Θεία Λειτουργία 7:30 – 9:30 π.μ – Αγίου Ιωάννου Χρυστοστόμου 13/11/2025
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.
Ἡ τοῦ στόματός σου καθάπερ πυρσός ἐκλάμψασα χάρις, τὴν οἰκουμένην ἐφώτισεν, ἀφιλαργυρίας τῷ κόσμῳ θησαυροὺς ἐναπέθετο, τὸ ὕψος ἡμῖν τῆς ταπεινοφροσύνης ὑπέδειξεν. Ἀλλὰ σοῖς λόγοις παιδεύων, Πάτερ, Ἰωάννη Χρυσόστομε, πρέσβευε τῷ Λόγῳ Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ & ΜΗΤΡΟΣ ΑΥΤΟΥ ΑΝΘΟΥΣΗΣ
«Οὐ πενίαν δέδοικα, οὐ πλοῦτον ἐπιθυμῶ, οὐ θάνατον φοβοῦμαι, οὐ ζῆσαι εὔχομαι, εἰ μή διά τήν ὑμετέραν προκοπήν». Εἶναι τά λόγια τοῦ Ἱεροῦ Χρυσοστόμου πού γεννήθηκε στά μέσα τοῦ 4ου αἰώνα στήν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας καί ἦταν γιός τοῦ στρατηγοῦ Σεκούνδου καί τῆς εὐσεβεστάτης Ἀνθοῦσας. Στή βρεφική του ἡλικία ἔμεινε ὁρφανός ἀπό πατέρα. Ἠ Ἀνθοῦσα ἀρνήθηκε κάθε πρόταση γιά δεύτερο γάμο κι ἀφοσιώθηκε στό Θεό καί στήν ἀνατροφή τοῦ υἱοῦ της. Πρόσφερε στόν Ἰωάννη μία ἐπιμελημένη μόρφωση καί γρήγορα διακρίθηκε γιά αὐτή του τή μόρφωση ἀλλά καί τή μεγάλη του ἀρετή. Ὅταν κοιμήθηκε ἡ μητέρα του, διένειμε τή μεγάλη του περιουσία στούς πτωχούς κι ἀναχώρησε στήν ἀναχώρησε στήν ἔρημο τῆς Συρίας, ὅπου γιά ἔξι χρόνια βίωσε τήν φτώχεια, τήν νυστεία καί τήν προσευχή. Ἡ πνευματική αὐτή προπόνηση τόν ἀνέδειξε Πρωταθλητή στόν κοινωνικό στίβο.
Τό 381 χειροτονήθηκε Διάκονος καί μετά ἀπό δύο χρόνια χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος. Ἡ εὐγλωττία του ἦταν τόσο δυνατή καί τέτοια τά αἰσθήματα τοῦ ἐνθουσιασμοῦ τοῦ λαοῦ πού τόν διέκοπταν μέ θυελλώδεις ἐπευφημίες ἀπ’ὅπου ἔλαβε τήν προσωνυμία «Χρυσόστομος».
Τό 398 ὁ Πρεσβύτερος Ἰωάννης παρά τή θέλησή του, ἀναδείχθηκε Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως. Ἀμέσως ἐξέλεξε ὡς συνεργάτες του ἄξιους κληρικούς καί μερικές δραστήριες γυναῖκες καί ὁργάνωσε ἕνα πολόπτυχο ἔργο πού κάλυπτε θέματα Ἰεραποστολῆς, φιλανθρωπίας, ἠθικῆς καθάρσεως τοῦ κλῆρου καί ἀναμόρφωσης τῆς λατρευτικῆς ζωῆς. Στήν Κωνσταντινούπολη ὅμως ἦρθε ἀντιμέτωπος μέ τήν χλιδή καί τήν πολυτέλεια, ἀλλά καί μέ τήν ἔνδεια. Ὁ Πατριάρχης Ἰωάννης δέν μένει ἀδιάφορος, ἀφαίρεσε κάθε πολυτέλεια μέσα ὤστε νά μοιράσει τά χρήματα στούς φτωχούς, νά κτίσει νοσοκομεῖα καί ξενῶνες. Πρώτη του ἀσχολία ὅμως ἦταν ἡ προσευχή καί ἡ μελέτη τῆς Ἀγίας Γραφῆς. Ἔργο τοῦ Ἀγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμοτ εἶναι καί ἡ θεία Λειτουργία, πού τελοῦμε μέχρι σήμερα. Ὅπως μαρτυρεῖ ὁ βιογράφος του, ὅταν λειτουργοῦσε βρισκόταν κυκλωμένος ἀπό στρατιές Ἀγγέλων. Ὅλη αὐτή ἡ ποιμαντική του δράση σύντομα γέννησε τἠν ἐχθρότητα. Στήν Χαλκηδόνα συνεκλήθη ληστρική σύνοδος ἀπό ἐπισκόπους πού τόν ἐχθρεὐονταν καί ζητοῦσαν τήν ἐξορία του. Μαζί τους ἦταν συντεταγμένη καί ἡ αὐτοκράτειρα Εὐδοξία. Ὁ Αὐτοκράτορας Ἀρκάδιος ὑπογράφει τήν ἐξορία καί ὁ λαός ξεσηκώνεται. Ταραχές ἀπειλοῦν τή Βασιλεύουσα καί ἡ Ἁγία Σοφία πυρπολεῖται. Ὡστόσο κι ἕνας τρομερός σεισμός πού ἀκολούθησε ἀνάγκασαν τόν αὐτοκράτορα νά ἐπαναφέρει τόν Ἅγιο Ἰωάννη στό θρόνο του. Ἡ αὐτοκράτειρα Εὐδοξία ὅμως συγκαλεῖ καί πάλι παράνομη Σύνοδο ὅπου ἐκ νέου ἀποφασίζεται ἡ ἐξορία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη. Ὁ Ἅγιος κρυφά μέσα στή νύχτα ἄρχισε τόν μακρύ δρόμο τῆς ἐξορίας μέ προορισμό τήν Κουκουσό, στά σύνορα μέ τήν Ἀρμενία. Ἀπ΄ ὅπου περνάει γαλήνιος εὐλογεῖ. Ἀκόμα κι αὐτοί οἱ στρατιῶτες τοῦ ἀναγνωρίζουν τήν μυστική του ἀγιότητα, εἶναι οἱ μόνοι μάλιστα πού τόν ἀκοῦνε μέ ἀνεξικακία νά ψιθυρίζει «Δόξα τῶ Θεῶ πάντων ἕνεκεν».
Τό 407 οἱ συνοδοί στρατιῶτες του πῆραν ἐντολή νά φύγουν γιά τήν Πιτυοῦντα τοῦ Πόντου. Μάλιστα εἶχαν ἐντολή νά μήν σταματοῦν σέ χωριά, ἀλλά μόνο στίς ἐρημιές γιά νά μήν μπορεῖ νά ἐπικοινωνεῖ μέ κανέναν, οὔτε νά δέχεται περιποιήσεις. Βαδίζουν λοιπόν συνεχῶς, πατά τήν μεγάλη ἐξάντλησή του. Ὕστερα ἀπό τρεῖς μῆνες συνεχοῦς πεζοπορίας ἔφτασαν ἔξω ἀπό τά Κόμανα, μία μικρή πόλη τοῦ Πόντου καί θέλησαν νά διανυκτερεύσουν στόν ἐκεῖ ναό τοῦ Ἁγίου Μάρτυρα Βασιλίσκου. Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης προαισθάνθηκε πώς τά πράγματα θά ἀλλάξουν καί δέν θά εἶναι γιά ὅλη τήν ἡμέρα πεζοπόρος, ἀλλά θά γίνει οὐρανοδρόμος. «Οὐρανοδρομοῦμεν» εἶχε πεῖ ἄλλοτε στίς κακουχίες, βλέποντας κάποιον ἄλλον δρόμο φωτεινό. Ὁ Ἅγιος νιώθει ὅτι ἔφθασε τό τέλος και ζητᾶ ἀπότόν ἱερέα λευκά ἄμφια. Μέ ὅση δύναμη τοῦ ἔχει ἀπομείνει λευκοντύνει το λιπόσαρκο σῶμα του. Ἀνυπόδητος σάν ὁλόλευκος ἄγγελος στέκεται μπροστά στό Θυσιαστήριο καί ἀφοῦ προσευχήθηκε μέ κατάνυξη σάν ἐπωδό ὅλης τῆς ζωῆς του ψιθύρισε:«Δόξα τῶ Θεῶ πάντων ἕνεκεν». Κάνοντας τό σημεῖο τοῦ Σταυροῦ ἔγειρε τό σῶμα του πάνω στήν Ἁγία Τράπεζα καί ψελλίζοντας τό «Ἀμήν» παρέδωσε τό πνεῦμα του. Πάνω του τά Χερουβίμ, τά Σεραφείμ, Ἐξαπτέρυγα καί Πολυόμματα ἔτσι ὄπως τά ἔνιωθε ὁ Ἱεράρχης ὅταν λειτουργοῦσε, τώρα τόν ὑποδέχονται καθώς ἐκεῖνος έξόριστος τῆς γῆς…οὐρανοδρομεῖ!
Πηγή:Μορφές από το Συναξάρι, Ιωάννας Κατσούλα, Εκδόσεις ΚΥΠΡΗ, Αθήνα 2010.


