
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΦΩΚΑ
Υἱὸς τοῦ ναυπηγοῦ Παμφίλου καὶ τῆς Μαρίας, ὁ ἅγιος ἱερομάρτυς Φωκᾶς κατήγετο ἀπὸ τὴν Σινώπη τοῦ Ευξείνου Πόντου. Ἀπὸ μικρὸς ἔλαβε τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος νὰ φυγαδεύει δαίμονες, νὰ θεραπεύει ἀσθενεῖς, νὰ διασώζει πλοῖα ἀπὸ ναυάγιο. Ἔφθασε ὡς τὴν Ἀμισό, διδάσκοντας καὶ θαυματουργώντας. Στολισμένος μὲ πολλὲς ἀρετὲς καὶ χαρίσματα, ὅταν ἐπέστρεψε στὴν πατρίδα του χειροτονήθηκε ἐπίσκοπός της.
Κάποια ἡμέρα κατὰ τὴν εἴσοδό του στὸν ναὸ μία περιστέρα κάθισε ἐπάνω στὴν κεφαλὴ του, τοῦ φόρεσε στεφάνι καὶ εἶπε μὲ ἀνθρώπινη φωνὴ: «Κεράσθηκες ποτήρι καὶ πρέπει νὰ τὸ πιεῖς». Ἀπὸ τότε, προσηλωμένος στὰ αἰώνια ἀγαθὰ ὁ ἅγιος ἀπέσυρε κάθε ἐλπίδα του ἀπὸ τὸν κόσμο, μέχρις ὅτου τὴν ἐποχὴ τοῦ Τραϊανοῦ (98-117) ἐκπληρώθηκε ἡ προφητεία. Στὴν ἀρχὴ συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸν ἔπαρχο Ἀφρικανό. Αὐτὸς περιέπαιξε μὲ βλασφημία τὴν θαρραλέα ὁμολογία τοῦ ἁγίου, ὅταν δὲ θέλησε νὰ τὸν τιμωρήσει, ἔγινε μέγας σεισμός, ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔπεσε στὴν γῆ ἄπνους, σχεδὸν νεκρός. Ὁ Φωκᾶς, καμπτόμενος ἀπὸ τὶς παρακλήσεις τῶν στρατιωτῶν καὶ τῆς γυναικὸς τοῦ ἐπάρχου, τὸν ἀνέστησε καὶ ἀφέθηκε ἐλεύθερος. Σύντομα ὅμως συνελήφθη πάλι ἐξ αἰτίας τῶν κηρυγμάτων του καὶ ὁδηγήθηκε στὸν ἴδιο τὸν Τραϊανό. Μὲ διαταγὴ του ρίχθηκε μέσα σὲ πυρακτωμένο λουτρό, ὅπου παρέδωσε τὴν ψυχὴ του στὸν Θεὸ (περὶ τὸ 101). Καὶ μετὰ τὴν μαρτυρικὴ του τελείωση ὁ ἅγιος Φωκάς συνέχισε νὰ ἐπιτελεῖ πολλὰ θαύματα σὲ ὅσους τὸν ἐπεκαλοῦντο μὲ πίστη, ἰδιαίτερα στοὺς ναυτικούς, οἱ ὁποῖοι τὸν εἶχαν προστάτη τους.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 1ος. Εκδόσεις Ορμύλια.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 22 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ
Λουκ. ε’ 1-11
ΚΕΙΜΕΝΟ
1 ΕΓΕΝΕΤΟ δὲ ἐν τῷ τὸν ὄχλον ἐπικεῖσθαι αὐτῷ τοῦ ἀκούειν τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ καὶ αὐτὸς ἦν ἑστὼς παρὰ τὴν λίμνην Γεννησαρέτ, 2 καὶ εἶδε δύο πλοῖα ἑστῶτα παρὰ τὴν λίμνην· οἱ δὲ ἁλιεῖς ἀποβάντες ἀπ’ αὐτῶν ἀπέπλυναν τὰ δίκτυα. 3 ἐμβὰς δὲ εἰς ἓν τῶν πλοίων, ὃ ἦν τοῦ Σίμωνος, ἠρώτησεν αὐτὸν ἀπὸ τῆς γῆς ἐπαναγαγεῖν ὀλίγον· καὶ καθίσας ἐδίδασκεν ἐκ τοῦ πλοίου τοὺς ὄχλους. 4 ὡς δὲ ἐπαύσατο λαλῶν, εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα· ἐπανάγαγε εἰς τὸ βάθος καὶ χαλάσατε τὰ δίκτυα ὑμῶν εἰς ἄγραν. 5 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ Σίμων εἶπεν αὐτῷ· ἐπιστάτα, δι’ ὅλης τῆς νυκτὸς κοπιάσαντες οὐδὲν ἐλάβομεν· ἐπὶ δὲ τῷ ρήματί σου χαλάσω τὸ δίκτυον. 6 καὶ τοῦτο ποιήσαντες συνέκλεισαν πλῆθος ἰχθύων πολύ· διερρήγνυτο δὲ τὸ δίκτυον αὐτῶν. 7 καὶ κατένευσαν τοῖς μετόχοις τοῖς ἐν τῷ ἑτέρῳ πλοίῳ τοῦ ἐλθόντας συλλαβέσθαι αὐτοῖς· καὶ ἦλθον καὶ ἔπλησαν ἀμφότερα τὰ πλοῖα, ὥστε βυθίζεσθαι αὐτά. 8 ἰδὼν δὲ Σίμων Πέτρος προσέπεσε τοῖς γόνασιν Ἰησοῦ λέγων· ἔξελθε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι ἀνὴρ ἁμαρτωλός εἰμι, Κύριε· 9 θάμβος γὰρ περιέσχεν αὐτὸν καὶ πάντας τοὺς σὺν αὐτῷ ἐπὶ τῇ ἄγρᾳ τῶν ἰχθύων ᾗ συνέλαβον, 10 ὁμοίως δὲ καὶ Ἰάκωβον καὶ Ἰωάννην, υἱοὺς Ζεβεδαίου, οἳ ἦσαν κοινωνοὶ τῷ Σίμωνι. καὶ εἶπε πρὸς τὸν Σίμωνα ὁ Ἰησοῦς· μὴ φοβοῦ· ἀπὸ τοῦ νῦν ἀνθρώπους ἔσῃ ζωγρῶν. 11 καὶ καταγαγόντες τὰ πλοῖα ἐπὶ τὴν γῆν ἀφέντες ἅπαντα ἠκολούθησαν αὐτῷ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1Kάποτε, λοιπόν, καθώς αυτός στεκόταν δίπλα στη λίμνη της Γεννησαρέτ κι ο κόσμος συνωστιζόταν γύρω του, 2είδε δύο πλοία αραγμένα στην άκρη της λίμνης, ενώ οι ψαράδες είχαν βγει απ’αυτά και ξέπλεναν τα δίχτυα. 3Mπήκε τότε σ’ένα από τα πλοία, που ήταν του Σίμωνα, και του ζήτησε να απομακρυνθεί λίγο από τη στεριά. Kι αφού κάθισε, δίδασκε τα πλήθη μέσα από το πλοίο. 4Kι όταν σταμάτησε να μιλάει, είπε στο Σίμωνα: «Ξανοίξου στα βαθιά και ρίξτε τα δίχτυα σας για ψάρεμα». 5Aποκρίθηκε τότε ο Σίμωνας και του είπε: «Δάσκαλε, παρόλο που κοπιάσαμε όλη τη νύχτα, χωρίς να πιάσουμε τίποτε, όμως επειδή εσύ το λες, θα ρίξω το δίχτυ μου». 6Kι όταν το έκαναν, έπιασαν πολύ μεγάλο αριθμό ψαριών, τόσο που το δίχτυ τους σκιζόταν. 7Kάλεσαν τότε με νεύματα τους συντρόφους τους, που βρίσκονταν στο άλλο πλοίο, να έρθουν και να τους δώσουν χέρι βοήθειας. Ήρθαν λοιπόν και γέμισαν και τα δύο πλοία σε σημείο που να βουλιάζουν. 8Kαι σαν το είδε αυτό ο Σίμωνας Πέτρος, έπεσε στα γόνατα του Iησού λέγοντας: «Aπομακρύνσου από μένα, γιατί είμαι άνθρωπος αμαρτωλός, Kύριε!» 9Διότι είχε κυριεύσει τρόμος αυτόν και όλους εκείνους που ήταν μαζί του, μπροστά στη θέα της ποσότητας των ψαριών που έπιασαν. 10Tο ίδιο συνέβη και με τον Iάκωβο και τον Iωάννη, τους γιους του Zεβεδαίου, που ήταν συνέταιροι του Σίμωνα. Tότε ο Iησούς είπε στο Σίμωνα: «Mη φοβάσαι. Aπό τώρα ανθρώπους θα κερδίζεις για τη ζωή». 11Tα άραξαν κατόπιν τα πλοία στη στεριά κι αφού τα παράτησαν όλα, τον ακολούθησαν.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἐκ βρέφους τοῦ Πνεύματος, ὀφθεῖς δοχεῖον λαμπρόν, θαυμάτων ἐπλούτησας, τὴν παρ’ αὐτοῦ δωρεάν, Φωκὰ Ἱερώτατε, ὅθεν ἱερουργήσας, τῷ Σωτηρι ὁσίως, ἔπιες ἐν ἀθλήσει, τὸ ποτήριον τούτου, ὦ πρέσβευε δεόμεθα, ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ἠμῶν.


