Φόρτωση Εκδηλώσεις

« ΟΛΑ

  • This εκδήλωση has passed.

ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ- ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ 12 Μαρτ. 2022 (Ζωντανή μετάδοση)

Εκκλησία

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Λεωφ.Κ.Καραμανλή καί Αρκαδίου
ΛΑΡΙΣΑ, ΛΑΡΙΣΗΣ 41336 Ελλάδα
Phone:
2410280569
Website:
galilea.gr

Περιγραφή

Ημ/νια:
12/03/2022
Ώρα:
7:30 πμ - 9:30 πμ
12-3 ΑΓΙΟΥ ΣΥΜΕΩΝ-ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ-ΘΕΟΦΑΝΗΣ (2)

Θεία Λειτουργία – Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου 12/3/2022

Ήχος α’. Της ερήμου πολίτης
Ελλαμθείς ουρανόθεν, Συμεών , όλος γέγονας φώς, όλον Χριστόν εν τοις στέρνοις συν Πατρί τε και Πνεύματι ως ήλιον λαμπρόν φέρων γνωστώς, νηστείαις συν ασκήσεσι πυκναίς και παννύχοις αγρυπνίαις προκαθαρθείς’ αίγλην γαρ απειρόφωτον. Πλάστου θελχθείς ορών διηνεκώς σην ψυχήν την ολόφωτον πρώτω Φωτί παρέθου, τους πιστούς λαμπρύνων ώσπερ ήλιος.

Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ

 (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).

Διαβάστε την ακολουθία ΕΔΩ

Η μνήμη του Αγίου Συμεών του νέου Θεολόγου εορτάζεται στις 12 Μαρτίου, ημέρα της κοιμήσεώς του, όταν όμως συμπίπτει με τη νηστεία τη Μεγάλης Τεσσαρακοστής μπορεί να γιορταστεί και 12 Οκτωβρίου.

ΣΑΒΒΑΤΟ ΤΗΣ «ΚΑΘΑΡΑΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ»

Τήν ἡμέρα αὐτή ἡ Ἐκκλησία μας θυμᾶται καί ἑορτάζει τό διά τῶν κόλλυβων θαῦμα τοῦ Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Τήρωνος, ὅταν ὁ αὐτοκράτωρ Ἰουλιανός ὁ Παραβάτης σκέφθηκε νά μολύνει τούς Χριστιανούς τήν  «Καθαρά Ἑβδομάδα», προσφέροντας τούς στήν ἀγορά τῆς Κων/πόλεως μόνο μή νηστήσιμα φαγητά καί ἐπί πλέον εἰδωλόθυτα.

Τίς προθέσεις αὐτές τοῦ Ἰουλιανοῦ τίς ἀπεκάλυψε ὁ Ἅγιος Θεόδωρος στόν Πατριάρχη Ευδόξιο, παρουσιασθείς στόν ὕπνο του. Καί αὐτός, πρός άντιμετώπιση τοῦ προβλήματος, διέταξε ἐγκαίρως νά κάνουν κόλλυβα μέ πολύ σιτάρι, ὥστε μ’αὐτά νά τραφοῦν οἱ Χριστιανοί.

Ἀπό παρεξήγηση αὐτῆς τῆς ἑορτῆς, πολλοί Χριστιανοί θεωροῦν τό Σάββατο αὐτό σάν Ψυχοσάββατο καί πηγαίνουν στούς Ναούς κόλλυβα γιά τούς κεκοιμημένους τους. Ἡ συνήθεια αὐτή ὠφελεῖ τούς κεκοιμηθέντας, ἀλλά ἐμεῖς ἐξηγήσαμε ὅτι δύο εἶναι τά Ψυχοσάββατα (παραμονή Ἀπόκρεω καί Πεντηκοστῆς). Ἑπομένως μποροῦμε νά θυμόμαστε τό θαῦμα κάνοντας κόλλυβα πρός δόξαν Θεοῦ καί τοῦ Μάρτυρά Του (κόλλυβα Ἁγίου) καί μέ τήν εὐκαιρία αὐτή, νά κάνουμε κόλλυβα καί ὑπέρ τῶν κεκοιμημένων μας.

Πηγή: ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ Στοιχεῖα Ἀγωγῆς γιά τήν τάξη καί τή Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας , Γεώργιος Σ. Κουγιουμτζόγλου Πρεσβύτερος, ΣΤ΄ΕΚΔΟΣΗ

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΟΣΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΦΟΡΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΣΥΜΕΩΝ ΤΟΥ ΝΕΟΥ ΘΕΟΛΟΓΟΥ

Ἀνάμεσα στὰ ἄστρα ποὺ λάμπουν ἀναρίθμητα στὸ πνευματικὸ στερέωμα τῆς Ἐκκλησίας, τρία μονάχα κρίθηκαν ἄξια τοῦ τίτλου τοῦ Θεολόγου: ὁ ἅγιος Ἰωάννης Εὐαγγελιστής, ὁ ἠγαπημένος μαθητής, ὁ ὁποῖος ἐπέπεσε ἐπὶ τοῦ στήθους τοῦ Κυρίου καὶ ἤπιε ἀπὸ τὸ ζῶν Ὕδωρ τῆς γνώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ∙ ὁ ἅγιος Γρηγόριος [25 Ιαν.], ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἀτένισε μὲ κεκαθαρμένο τὸν ἔσω ὀφθαλμὸ τὸ μυστήριο τῆς Ἁγίας Τριάδος, κήρυξε τὸ μυστήριο θέτοντας στὴν ὑπηρεσία του ὅ,τι καλύτερο εἶχε νὰ ἐπιδείξει ἡ εὐγλωττία τῶν Ἑλλήνων∙ καὶ τέλος ὁ ὅσιος Συμεών ὁ ὁποῖος ἀφοῦ βυθίστηκε στὸ φῶς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἐστάλη ἀπὸ τόν Θεό, ὡς ἄλλος προφήτης, σὲ μιά βυζαντινὴ κοινωνία παραδομένη σ’ ἕναν συμβατικὸ καὶ τυπολατρικὸ χριστιανισμό, γιὰ νὰ δώσει μαρτυρία ὅτι κάθε χριστιανὸς ἔχει κληθεῖ νὰ φωτισθεῖ καὶ νὰ καταστεῖ υἱὸς Θεοῦ ἐν Αγίω Πνεύματι.
Γεννημένος τὸ 949 στὴν Γαλάτη τῆς Παφλαγονίας (Μ. Ἀσία), γόνος πλούσιων εὐγενῶν ποὺ ἀσκοῦσαν ἐπιρροὴ στοὺς πολιτικοὺς κύκλους, ὁ ὅσιος Συμεών ἐστάλη σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ συνεχίσει τὶς σπουδὲς του, μὲ σκοπὸ νὰ εἰσέλθει στὴν ὑπηρεσία τοῦ αὐτοκράτορα. Ἐγκαταλείποντας αὐτὴ τήν πολλὰ ὑποσχόμενη σταδιοδρομία καὶ τὶς σπουδὲς του, γιὰ ἕνα διάστημα διῆγε βίο ἐπιπόλαιο, ὅμως ὁ Κύριος τὸν σπλαχνίστηκε, δὲν τὸν ἄφησε νὰ πέσει στὴν διαφθορὰ καὶ τὸν ἀπέσπασε ἀπὸ τὴν ὀλισθηρὴ ὁδὸ διαμέσου πνευματικῶν ἀναγνωσμάτων. Ὁ νεαρὸς Συμεών ἀναζήτησε τότε ἕναν ἅγιο ἄνθρωπο ἱκανὸ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν ὁδὸ τῆς Σωτηρίας, παρὰ τὰ ἀποθαρρυντικὰ λόγια τοῦ περιβάλλοντος του ὅτι δὲν ὑπῆρχε στὴν ἐποχὴ ἐκείνη τέτοιος ἅγιος. Ἐπιμένοντας, τὸν βρῆκε στὸ πρόσωπο ἑνὸς μοναχοῦ ποὺ ζοῦσε ἔγκλειστος στὴν Μονὴ τοῦ Στουδίου, τοῦ Συμεών τοῦ Εὐλαβοῦς. Αὐτὸς ἀρνήθηκε νὰ τὸν δεχτεῖ ὡς δόκιμο καὶ ἀρκέστηκε νὰ τοῦ δώσει νὰ διαβάσει τὸ βιβλίο τοῦ ὁσίου Μάρκου τοῦ Ἀσκητοῦ [5 Μαρτ.]. Μόλις τὸ ἄνοιξε, ὁ νέος ἔπεσε πάνω στὴν ἀκόλουθη φράση: «Ἂν ζητεῖς θεραπεία, ἐπιμελήσου τὴν συνείδησιν σου καὶ ὅσα σοῦ λέγει κάμε, καὶ θὰ ‘βρεις ὠφέλεια». Θεωρώντας τὴν φράση αὐτὴ θεία προτροπή, καταπιάστηκε ἀμέσως μὲ αὐτὸ τὸ ἔργο καὶ ἀκολούθησε τὴν συνείδηση του ποὺ τὸν παρακινοῦσε νὰ θυσιάσει τὸν ἑαυτὸ του ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Χριστό, προεκτείνοντας ὁλοένα καὶ περισσότερο τὶς νηστεῖες καὶ τὶς ὁλονύκτιες ἀγρυπνίες. Συνεπαρμένος ἀπὸ θεῖο πόθο, δὲν ἄργησε νὰ λάβει ἕνα πρῶτο δεῖγμα τῆς εὔνοιας τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴ μορφὴ μιᾶς θαυμαστὴς ὅρασης τοῦ ἀκτίστου φωτός, ἡ ὁποία τὸν ἀνήρπασε ἐκτὸς τοῦ κόσμου καὶ τοῦ σώματός του. Ἔμπλεος χαρὰς καὶ θερμῶν δακρύων δὲν ἔπαυε νὰ φωνάζει ἀκούραστα τὸ Κύριε ἐλέησον καὶ ἐν μέσω αὐτοῦ τοῦ φωτὸς εἶδε τὸν πνευματικὸ του πατέρα Συμεών νὰ στέκεται στὰ δεξιὰ μιᾶς φωτεινῆς νεφέλης καὶ νὰ τοῦ διδάσκει τὴν τέχνη τῆς ἀπερίσπαστης προσευχῆς.
Παρ’ ὅλα αὐτά, καθὼς ἡ πρώτη αὐτὴ ἐμπειρία τῆς θείας δόξης δὲν βασιζόταν πάνω στὴν ἀπάθεια, ὁ Συμεών σιγά-σιγά ἔπεσε στὴν χλιαρότητα καὶ τὴν χαλάρωση, γιὰ τὶς ὁποῖες θὰ μετανοήσει ἀργότερα ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ, γιὰ μεγάλο ἁμάρτημα. Ἐπὶ ἕξι ἢ ἑπτὰ χρόνια ἐξακολούθησε νὰ σχετίζεται μὲ τὸν πνευματικὸ του Πατέρα, χωρὶς ὅμως νὰ ἀποσπασθεῖ ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὴν ματαιότητά του. Ὁ Κύριος ὅμως ἔδειξε καὶ πάλι ἔλεος πρὸς τὸν ἐκλεκτὸ του καὶ «πιάνοντας τον ἀπὸ τὰ μαλλιά», τὸν ἀπέσπασε ἀπὸ τὸν βόρβορο τοῦ κόσμου γιὰ νὰ τὸν ἀποκαταστήσει ἐνώπιον Του. Ἐπωφελούμενος μιᾶς ἀποστολῆς στὴν γενέτειρά του, κανόνισε τὶς ὑποθέσεις του, αποχαιρέτησε τοὺς γονεῖς του καὶ ἐπέστρεψε χωρὶς ἀργοπορία στὴν Βασιλεύουσα, γιὰ νὰ ὑποταγεῖ ἀπόλυτα στὸν κατὰ Θεὸν πατέρα του μὲ ἀκλόνητη ἐμπιστοσύνη καὶ τέλεια ὑπακοή. Τοῦ παραχωρήθηκε ἕνα μικρὸ κελλὶ κάτω ἀπὸ τὴ σκάλα τοῦ κελλιοῦ τοῦ Συμεών∙ εγκαταβίωσε ἐκεῖ στοχαζόμενος τὶς ἁμαρτίες του καὶ καθιστώντας τὴν κατάνυξη, τὴν ὁποία εἶχε προσοικειωθεί στὸν κόσμο ἐπισκεπτόμενος τὰ κοιμητήρια, μόνιμη καὶ σταθερὴ κατάσταση τῆς ψυχῆς του. Ἀναλάμβανε τὰ πλέον ἐξευτελιστικὰ διακονήματα μὲ τέλεια ἀποκοπὴ τοῦ ἰδίου θελήματος, πρόσεχε τὸν πνευματικὸ του πατέρα σὰν τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ καὶ προσκυνοῦσε μὲ ἀφοσίωση κάθε μέρος ὅπου εἶχε σταθεῖ ὁ Γέροντας του προσευχόμενος, σὰν νὰ ἐπρόκειτο γιὰ τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων. Προφυλαγμένος διὰ τῆς προσευχῆς τοῦ Γέροντος, μποροῦσε νὰ ἀπωθεῖ ἄφοβα τοὺς δαίμονες τῆς δειλίας, τῆς ακηδίας, τῆς πορνείας καὶ τοῦ φθόνου, ποὺ ὁρμοῦσαν ἐπάνω του γιὰ νὰ τὸν ἀποθαρρύνουν.
Ξένος πρὸς ὅλους, τηρώντας ἀδιάλειπτη σιωπή, στεκόταν ὄρθιος καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῶν Ἀκολουθιῶν, μὲ μάτια κατεβασμένα, χύνοντας ἄφθονα δάκρυα στὸ ἄκουσμα τῶν ἱερῶν κειμένων. Ὁρισμένοι μοναχοὶ ἐνοχλοῦνταν ἀπὸ τὴν ταχεία πρόοδο αὐτοῦ τοῦ δοκίμου, τὴν θεωροῦσαν ἔλεγχο τῆς δικῆς τους χλιαρότητας καὶ τὸν κατηγόρησαν στὸν ἠγούμενο ὅτι διατηροῦσε στενὲς σχέσεις μὲ τὸν πνευματικὸ του πατέρα. Καθὼς κατέφυγε στὴν προσευχὴ τοῦ Γέροντος γιὰ νὰ ἐνισχυθεῖ σὲ αὐτὴ τὴν δοκιμασία, ἐκεῖνος τὸν διαβεβαίωσε ὅτι σύντομα θὰ λάμβανε ἄνωθεν διπλὴ χάρη ἀπ’ ὅτι εἶχε λάβει ἐκεῖνος. Ὄντως, τὸ ἴδιο βράδυ, ὅταν εἰσῆλθε στὸ κελλὶ του, οὐράνιο φῶς περιέβαλε τὸν νοῦ του, τὸν γέμισε ἄρρητη ἀγαλλίαση θείου ἔρωτος καί, μολονότι δὲν ἦταν πολὺ μορφωμένος, ὁ Θεὸς τοῦ παραχώρησε ἤδη ἀπὸ τότε τόση σοφία, ὥστε τὸν θαύμαζαν ὅλοι οἱ συμμοναστές του. Αὐτὰ ὅμως τὰ ὑπερφυσικὰ χαρίσματα ἀναζωπύρωσαν τὸ μίσος τῶν ζηλόφθονων μοναχῶν, οἱ ὁποῖοι κατόρθωσαν νὰ τὸν ἐκδιώξουν ἀπὸ τὴ Μονὴ Στουδίου.
Εἰσῆλθε τότε ὡς δόκιμος στὸ μικρὸ μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, διατηρώντας ὡς πνευματικὸ του τὸν Συμεών τὸν Εὐλαβή. Ἀφοῦ εκάρη μοναχὸς ἀπὸ αὐτὸν καὶ ἔλαβε τὸ ὄνομα Συμεών, προχώρησε σὲ νέες πνευματικὲς ἀναβάσεις καὶ ἀφιερώθηκε ὁλόψυχα στὴν ἡσυχία, τὴν προσεὐχὴ καὶ τὴν μελέτη τῶν θείων Γραφῶν, τρεφόμενος μόνο μὲ λίγα χόρτα. Τὸ κελλὶ του, ἀπ’ ὅπου δὲν ἔβγαινε παρὰ γιὰ τὶς Ιερές Ἀκολουθίες, εἶχε γίνει πυρίκαυστη κάμινος, στὴν ὁποία βυθιζόταν ὁλόκληρος γιὰ νὰ μεταμορφωθεῖ σὲ πύρινη φλόγα ἀγάπης καὶ ὅπου ὁ Κύριος τὸν ἀνήρπαζε συχνὰ ἐν μέσω θεσπέσιων ἐκστάσεων. Σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὡραιότερους λόγους του, ὁ Συμεών παραβάλλει τὸν ἑαυτὸ του μὲ δυστυχισμένο ποὺ ἔπεσε σὲ λάκκο βορβορώδη, ἀπ’ ὅπου τὸν ἀνέσυρε βιαίως ὁ Κύριος ἐν τὴ εὐσπλαχνία του, καὶ ὁ ὁποῖος, κατόπιν, μέσα ἀπὸ μυστήριες παγίδες καὶ δυσχέρειες, ὁδηγήθηκε ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ πνευματικοῦ του πατέρα στὶς πηγὲς τῶν ὑδάτων, ὥστε νὰ λουσθεί καὶ νὰ καθαριστεῖ, καὶ ἀπὸ τυφλὸς νὰ γίνει θεατὴς τῶν οὐράνιων μυστηρίων. Πράγματι, ὅσο καθαίρονταν οἱ ἔσω ὀφθαλμοὶ τόσο ἀνταμειβόταν μὲ ὁράσεις θείου φωτὸς ὅλο καὶ πιὸ διαυγεῖς. Καὶ ἐνῶ στὴν ἀρχὴ ἔβλεπε μόνο ἕνα φῶς ποὺ ἔλαμπε ὑπεράνω τοῦ οὐρανοῦ ὡσὰν ἥλιος ἄμορφος, καὶ τὸ ὁποῖο τοῦ ἀφαίρεσε τὸ κάλυμμα τῆς ἀναισθησίας, σιγὰ – σιγὰ ἔβλεπε τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ νὰ διακρίνεται καθαρότερα καὶ τελικὰ ἡρπάγη ἔξω ἀπὸ τὸ σῶμα του, σὲ ἄρρητη ἔκσταση, κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ὁποίας ὁ Χριστὸς τοῦ μίλησε ἀποκαλώντας τὸν ἀδελφὸ καὶ φίλο. Μονάχα ὅμως ὕστερα ἀπὸ πολλὲς τέτοιες ἐκστάσεις, μία ἡμέρα ποὺ μὲ δάκρυα πῆγε νὰ προσκυνήσει μιὰ εἰκόνα τῆς Παναγίας, κατανόησε ὅτι κατεῖχε ἐνσυνείδητα, ἐντὸς τῆς καρδίας του, αὐτὴ τὴν ενυπόστατη Ἀγάπη ποὺ εἶναι ὁ Κύριος.
Μετὰ δύο χρόνια, ὁ ἠγούμενος, διαπιστώνοντας τὴν θαυμαστὴ του πρόοδο, ἀποφάσισε, μὲ σύμφωνη γνώμη τοῦ πατριάρχη, νὰ τὸν χειροτονήσει πρεσβύτερο. Τὴν ἡμέρα τῆς χειροτονίας του τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατῆλθε σὰν ἁπλὸ φῶς, ἄμορφο, νὰ καλύψει τὴν ἱερὰ κεφαλή, καὶ καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς ἱερατικῆς τοῦ ζωῆς δὲν τέλεσε ποτὲ τὴν θεία Λειτουργία χωρὶς ἀνάλογη ὀπτασία. Περιβεβλημένο φωτεινὴ νεφέλη, τὸ πρόσωπο του ἔπαιρνε τότε ἀγγελικὴ ἔκφραση καὶ κανένας δὲν μποροῦσε νὰ τὸν ἀτενίσει στὰ μάτια ὅταν εὐλογοῦσε τὸ λαό. Ἕνα χρόνο μετὰ τὴν χειροτονία του, ὁ ἠγούμενος ἐκοιμήθη καὶ ὁ Συμεών ἐξελέγη ἠγούμενος ἀπὸ τοὺς μοναχοὺς τοῦ Ἁγίου Μάμαντος, μὲ τὴν ἔγκριση τοῦ πατριάρχη Νικολάου Χρυσοβέργη (περὶ τὸ 980). Ἀνέλαβε ἕνα μοναστήρι ποὺ εἶχε ὑποβιβαστεῖ σὲ κοιμητήριο εὐγενῶν λαϊκῶν, στὸ ὁποῖο ὁ μοναχικὸς βίος χαρακτηριζόταν ἀπὸ χαλαρότητα, ἐπεχείρησε νὰ τὸ ἀνακαινίσει ἐξ ὁλοκλήρου, ἐκτὸς ἀπὸ τὸ καθολικὸ καὶ -ἔργο ἀκόμη δυσκολότερο- νὰ παρακινήσει τοὺς συμμοναστές του νὰ ἀκολουθήσουν τὸν ἔνθερμο ζῆλο του γιὰ τὸν Θεό. Ὅπως καθόριζε ἡ παράδοση τοῦ ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου, ἐκφωνοῦσε κατηχητικοὺς λόγους τρεῖς φορὲς τὴν ἑβδομάδα γιὰ νὰ αναζωπυρώνει τοὺς μοναχοὺς στὸν ἀγώνα τους. Δὲν τοῦ ἀρκοῦσε νὰ ὑπενθυμίζει τὶς ἀρχὲς τῆς κοινοβιακῆς ζωῆς ἀλλά, ὡς «πτωχὸς φιλαδελφός», ὁ ὁποῖος ἀφοῦ ἔλαβε ἕναν ὀβολὸ τρέχει καταχαρούμενος νὰ τὸν ἐπιδείξει στοὺς συντρόφους του παροτρύνοντας τους νὰ σπεύσουν καὶ αὐτοὶ γιὰ νὰ ἐπωφεληθοῦν ἀπὸ τὴν γενναιοδωρία τοῦ εὐεργέτη του, τοὺς ἀποκάλυπτε ὁ ἴδιος τὰ θαυμαστὰ ποὺ ἐνεργοῦσε σὲ αὐτὸν ὁ Θεὸς καὶ διακήρυττε μὲ ἔνθεη παρρησία ὅτι ἀπὸ τὸν παρόντα βίο πρέπει ὅλοι νὰ φθάσουμε στὴν ὅραση τῆς Βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Αὐτὴ ἡ βαθειά ἐπιθυμία νὰ συμμετάσχουν οἱ ἀδελφοὶ του στὴν θεία χάρη ἐξηγεῖ τὸ ὕφος προσωπικῆς ἐξομολόγησης ποὺ συναντοῦμε στὰ συγγράμματα του, ὕφος σπάνιο στὴν πατερικὴ γραμματεία.
Αὐτὸς ὁ «μανικότατος ζῆλος» τοῦ ὁποίου ὁ Συμεών ἔδινε μαρτυρία, προκάλεσε τὴν ἀντίθεση καὶ τὰ εἰρωνικὰ σχόλια ὁρισμένων μοναχῶν ποὺ προτιμοῦσαν πιὸ ἄνετη μοναχικὴ ζωὴ καὶ τὸν κατηγοροῦσαν ὡς κενόδοξο. Ἡ ἀντίθεση μεγάλωσε, ὥσπου μία ἡμέρα τριάντα ἀπὸ αὐτοὺς τοὺς μοναχοὺς ξεσηκώθηκαν ἐναντίον του καὶ τὸν διέκοψαν ἀπότομα τὴν ὥρα τοῦ κατηχητικοῦ λόγου, ὁρμώντας κατὰ πάνω του σὰν ἄγρια θηρία μὲ τὴν πρόθεση νὰ τὸν πετάξουν ἔξω ἀπὸ τὸ μονύδριο. Μένοντας ἀκίνητος, χαμογελαστὸς καὶ ἀτάραχος μπροστὰ στοὺς ἀντιπάλους του, ὁ Συμεών ἔκοψε τὴν ὁρμὴ τους καὶ ἔφυγαν ταραγμένοι ἀπὸ τὴν ἐκκλησία καὶ πῆγαν νὰ διαμαρτυρηθοῦν στὸν πατριάρχη Σισίννιο (995-998). Ἀφοῦ ἐξέτασε τὴν ὑπόθεση, ὁ πατριάρχης δικαίωσε πλήρως τὸν ἅγιο καὶ ἐξόρισε τοὺς μοναχούς. Ὅμως ἡ πατρικὴ ἀγάπη τοῦ Συμεών δὲν ἄφησε τὰ πρόβατα νὰ χαθοῦν ἔξω ἀπὸ τὸ μαντρὶ τους. Ζήτησε νὰ ἀκυρωθεῖ ἡ ἀπόφαση καὶ ἔσπευσε ὁ ἴδιος νὰ ἀναζητήσει κάθε ἕναν ἀπὸ αὐτούς, ζητώντας του νὰ τὸν συγχωρέσει καὶ νὰ ἐπιστρέψει στὸ μοναστήρι.
Ἀφοῦ ἐπανῆλθε ἡ εἰρήνη στὴν μονὴ ὕστερα ἀπὸ τὰ θλιβερὰ αὐτὰ γεγονότα, ὁ Συμεών συνέχισε τὴν ποιμαντικὴ του δραστηριότητα καὶ τὸ μοναστήρι κατέστη ἕνα ἀπὸ τὰ σημαντικότερα πνευματικὰ κέντρα τῆς Βασιλεύουσας, στὸ ὁποῖο προσέτρεχαν πολυάριθμοι εὐσεβεῖς λαϊκοὶ καὶ μαθητὲς ποὺ ἔρχονταν ἀπὸ μακριά. Παρὰ τὸν ποιμαντικὸ του φόρτο, ὁ Συμεών δὲν ἀποσποῦσε τὴν προσοχὴ του ἀπὸ τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες του, καὶ τρεῖς φορὲς τὴν ἡμέρα, τὴν ἴδια ὥρα, ἀποσυρόταν στὸ κελλὶ του γιὰ νὰ χύσει ἄφθονα δάκρυα. Τὰ δάκρυα εἶχαν γίνει δεύτερη φύση του, καὶ  ἔκαναν νὰ αναθάλλουν ἀπὸ μέσα του, σὰν λεπτοφυὴ ἄνθη, ἡ ἀγάπη, ἡ εὐσπλαχνία πρὸς ὅλους, ἡ ὑπομονὴ ἐν μέσω δοκιμασιῶν, ἡ χαριτωθείσα καὶ πλήρης σαγήνης ὄψη τοῦ προσώπου του, ποὺ καταυγαζόταν ἀπὸ τὴν ἔσωθεν χαρὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὕστερα ἀπὸ νέα ὅραση τοῦ θείου φωτὸς ἔλαβε τὸ χάρισμα τῆς θεολογίας, καὶ ὅταν δὲν ὑφαρπαζόταν σὲ ἔκσταση, περνοῦσε τὶς νύκτες τοῦ συνθέτοντας τοὺς Ὕμνους θείου ἔρωτος, οἱ ὁποῖοι παραμένουν μιὰ ἀπὸ τὶς πολυτιμότερες μαρτυρίες τῆς ἐπενέργειας τῆς θείας χάριτος στὴν ψυχὴ ἑνὸς ἁγίου. Ἡ διάδοση τῶν συγγραμμάτων του καὶ τῆς διδασκαλίας του ἐπέτρεψε σὲ πλῆθος ψυχῶν νὰ ξαναβρούν τὸν ἔνθερμο ζῆλο τῆς ἐποχῆς τῶν ἁγίων Πατέρων καὶ προετοίμασε ὡς πρόδρομος τὸν θρίαμβο τοῦ Ἡσυχασμοῦ ὡς ἐπίσημης διδασκαλίας τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας.
Τὸ ἔτος 1005, παρακινούμενος ἀπὸ τὸν ἀκατάσχετο πόθο του γιὰ τὸν Θεό, παραιτήθηκε ἀπὸ τὰ καθήκοντά του ὕστερα ἀπὸ εἴκοσι πέντε ἔτη ἡγουμενίας, ἀφήνοντας τὴν διαδοχὴ στὸν μαθητὴ του Αρσένιο, τὸν ὁποῖον εἶχε δοκιμάσει μεγάλο διάστημα στὴν ὑπακοή. Ὁ ἴδιος ἀποσύρθηκε σὲ ἕνα ἀπόμερο κελλὶ γιὰ νὰ ἀφιερωθεῖ ὁλόκληρος στὴν ἱερὰ ἡσυχία καὶ νὰ στηρίξει μὲ τὴν προσευχὴ σὰν ἄλλος Μωυσῆς ἐπὶ τοῦ ὄρους (βλ. Ἔξ.17,11) τοὺς ἀγῶνες τῶν μοναχῶν του. Ἔχοντας ἀποκτήσει τέτοια οἰκείωση μὲ τὴν θεωρία, κατέστη φιλοθεάμων τῶν οὐρανίων μυστηρίων καὶ μυήθηκε στὴν γνώση τῶν ἐσχάτων. Μία νύχτα μεταφέρθηκε μέσα στὸ ἄκτιστο φῶς ποὺ εἰσέδυε σὲ ὅλα του τὰ μέλη καὶ τὸν κατέστησε ὅλον πῦρ καὶ φῶς, καὶ ἄκουσε φωνὴ ἀπὸ ψηλὰ νὰ τοῦ ἀναγγέλλει ὅτι αὐτὴ ἡ δόξα ποὺ τὸν μεταμόρφωνε ἦταν ἡ ἴδια μὲ ἐκείνη τῆς ὁποίας θὰ ἀξιώνονταν οἱ ἐκλεκτοὶ στὴν τελικὴ ἀνάσταση. Σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση, κατεχόμενος ὑπὸ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ γενόμενος θεὸς κατὰ χάριν, σενέθετε τὶς θεολογικὲς καὶ μυστικὲς πραγματεῖες του.
Παρ’ ὅλο ὅμως ποὺ εἶχε φθάσει στὴν τελείωση,  ἔπρεπε ἐκ νέου νὰ δοκιμαστεῖ μὲ θλίψεις. Μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ πνευματικοῦ του πατρὸς Συμεών τοῦ Στουδίτου, εἶχε ζητήσει νὰ αγιογραφηθεί ἡ εἰκόνα του καὶ εἶχε συνθέσει πρὸς τιμὴν τοῦ Ἀκολουθία τὴν ὁποία τελοῦσε ἀνελλιπῶς κάθε χρόνο, τὴν ἡμέρα τῆς μνήμης τοῦ ἀποστολικοῦ αὐτοῦ ἀνθρώπου, ἐν μέσω κοσμοσυρροῆς πιστῶν προσερχόμενων ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη. Τὸ ἔθιμο αὐτὸ ἐτηρεῖτο γιὰ περισσότερα ἀπὸ δεκάξι χρόνια ὅταν ὁ Στέφανος, πρώην μητροπολίτης Νικομήδειας, πρωτοσύγκελλος τοῦ πατριάρχη, ἄνθρωπος μεγάλης σοφίας μὲ ἐπιρροὴ στοὺς ἐπίσημους κύκλους, δύσπιστος ἀπέναντι στὴν φήμη ποὺ εἶχε ἀποκτήσει ὁ ἅγιος Συμεών σὲ ὅλη τὴν Βασιλεύουσα, ὡς ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ καὶ θεολόγος ἐν Αγίω Πνεύματι, ζήτησε ἀφορμὴ γιὰ νὰ τὸν διασύρει. Ἀρχικὰ τὸν προκάλεσε μὲ ἕνα λεπτολόγο θεολογικὸ ἐρώτημα, ἀλλὰ ἔλαβε μιὰ φωτισμένη ἔμμετρη ἀπόκριση, στὴν ὁποία ὁ ὅσιος ὑπενθύμιζε στὸν πρωτοσύγκελο ὅτι μόνο ἔχοντας ἐμπειρία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μποροῦμε νὰ θεολογούμε. Ἡ ἀπάντηση αὐτὴ ἔκανε νὰ ξεσπάσει ὅλο τὸ ἄσπονδο μίσος τοῦ ἱεράρχη, ὁ ὁποῖος διέδιδε συκοφαντίες κατὰ τοῦ Συμεών, κατηγορώντας τὸν ὅτι τιμᾶ ὡς ἅγιο ἕναν ἁμαρτωλό. Τελικά, μὲ ραδιουργίες κατόρθωσε νὰ καταδικαστεῖ ὁ ὅσιος Συμεών, σ’ ἐξορία (1009).
Ἐγκαταλειμμένος μόνος μέσα στὸ καταχείμωνο, ‘σ’ ἕναν ἔρημο λόφο τῆς Χρυσουπόλεως στὴν Προποντίδα, ὁ Συμεών εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ καὶ ἀπέστειλε εὐχαριστήρια ἐπιστολὴ στὸν πρωτοσύγκελλο γιὰ τὶς δοκιμασίες ποὺ τοῦ εἶχε προξενήσει. Παίρνοντας αὐτὸ τὸ μήνυμα ὁ Στέφανος, σὲ ἀποκορύφωμα παροξυσμοῦ, ἔστειλε ἀνθρώπους νὰ ἐρευνήσουν τὸ κελλὶ ἐκείνου πού, ὁλότελα ἀπογυμνωμένος, θεωροῦσε «μέγα ἄχθος νὰ φέρει ἀκόμη καὶ τὸ σαρκίον του», ἔχοντας τὴν ὑποψία ὅτι ἔχει κρύψει ἐκεῖ χρυσάφι. Ἀντὶ ἄλλης ἀπαντήσεως ὁ Συμεών ἀπηύθυνε στὸν «εὐεργέτη» του νέες εὐχαριστίες. Βρῆκε ἕνα ἐρειπωμένο παρεκκλήσιο, ἀφιερωμένο στὴν Ἁγία Μαρίνα, καὶ ἐκεῖ τελοῦσε μὲ ἀκρίβεια τὶς μοναστικὲς Ἀκολουθίες καὶ ἀφοσιωνόταν εἰρηνικὰ στὴν προσευχή. Στὸ διάστημα αὐτὸ οἱ μαθητὲς καὶ οἱ θαυμαστὲς τοῦ ἁγίου ἀνάμεσα στοὺς εὐγενεῖς μεσολάβησαν ὑπὲρ αὐτοῦ πρὸς τὸν πατριάρχη, ὁπότε ὕστερα ἀπὸ νέα προσαγωγὴ του ἐνώπιον τῆς Ἱερὰς Συνόδου, κατὰ τὴν ὁποία ὁ Συμεών ἀρνήθηκε νὰ κάνει τὴν παραμικρὴ παραχώρηση σχετικὰ μὲ τὴν ἀποδιδόμενη τιμὴ στὸν πνευματικὸ του πατέρα, ὁ πατριάρχης τὸν ἀπέλυσε ἐν εἰρήνη λέγοντας: «Ἀναμφίβολα εἶσαι κατ’ ἀλήθειαν Στουδίτης, ἔμπλεος ἀγάπης γιὰ τὸν Γέροντα σου, μὰ φαίνεται ὅτι διαθέτεις καὶ τὴν ἰσχυρογνωμοσύνη τους, ἡ ὁποία εἶναι ἴσως ἀξιέπαινη».
Ἐπιστρέφοντας στὴν Ἁγία Μαρίνα, γιὰ νὰ ἀφοσιωθεῖ στὴ κατὰ Θεὸν ἡσυχία, ὁ ἅγιος δέχθηκε πλῆθος δωρεῶν ποὺ τοῦ ἐπέτρεψαν, παρὰ τὰ ἐμπόδια ποὺ παρενέβαλλαν οἱ δαίμονες, νὰ μεταμορφώσει τὸν τόπο σὲ μοναστήρι, προσελκύοντας ὅλους τοὺς ἔνθερμους χριστιανοὺς τῆς Βασιλεύουσας, ὅταν ἑόρταζε μὲ μεγαλοπρέπεια τὴν μνήμη τοῦ ἁγίου Συμεών τοῦ Εὐλαβοῦς. Καθοδηγούμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, ἐξακολουθοῦσε νὰ συνθέτει ὕμνους καὶ νὰ συντάσσει λόγους διδάσκοντας ὅτι οὔτε ἄφεση ἁμαρτιῶν οὔτε ἐξαγιασμὸς δὲν δίδονται χωρὶς τὴν ἐνσυνείδητη ἔλευση ἐντὸς μας τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἡ θεία χάρις ὄχι μόνο τὸν μετέφερε σὲ θεσπέσιες ἐκστάσεις, ἀλλὰ ἐπιτελοῦσε καὶ πλῆθος θαυμάτων γιὰ τὴν ἀνακούφιση τῶν μαθητῶν του καὶ τὴν παραμυθία τῶν ἐπισκεπτῶν του.
Φθάνοντας σὲ βαθὺ γῆρας προσβλήθηκε ἀπὸ μακροχρόνια καὶ ὀδυνηρὴ πάθηση τῶν ἐντέρων ἡ ὁποία τὸν κρατοῦσε ἀκινητοποιημένο στὴν στρωμνὴ του. Παρὰ τὴν ἀναπηρία του αὐτή, ἕνας ἀπὸ τοὺς μαθητὲς του τὸν εἶδε νὰ ὑψώνεται ἀπὸ τὸ ἔδαφος καθὼς προσευχόταν καὶ νὰ περιβάλλεται ἀπὸ ἄρρητη φωτοχυσία. Φθάνοντας στὸ πέρας τῶν ἀγώνων του, ἔλαβε τὴν λύτρωση ποὺ ἐπιθυμοῦσε καὶ συναριθμήθηκε στὴν χορεία τῶν ἁγίων στὶς 12 Μαρτίου 1022, ἔχοντας προαναγγείλει τὴν ἀκριβὴ ἡμερομηνία τῆς εκδημίας του καὶ ἐκείνη τῆς ἀνακομιδῆς τῶν λειψάνων του, ὕστερα ἀπὸ τριάντα ἔτη.
Ἔχοντας δοξάσει τὸν Θεὸ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἐπίγειας βιοτής του, ὁ ἅγιος Συμεών δοξάσθηκε ἀπὸ Ἐκείνον μετὰ θάνατον, ὄχι μόνο διὰ τῶν θαυμάτων ποὺ ἐπιτέλεσε, ἀλλὰ ἀκόμη περισσότερο διὰ τῆς πνευματικῆς τρυφῆς ποὺ προσφέρουν ὡς τὶς μέρες μᾶς τὰ θεοφώτιστα συγγράμματά του σὲ ὅσους ποθοῦν τὸν Θεὸν τὸν ζῶντα.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 7ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.

0