
ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΦΕΒΡΩΝΙΑΣ
Κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας τοῦ Διοκλητιανοῦ, ὁ ἔπαρχος τῆς Ρώμης, Ἄνθιμος, ἀρρώστησε βαριὰ καὶ ἐμπιστεύθηκε τὸν γιὸ του Λυσίμαχο στὸν ἀδελφὸ του Σελήνο. Τρεῖς ἡμέρες μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Ἀνθίμου ὁ αὐτοκράτορας κάλεσε τὸν Λυσίμαχο καὶ τοῦ ἀνήγγειλε ὅτι σχεδίαζε νὰ τὸν κάνει ἔπαρχο τῆς Ρώμης ὑπὸ τὸν ὅρο νὰ τοῦ ἀποδείξει τὴν ἀφοσίωσή του μεταβαίνοντας στὴν Ἀνατολὴ γιὰ νὰ διώξει τοὺς χριστιανούς, ἐπειδὴ κυκλοφοροῦσαν φῆμες ὅτι τοὺς ὑποστήριζε λόγω τῆς ἐπιρροῆς τῆς μητέρας του. Ὁ Λυσίμαχος δὲν μποροῦσε νὰ φέρει ἀντίρρηση καὶ ξεκίνησε μαζὶ μὲ τὸν θεῖο του ἐπικεφαλῆς ἰσχυροῦ ἀποσπάσματος. Φθάνοντας στὴν Παλμύρα, στὰ σύνορα Συρίας καὶ Μεσοποταμίας, ὁ Σελήνος θανάτωσε μὲ τὸν πιὸ ἄγριο τρόπο πολλοὺς χριστιανοὺς καὶ ἔτσι ἀπέκτησε τὴ φήμη αἱμοσταγοῦς τυράννου. Ὁ Λυσίμαχος, ποὺ στὴν πραγματικότητα αἰσθανόταν βαθειά συμπάθεια γιὰ τοὺς χριστιανούς, ἔνιωσε μεγάλη θλίψη γιὰ τὴν ἐκστρατεία αὐτὴ καὶ συνέστησε στόν ἀνηψιό του Πρίμο, ποὺ διοικοῦσε τὸ στρατιωτικὸ ἀπόσπασμα, νὰ εἰδοποιεῖ τοὺς χριστιανοὺς γιὰ τὴν ἄφιξή τους ὅπου κι ἂν πήγαιναν, ἔτσι ὥστε νὰ ἔχουν τὴν δυνατότητα νὰ διαφύγουν.
Στὴν Νίσιβη βρισκόταν τότε μονή, ὅπου πενήντα παρθένες ἀφιερωμένες στὸν Κύριο ἔδιναν τὸν ἀγώνα τῆς ἀρετῆς ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τῆς σοφῆς Βρυένης. Μεταξὺ τῶν μαθητριῶν της διακρινόταν ἰδιαίτερα ἡ Φεβρωνία, ἀνηψιά της, ἡλικίας εἴκοσι ἐτῶν, ἡ ὁποία εἶχε μεγαλώσει στὴν μονὴ ἀπὸ δύο χρονῶν καὶ ἦταν προικισμένη μὲ ἐξαιρετικὴ ὀμορφιά, τὴν ὁποία ἐλάμπρυνε ἀκόμη περισσότερο ἡ χάρις τῶν ἀρετῶν της. Μία ἡμέρα μία νεαρὴ κόρη εἰδωλολάτρις εὐγενικῆς καταγωγῆς, ἡ Ἱέρεια, παρουσιάστηκε στὴν μονὴ καὶ ζήτησε ἐπίμονα νὰ μιλήσει μὲ τὴν Φεβρωνία. Ἡ συνομιλία μὲ τὴν νεαρὴ μοναχὴ γέννησε τόσο μεγάλη συγκίνηση στὴν καρδιὰ της ὥστε ἔμεινε ἄγρυπνη ὅλη νύχτα χύνοντας ποταμοὺς δακρύων. Ὅταν γύρισε στὸ σπίτι της, ἡ Ἱέρεια διηγήθηκε τὴν ἐπίσκεψή της στὴ μονὴ καὶ παρότρυνε τοὺς γονεῖς της νὰ δεχθοῦν τὸ χαρμόσυνο μήνυμα τῆς Σωτηρίας.
Λίγο ἀργότερα, καθὼς ὁ Σελήνος ἑτοιμαζόταν νὰ εἰσέλθει στὴν Νίσιβη, οἱ χριστιανοὶ εἰδοποιημένοι ἀπὸ τὸν Πρίμο ἔφυγαν νὰ κρυφτοῦν στὶς σπηλιὲς καὶ στὰ βουνά. Ἡ Φεβρωνία παίρνοντας τὸν λόγο ἀναφώνησε: «Στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τοῦ ζῶντος Θεοῦ, τὸν Ὁποῖο ἐμνηστεύθην, μὲ τίποτα στὸν κόσμο δὲν θὰ ἐγκαταλείψω τὸν τόπο αὐτό!» Ἡ Βρυένη ἐπέτρεψε στὴν κάθε μία νὰ πράξει κατὰ συνείδησιν καὶ καθὼς ὅλες οἱ μοναχὲς ἐνέδωσαν μπροστὰ στὴν ἀδυναμία τῆς φύσεως, ἔμεινε μόνη μαζὶ μὲ τὴν Φεβρωνία καὶ τὴ Θωμαΐδα. Τρέμοντας γιὰ τὴν νεαρὴ Φεβρωνία, καθὼς ἀναλογιζόταν τὰ ἀνοσιουργήματα ποὺ οἱ διῶκτες δὲν θὰ παρέλειπαν νὰ διαπράξουν κατὰ τῆς λεπτῆς ὀμορφιᾶς της, ὑπενθύμισε σὲ αὐτὴν τὴν καρτερία ποὺ λίγο πρὶν εἶχαν ἐπιδείξει στὰ βασανιστήρια οἱ ἅγιες Λιβύη, Λεωνίς καὶ Εὐτροπία.
Τὸ πρωὶ ὁ Σελήνος διέταξε νὰ ρίξουν στὴν φυλακὴ ὅσους χριστιανοὺς ἔβρισκαν καὶ νὰ τοὺς ὑποβάλουν σὲ βασανιστήρια. Στρατιῶτες εἰσέβαλαν στὸ μοναστήρι σπάζοντας τὶς πόρτες καὶ μὴν βρίσκοντας παρὰ μόνο τὶς τρεῖς μοναχές, ἀπείλησαν μὲ τὰ ξίφη τους τὴν Βρυένη γιὰ νὰ ἀποκαλύψει ποὺ βρίσκονται οἱ ἄλλες μαθήτριές της. Ἡ Φεβρωνία ὅμως ἔπεσε στὰ πόδια τους ἱκετεύοντάς τους νὰ τὴν σκοτώσουν πρώτη, γιὰ νὰ γλιτώσει ἀπὸ τὸ θέαμα τοῦ θανάτου τῆς ἐν Χριστῶ μητρὸς της. Ἐν τῶ μεταξὺ ἔφθασε ὁ Πρίμος στὸ μοναστήρι, ἔδιωξε τοὺς στρατιῶτες καὶ μαθαίνοντας ὅτι οἱ ὑπόλοιπες μοναχὲς εἶχαν διαφύγει, συμβούλευσε τὴν Βρυένη καὶ τὶς συμμονάζουσές της νὰ πράξουν τὸ ἴδιο. Ἐπιστρέφοντας στὸ πραιτώριο, ἀνέφερε στὸ Λυσίμαχο ὅτι εἶχε δεῖ στὸ μοναστήρι μία παρθένο ἀσύγκριτης ὡραιότητας καὶ τοῦ πρότεινε νὰ τὴν διαλέξει γιὰ γυναίκα του. Ὁ Λυσίμαχος ὅμως ἀπάντησε ὅτι ἔχοντας λάβει ἀπὸ τὴν μητέρα του τὴν ἐντολὴ νὰ μὴν κακομεταχειρίζεται τοὺς χριστιανούς, εἶχε ἕναν λόγο παραπάνω νὰ μὴν προσβάλει μία παρθένο ἀφιερωμένη στὸν Θεό, ἀλλὰ ἀντίθετα νὰ κάνει τὰ πάντα γιὰ νὰ τὴν προστατεύσει.
Ὁ Σελήνος μαθαίνοντας τὰ συμβάντα ἀπὸ τοὺς στρατιῶτες του, οἱ ὁποῖοι ἐγκωμίασαν μὲ τὴν σειρὰ τους τὴν ὀμορφιὰ τῆς Φεβρωνίας, τοὺς ἔστειλε νὰ τοῦ φέρουν τὴν παρθένο, χωρὶς νὰ ἐπιτρέψουν στὶς άλλες μοναχὲς νὰ τὴν συνοδεύσουν. Ἡ Θωμαΐς ὡστόσο κατάφερε νὰ ἀκολουθήσει τὴν συνοδεία ντυμένη ὡς ἄνδρας. Ὅταν παρουσίασαν τὴν Φεβρωνία στὸ ἀμφιθέατρο, ὅπου εἶχε συγκεντρωθεῖ μέγα πλῆθος, ὁ ἄρχοντας γοητευμένος ἀπὸ τὰ θέλγητρά της ἄφησε κατὰ μέρος τὶς κατηγορίες ποὺ εἶχε νὰ τῆς ἀπαγγείλει καὶ πρότεινε σ’ αὐτὴν νὰ τὴν παντρέψει μὲ τὸν ἀνηψιό του Λυσίμαχο, μὲ τὴν ὑπόσχεση νὰ γνωρίσει μεγάλη δόξα στὴν Ρώμη. Ἡ ἁγία ὅμως, ἀπάντησε μὲ παρρησία ὅτι ἦταν ταγμένη σὲ ἕναν ἀθάνατο Νυμφίο ὁ Ὁποῖος τὴν περίμενε στὸ παλάτι Του στὸν οὐρανὸ καὶ τὸν διαβεβαίωσε ὅτι τίποτε δὲν μποροῦσε νὰ τὴν κάνει νὰ τὸν ἀπαρνηθεῖ. Ἐξοργισμένος ὁ Σελήνος διέταξε νὰ τὴν περιφέρουν γυμνὴ πρὸς δημόσιο ἐμπαιγμό. Ἔχοντας νικήσει τὴν προπατορικὴ ντροπὴ καὶ ἔχοντας ἐνδυθεῖ τὸν νέο Ἄνθρωπο, ἡ Φεβρωνία διαβεβαίωσε τὸν τύραννο ὅτι ἦταν ἕτοιμη σὰν ἀθλητὴς νὰ ἀρχίσει τὸν ἀγώνα κατὰ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν συνεργῶν του. Τέσσερις ἄνδρες τὴν τέντωσαν πάνω ἀπὸ τὴν φωτιὰ στὴν ὁποία εἶχαν ρίξει λάδι, ἐνῶ ἄλλοι τέσσερις τὴν μαστίγωναν ἀνελέητα, παρὰ τὶς κραυγὲς τοῦ πλήθους ποὺ ζητοῦσαν χάρη γιὰ τὴν εὔθραυστη κόρη. Ἀντιθέτως ὁ Σελήνος εἶπε νὰ τὴν κτυπήσουν ἀκόμη πιὸ σκληρὰ καὶ οἱ δήμιοι τὴν ἄφησαν ἡμιθανή. Μόλις συνῆλθε, ἡ ἁγία ἐξέφρασε τὴν περιφρόνησή της γιὰ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ τὴν παρέδωσαν ἐκ νέου στοὺς στρατιῶτες οἱ ὁποῖοι τῆς ξέσχισαν τὰ πλευρά. Κατόπιν τῆς ξερίζωσαν τὰ δόντια ἕνα ἕνα καὶ καθὼς παρέμενε ἀκλόνητη τῆς ἀπέκοψαν τοὺς μαστούς, ἐν συνεχεία δὲ τῆς ἔκαψαν τὸ στῆθος. Ἡ Ἱέρεια ποὺ ἦταν παροῦσα ἀνάμεσα στὸ πλῆθος ἔβγαλε κραυγὲς ἀγανάκτησης καὶ ὑπερασπίσθηκε τὴν ἁγία. Ἀμέσως τὴν συνέλαβαν, φοβούμενος ὅμως τὴν ὑψηλὴ κοινωνικὴ θέση της καὶ τὶς ἀντιδράσεις τοῦ κόσμου, ὁ Σελήνος δὲν τὴν ὑπέβαλε σὲ βασανιστήρια, ἀλλὰ γιὰ νὰ δείξει πόσο καταφρονοῦσε τὶς διαμαρτυρίες της πρόσταξε νὰ κόψουν τὰ δύο χέρια καὶ τὸ πόδι τῆς Φεβρωνίας. Ἡ ἁγία προσέφερε τὰ χέρια της στὸ ξίφος, ἀλλὰ καθὼς ὁ δήμιος ἀπέτυχε τρεῖς φορὲς νὰ κόψει τὸ πόδι της, τῆς προκάλεσε τέτοιον ἀνυπόφορο πόνο ποὺ τοῦ ἔτεινε τὸ ἄλλο πόδι της στὸ κούτσουρο παρακαλώντας τον νὰ τελειώσει τὸ συντομότερο. Ἐκεῖνος τὸ ἔκανε καὶ καθὼς ἡ ἁγία ψυχομαχοῦσε μπροστὰ στὸν ἄρχοντα, ἐκεῖνος ἔδωσε τὴν ἐντολὴ νὰ τὴν ἀποκεφαλίσουν καθὼς βιαζόταν νὰ πάει νὰ δειπνήσει.
Ἐπιστρέφοντας στὸ παλάτι του, ὁ Σελήνος ἔχασε τὰ λογικὰ του καὶ κτυπώντας τὸ κεφάλι του σὲ μιὰ κολόνα ἔπεσε νεκρός. Ὅσο γιὰ τὸν Λυσίμαχο, ἦταν ἀπαρηγόρητος γιὰ τὸ θάνατο τῆς ἁγίας. Ἔστειλε στρατιῶτες νὰ περισυλλέξουν τὰ τίμια λείψανά της καὶ νὰ τὰ μεταφέρουν στὴν μονή, ὅπου ἡ Βρυένη καὶ οἱ μοναχὲς τὰ δέχθηκαν θρηνώντας. Κατόπιν ἐγκαταλείποντας τὴν περιουσία καὶ τὴν σταδιοδρομία του, παρουσιάσθηκε στὸ μοναστήρι ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν Πρίμο καὶ πλῆθος στρατιωτῶν. Ἀφοῦ ἔλαβαν τὸ ἅγιο Βάπτισμα, ἐκάρησαν μοναχοί. Ἡ Ἱέρεια ἐπίσης βαπτίσθηκε μὲ ὅλη τὴν οἰκογένειά της καὶ ἔγινε μοναχὴ στὸ μοναστήρι τῆς Βρυένης.
Κάθε χρόνο ποὺ τελοῦνταν ἡ μνήμη της, ἡ ἁγία Φεβρωνία ἐμφανιζόταν στὸν χορὸ ἀνάμεσα στὶς ἀδελφὲς της, ἂν ὅμως κανεὶς σκεφτόταν νὰ τὴν ἀγγίξει ἢ νὰ τῆς ἀπευθύνει τὸν λόγο ἀμέσως γινόταν ἄφαντη. Ὅταν ὁ ἐπίσκοπος τοῦ τόπου ἀνήγειρε νέο ναὸ πρὸς τιμὴν τῆς ἁγίας, ζήτησε νὰ μεταφερθοῦν ἐκεῖ τὰ λείψανά της. Ἕνας σεισμὸς ὅμως συνοδευόμενος ἀπὸ κεραυνοὺς ἀπώθησε μακριὰ ὅσους εἶχαν τολμήσει νὰ πλησιάσουν τὴν λειψανοθήκη της, φανερώνοντας ἔτσι τὴν θέληση τῆς ἁγίας Φεβρωνίας νὰ παραμείνει στὴν μονὴ της. Μονάχα ἕνα δόντι της στάλθηκε δυνατὸ νὰ τῆς πάρουν καὶ μόλις κατατέθηκε στὸν καινούργιο ναὸ ἐπιτέλεσε πλῆθος θαυμάτων.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 10ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΙΟΥΝΙΟΥ
Ματθ. στ’ 22-33
ΚΕΙΜΕΝΟ
22 Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· 23 ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 24 Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 25 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 26 ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; 27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρῖνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· 29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 31 μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα; 32 πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. 33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
22 «Tο λυχνάρι του σώματος είναι το μάτι. Συνεπώς, αν το μάτι σου είναι απονήρευτο, ολόκληρο το σώμα σου θα είναι φωτεινό. 23Aν όμως το μάτι σου είναι πονηρό, τότε όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό. Aν, λοιπόν, το φως που υπάρχει μέσα σου είναι σκοτάδι, πόσο χειρότερο θα είναι το σκοτάδι;» 24 «Kανένας δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους, γιατί ή θα μισήσει τον ένα και θ’ αγαπήσει τον άλλο ή θα προσηλωθεί στον ένα και θα καταφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να υπηρετείτε και το Θεό και το Mαμωνά». 25 «Γι’ αυτό σας λέω, μην ανησυχείτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. Δεν είναι μήπως η ζωή πολυτιμότερη από την τροφή και το σώμα από τα ρούχα; 26Παρατηρήστε τα πουλιά τ’ ουρανού που δε σπέρνουν, ούτε θερίζουν, ούτε συνάζουν σε αποθήκες, όμως ο Πατέρας σας ο ουράνιος τα τρέφει. Eσείς δε διαφέρετε πολύ περισσότερο απ’ αυτά; 27Aλλά και ποιος από σας μπορεί, με το να ανησυχεί, να προσθέσει έστω και λίγα εκατοστά στη διάρκεια της ζωής του; 28Kαι για ρούχα τι ανησυχείτε; Παρατηρήστε προσεκτικά τα κρίνα στην εξοχή και μάθετε πώς μεγαλώνουν. Oύτε κοπιάζουν ούτε γνέθουν. 29Kι όμως, σας λέω, ούτε ο Σολομών με όλη του τη δόξα, δεν ντυνόταν σαν ένα απ’ αυτά. 30Kι αν της εξοχής το χορτάρι, που σήμερα υπάρχει κι αύριο πετιέται στο φούρνο, ο Θεός το ντύνει έτσι, δε θα ντύσει πολύ περισσότερο εσάς, ολιγόπιστοι; 31Mην ανησυχείτε, λοιπόν, λέγοντας τι θα φάμε ή τι θα πιούμε ή τι θα ντυθούμε – 32άλλωστε όλα αυτά τα επιδιώκουν οι ειδωλολάτρες – επειδή ξέρει ο Πατέρας σας ο ουράνιος ότι όλα αυτά τα χρειάζεστε. 33Aντίθετα, να ζητάτε πρώτα τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη του, κι όλα αυτά θα σας προστεθούν.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Τὴν ὡραιότητα.
Ὡς τῆς ἀσκήσεως ῥόδον ἡδύπνευστον, ὀσμὴν ἀθλήσεως τῷ κόσμῳ ἔπνευσας, εἰς ὀσμὴν μύρων τοῦ Χριστοῦ δραμοῦσα ἀσχέτῳ πόθῳ, ὅθεν ὡς παρθένον σὲ καὶ ὁσίαν καὶ μάρτυρα, θαυμαστῶς ἐδόξασε Φεβρωνία ὁ Κύριος, ᾧ πρέσβευε ὑπὲρ τῶν βοώντων, χαῖρε σεμνὴ ὁσιομάρτυς.


