
Θεία Λειτουργία – Οσίου Βενεδίκτου 14/3/2026
Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τὴν φερώνυμον κλῆσιν ἀληθεύουσαν ἔδειξας, τοῖς ἀσκητικοῖς σου ἀγῶσι, θεοφόρε Βενέδικτε· υἱός γὰρ εὐλογίας τεθηλώς, ἀρχέτυπον ἐγένου καὶ κανών, τοῖς ἐκ πόθου μιμουμένοις τὴν σὴν ζωήν, καὶ ὁμοφώνως κράζουσι· δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα..
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
ΟΣΙΟΣ ΒΕΝΕΔΙΚΤΟΣ
Αὐτός ὁ Ὅσιος Βενέδικτος (τό ὁποῖο ὄνομα εἶναι λατινικό καί ἑρμηνεύεται ἑλληνικά, εὐλογημένος) ἦταν ἀπό τήν Νουρσία, πόλι πού βρίσκεται στήν Ἰταλία, υἱός γονέων εύσεβῶν καί πλουσίων. Ἀφοῦ ἐγκατέλειψε λοιπόν τήν πατρίδα του καί τούς γονεῖς του, ὅταν ἦταν σέ πολύ μικρή ἡλικία, πῆγε σέ ἕναν ἔρημο τόπο μαζί μέ τόν ἀνάτροφό του. Ἐκεῖ λοιπόν ἀφοῦ συμφιλίωσε τόν ἑαυτό του μέ τόν Θεό μέ τήν ἀρετή καί τήν ἄσκησι, πλουτίσθηκε ἀπό αὐτόν μέ δύναμι θαυμάτων καί ἰαμάτων. Καί τά μέν ἄλλα θαυμάσια, πού ἔκανε, τά διηγεῖται ἀναλυτικά ὁ Βίος καί ἡ ἱστορία του. Διότι νεκρούς ἀνέσταινε καί τά μέλλοντα προέλεγε καί συζητοῦσε γιά τά πράγματα πού ἦταν μακριά, σάν νά ἦταν παρόντα. Ἐκεῖνο ὅμως μόνο πρέπει νά ποῦμε ἐδῶ ὡς ἀπαραίτητο ὅτι, ὅταν ὁ Ὅσιος αὐτός ἐπρόκειτο νά μεταβῆ πρός τόν Κύριο, πρόλαβε καί είδοποίησε τόσο τούς μαθητές, πού βρίσκονταν ἐκεῖ κοντά του, ὅσο καί ἐκείνους πού ἔμειναν μακριά, ὅτι θά τελειώση τήν ζωή του καί ὅτι θά γίνη ἕνα σημεῖο, μέ τό ὁποῖο θά γνωρίσουν ὅλοι, ὅτι χωρίζεται ἀπό τό σῶμα.
Ἕξι ἡμέρες λοιπόν πρίν ἀπό τήν ὁσιακή κοίμησί του, πρόσταξε νά ἀνοιχθῆ ὁ τάφος του καί νά εἶναι ἕτοιμος, καί ἀμέσως τόν ἔπιασε ἕνας ὑψηλός πυρετός, ἀπό τόν ὁποῖο καταξηράθηκε τό σῶμα του σέ ἕξι μέρες. Κατά δέ τήν ἕκτη ἡμέρα πρόσταξε τούς μαθητές του νά τόν σηκώσουν καί νά τόν πᾶνε στήν μικρή Ἐκκλησία, πού εἶχαν. Πηγαίνοντας ὅμως ἐκεῖ, κοινώνησε τά ἄχραντα Μυστήρια, στεκόμενος ἀνάμεσα στούς μαθητές του. Ἀπό αὐτούς λοιπόν βασταζόμενος καί στηριζόμενος, σήκωσε τά χέρια του στόν Οὐρανό καί ἔτσι ἐπάνω βλέποντας καί προσευχόμενος, παρέδωσε τήν ἁγία του ψυχή στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἐκείνη ὅμως τήν ὥρα φάνηκε ἕνα τέτοιο ὅραμα σέ δύο ἀδελφούς, στόν ἕνα, πού ἡσύχαζε στό κελλί του, καί στόν ἄλλον, πού κατοικοῦσε μακρύτερα. Δηλαδή εἶδαν αὑτοί οἱ δύο, καί νά, φαινόταν μία ὁδός θαυμάσια ἀπό τό κελλί τοῦ Ὁσίου Βενεδίκτου, μέχρι τόν οὐρανό πρός τήν άνατολή, στρωμένη ὅλη άπό λαμπρά καί πολύτιμα καί μεταξωτά ἱμάτια. Στήν ὁδό ἐκείνη στέκονταν μερικοί ἄνδρες θαυμαστοί στήν μορφή καί ὑπέροχοι, κρατῶντας λαμπάδες στά χέρια τους, οἱ ὁποῖοι, σύμφωνα μέ τήν τάξι πού εἶχαν, κρατῶντας τόν Ὅσιο, ἀνέβαιναν στόν Οὐρανό.
Ἕνας ἄλλος πάλι ἀσπροφόρος καί φωτοφόρος, πού στεκόταν κοντά στόν Ὅσιο, ρωτοῦσε τούς Ὁσίους ἐκείνους, πού ἔβλεπαν τήν ὀπτασία αὐτή, ἄν γνωρίζουν τίνος εἶναι ἡ θαυμαστή ἐκείνη πορεία, τήν ὁποία βλέπουν καί θαυμάζουν. Οἰ Ὅσιοι εἶπαν, ὅτι δέν ξέρουν. Τότε ἐκεῖνος, πού ἐμφανίσθηκε, τούς εἶπε· “Αὐτή εἶναι ἡ ὁδός, διά μέσου τῆς ὁποίας ὁ ἀγαπητός τοῦ Θεοῦ Βενέδικτος ἀνεβαίνει στόν Οὐρανό”. Ὅταν λοιπόν συνῆλθαν οἱ Ὅσιοι, κατάλαβαν, ὅτι ἀπῆλθε ὁ Ἅγιος, ὅπως τόν εἶδαν νά τελειώνη.Ἡ δέ ὁπτασία αὐτή φανέρωνε τήν λαμπρότητα καί δορυφορία, πού ἀξιώθηκε ὁ Ἅγιος, ὅταν ἐπρόκειτο νά ἑκδημήση πρός τόν Κύριο.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος Δ΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α’» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.

