπε προς αυτούς· Τι θέλετε να κάμω εις εσάς; 37. Οι δε είπον προς αυτόν· Δος εις ημάς να καθήσωμεν εις εκ δεξιών σου και εις εξ αριστερών σου εν τη δόξη σου. 38. Ο δε Ιησούς είπε προς αυτούς· Δεν εξεύρετε τι ζητείτε. Δύνασθε να πίητε το ποτήριον, το οποίον εγώ πίνω, και να βαπτισθήτε το βάπτισμα, το οποίον εγώ βαπτίζομαι; 39. Οι δε είπον προς αυτόν· Δυνάμεθα. Ο δε Ιησούς είπε προς αυτούς· το μεν ποτήριον, το οποίον εγώ πίνω, θέλετε πίει, και το βάπτισμα το οποίον εγώ βαπτίζομαι, θέλετε βαπτισθή· 40. το να καθήσητε όμως εκ δεξιών μου και εξ αριστερών μου δεν είναι εμού να δώσω, αλλ’ εις όσους είναι ητοιμασμένον. 41. Και ακούσαντες οι δέκα ήρχισαν να αγανακτώσι περί Ιακώβου και Ιωάννου. 42. Ο δε Ιησούς προσκαλέσας αυτούς, λέγει προς αυτούς· Εξεύρετε ότι οι νομιζόμενοι άρχοντες των εθνών κατακυριεύουσιν αυτά και οι μεγάλοι αυτών κατεξουσιάζουσιν αυτά·
43. ούτως όμως δεν θέλει είσθαι εν υμίν, αλλ’ όστις θέλει να γείνη μέγας εν υμίν, θέλει είσθαι υπηρέτης υμών, 44. και όστις εξ υμών θέλει να γείνη πρώτος, θέλει είσθαι δούλος πάντων· 45. διότι ο Υιός του ανθρώπου δεν ήλθε διά να υπηρετηθή, αλλά διά να υπηρετήση και να δώση την ζωήν αυτού λύτρον αντί πολλών.



