
ΚΥΡΙΑΚΗ Δ’ΜΑΤΘΑΙΟΥ – ΑΓΙΟΥ ΣΙΣΩΗ
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
(Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).
με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:
«Τι ιδέα έχουμε για τον εαυτό μας;»
Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής Δ‘ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΕΔΩ
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΙΣΩΗ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ
Αὐτόςὁ μακάριος ἐπειδή ἀπό τήν βρεφική του ἡλικία ἀγάπησε τόν Θεό, γι’αύτό σήκωσε στούς ὤμους του τόν Σταυρό τοῦ Χριστού καί τόν ἀκολούθησε. Ἔτσι χαρούμενος προχώρησε στά πολύμοχθα τῆς ἀσκήσεως σκάμματα καί νίκησε τούς πολέμους τῶν ἀοράτων ἐχθρῶν δαιμόνων. Ἐπειδή ὅμως ἔγινε πάρα πολύ ταπεινός, γι’αὐτό δέχθηκε χάρι ἀπό τόν Κύριο νά ἀνασταίνη νεκρούς. Ἀφοῦ λοιπόν ἐπάνω στήν γῆ ὡς Ἄγγελος ἔζησε ἀγγελικά καί, μολονότι ἦταν σέ σάρκα, ἔζησε ὡς ἄσαρκος, μετέβη πρός τήν ἄυλη ζωή, ὅπου εἶναι οἱ σκηνές τῶν Ἁγίων καί ἡ ἀϊδια λαμπρότητα, πρεσβεύοντας στόν Χριστό καί δυσωπῶντας τον γιά ἐμᾶς.
Πηγή;Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Τόμος ΣΤ΄, Εκδοσις Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη “ἉΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ”, Νέα Σκήτη, Άγιο Όρος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 6 ΙΟΥΛΙΟΥ
Ματθ. η΄ 5-13
ΚΕΙΜΕΝΟ
5 Εἰσελθόντι δὲ αὐτῷ εἰς Καπερναοὺμ προσῆλθεν αὐτῷ ἑκατόνταρχος παρακαλῶν αὐτὸν καὶ λέγων· 6 Κύριε, ὁ παῖς μου βέβληται ἐν τῇ οἰκίᾳ παραλυτικός, δεινῶς βασανιζόμενος. 7 καὶ λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἐγὼ ἐλθὼν θεραπεύσω αὐτόν. 8 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἑκατόνταρχος ἔφη· Κύριε, οὐκ εἰμὶ ἱκανὸς ἵνα μου ὑπὸ τὴν στέγην εἰσέλθῃς· ἀλλὰ μόνον εἰπὲ λόγῳ, καὶ ἰαθήσεται ὁ παῖς μου. 9 καὶ γὰρ ἐγὼ ἄνθρωπός εἰμι ὑπὸ ἐξουσίαν, ἔχων ὑπ’ ἐμαυτὸν στρατιώτας, καὶ λέγω τούτῳ, πορεύθητι, καὶ πορεύεται, καὶ ἄλλῳ, ἔρχου, καὶ ἔρχεται, καὶ τῷ δούλῳ μου, ποίησον τοῦτο, καὶ ποιεῖ. 10 ἀκούσας δὲ ὁ Ἰησοῦς ἐθαύμασε καὶ εἶπε τοῖς ἀκολουθοῦσιν· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐδὲ ἐν τῷ Ἰσραὴλ τοσαύτην πίστιν εὗρον. 11 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πολλοὶ ἀπὸ ἀνατολῶν καὶ δυσμῶν ἥξουσι καὶ ἀνακλιθήσονται μετὰ Ἀβραὰμ καὶ Ἰσαὰκ καὶ Ἰακὼβ ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν, 12 οἱ δὲ υἱοὶ τῆς βασιλείας ἐκβληθήσονται εἰς τὸ σκότος τὸ ἐξώτερον· ἐκεῖ ἔσται ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων. 13 καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς τῷ ἑκατοντάρχῳ· ὕπαγε, καὶ ὡς ἐπίστευσας γενηθήτω σοι. καὶ ἰάθη ὁ παῖς αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ἐκείνῃ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
5Kι όταν μπήκε στην Kαπερναούμ, τον πλησίασε ένας εκατόνταρχος που τον παρακαλούσε λέγοντας: 6 «Kύριε, ο δούλος μου είναι κατάκοιτος στο σπίτι από παράλυση και βασανίζεται φριχτά». 7Tου λέει ο Iησούς: «Θα έρθω εγώ και θα τον γιατρέψω». 8Mα ο εκατόνταρχος αποκρίθηκε: «Kύριε, δεν είμαι άξιος να μπεις κάτω από τη στέγη μου, αλλά μια προσταγή δώσε μονάχα και θα γιατρευτεί ο δούλος μου. 9Γιατί είμαι κι εγώ κάτω από εξουσία κι έχω στρατιώτες στις διαταγές μου και λέω στον έναν: πήγαινε, και πηγαίνει, και στον άλλο: έλα, κι έρχεται, και στο δούλο μου: κάνε τούτο, και το κάνει». 10Kαι σαν τ’ άκουσε αυτό ο Iησούς, θαύμασε και είπε σ’ αυτούς που τον ακολουθούσαν: «Πραγματικά, σας λέω, ούτε στον Iσραήλ δε βρήκα τόση πίστη. 11Kαι σας λέω τούτο: ότι θα έρθουν πολλοί από ανατολή και δύση και θα καθίσουν μαζί με τον Aβραάμ και τον Iσαάκ και τον Iακώβ στο γιορταστικό τραπέζι στη βασιλεία των ουρανών, 12ενώ οι κληρονόμοι της βασιλείας θα πεταχτούν στο σκοτάδι το πιο βαθύ κι απόμακρο. Eκεί θα είναι το κλάμα και το τρίξιμο των δοντιών». 13Eίπε κατόπιν ο Iησούς στον εκατόνταρχο: «πήγαινε, κι όπως πίστεψες έτσι ας γίνει για σένα». Kαι γιατρεύτηκε ο δούλος του την ώρα εκείνη.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α’. Τὸν συνάναρχον Λόγον.
Ἐκ παιδὸς γεωργήσας ζωὴν τὴν κρείττονα, τῶν κατ’ αὐτῆς ἐνεπλήσθης θεουργικῶν ἀγαθῶν, τῶν Ἀγγέλων μιμητὰ Σισώη Ὅσιε, ὅθεν ὡς ἥλιος λαμπρός, ἀπαυγάζεις τηλαυγῶς, ἐν ὥρᾳ τῆς σῆς ἐξόδου, δηλοποιῶν τὴν σὴν δόξα, καὶ καταλάμπων τᾶς ψυχᾶς ἠμῶν.


