Φόρτωση Εκδηλώσεις

« ΟΛΑ

  • This εκδήλωση has passed.

ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ΜΑΤΘΑΙΟΥ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ 15 Ιουνίου 2025 – ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ (Ζωντανή μετάδοση).

Εκκλησία

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Λεωφ.Κ.Καραμανλή καί Αρκαδίου
ΛΑΡΙΣΑ, ΛΑΡΙΣΗΣ 41336 Ελλάδα
Phone:
2410280569
Website:
galilea.gr

Περιγραφή

Ημ/νια:
15/06/2025
Ώρα:
7:00 πμ - 10:00 πμ
ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ Α’ΜΑΤΘΑΙΟΥ – ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ

Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ

 (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).

με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:

«Άξιος όποιος μ’ αγαπάει πιο πολύ»

Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής Α’ΜΑΤΘΑΙΟΥ  ΕΔΩ

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ

Ὁ ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Ἰερώνυμος γεννήθηκε τὸ 347 στὴν Στριδώνα τῆς Δαλματίας (κοντὰ στὴ σημερινὴ Λιουμπλιάνα τῆς Σλοβενίας) στοὺς κόλπους χριστιανικῆς οἰκογενείας. Σὲ ἡλικία δώδεκα ἐτῶν ἐστάλη στὴ Ρώμη γιὰ νὰ σπουδάσει κοντὰ σὲ ἕναν περίφημο γραμματικό, τὸν Δονάτο, ὁ ὁποῖος ἀφύπνισε μέσα του τὴν ἔφεση πρὸς τὴν ρητορική, ἀπὸ τὴν ὁποία ἔμελλαν νὰ διαποτιστοῦν ὅλα τὰ ἔργα του. Ὁ νέος προικισμένος μὲ φλογερὴ ἰδιοσυγκρασία καὶ τεράστια μνήμη, μελετοῦσε μὲ μεγάλο ἐνθουσιασμὸ καὶ δήλωνε ἀκόρεστη ἐπιθυμία γιὰ γνώση. Συχνὲς ἐπισκέψεις στοὺς τάφους τῶν μαρτύρων στὶς κατακόμβες, τοῦ ἐνέπνευσαν θερμὸ ζῆλο γιὰ τὸν Χριστό· ὡστόσο, παρασυρόμενος ἀπὸ τὶς συναναστροφὲς του, ἡ νεότητά του ὑπῆρξε οὐχ ήττον ἄστατη καὶ θυελλώδης, γεγονὸς γιὰ τὸ ὁποῖο μετάνιωσε ἀργότερα πικρά. Στὴν ἡλικία τῶν εἴκοσι ἐτῶν περίπου, λίγο μετὰ τὴν βάπτισή του, ἀναχώρησε ἀπὸ τὴ Ρώμη γιὰ τοὺς Τρεβήρους (σημ. Τρίερ), ἔδρα τότε τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς, μὲ σκοπὸ νὰ σταδιοδρομήσει στὴ διοίκηση. Ἐκεῖ ἦταν ποὺ ἔνιωσε τὴν ἀκαταμάχητη κλήση τοῦ Θεοῦ: νὰ ἐγκαταλείψει τὰ πάντα γιὰ νὰ μπει στὴν ὑπηρεσία του. Μετέβη τότε στὴν Ἀκυληία, ὅπου μαζὶ μὲ τὸν φίλο καὶ συμμαθητὴ του Ρουφίνο σύχναζε σὲ ἕνα κύκλο κληρικῶν καὶ λαϊκῶν ποὺ ἐπιδίδονταν σὲ εὐσεβεῖς διαλογισμούς, συγκροτώντας ὅπως ἔλεγε, «ἕναν χορὸ μακαρίων». Ἀκολουθώντας ἤδη ἕνα βίο ἀσκητικὸ μὲ ὅλη τὴν φλόγα ἑνὸς χαρακτήρα ποὺ ἀρνιόταν κάθε συμβιβασμό, ἀποφάσισε νὰ μιμηθεῖ τὸ παράδειγμα τοῦ Πατριάρχη Ἀβραὰμ καὶ ἐκείνων ποὺ αὐτοεξορίσθηκαν ἀπὸ ἀγάπη γιὰ τὸν Θεὸ καὶ πῆρε τὸ πλοῖο γιὰ τὴν Ἀνατολή.

Φθάνοντας στὴν Ἀντιόχεια, πέρασε τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ νηστεύοντας καὶ μελετώντας ἐνδελεχῶς τοὺς προφῆτες, διανθίζοντας, ὡστόσο, τοὺς διαλογισμοὺς τους μὲ τὴν ἀνάγνωση κλασικῶν συγγραφέων. Στὰ μέσα τῆς Τεσσαρακοστῆς προσβλήθηκε ἀπὸ ἰσχυρὸ πυρετό, καὶ φθάνοντας στὰ πρόθυρα τοῦ θανάτου ἀναρπάθηκε ἐν πνεύματι καὶ εἶδε ἑαυτὸν παρουσιαζόμενο ἐνώπιον τοῦ θεϊκοῦ βήματος. Καθὼς δήλωνε τὴν χριστιανικὴ ταυτότητα του, ὁ Κριτὴς τοῦ ἀπάντησε: «Ψεύδεσαι, εἶσαι ὀπαδὸς τοῦ Κικέρωνα καὶ ὄχι χριστιανός!» καὶ ἔδωσε ἐντολὴ νὰ τὸν κτυπήσουν μὲ βέργες. Τυπτόμενος ἔτσι ἀπὸ τὴν συνείδησή του, ὁ Ἰερώνυμος ἔδωσε τὸν ἑξῆς ὅρκο: «Κύριε, ἂν ποτὲ ἔχω στὴν κατοχὴ μου θύραθεν βιβλία, ἢ τὰ διαβάζω, σημαίνει θὰ σὲ ἔχω ἀρνηθεῖ!» Ἔκτοτε ἀφιερώθηκε ἀποκλειστικὰ στὴν μελέτη τῆς Ἁγία Γραφῆς. Καὶ δίχως νὰ συμβουλευθεῖ κανένα, τράβηξε βαθιὰ στὴν ἔρημο τῆς Χαλκίδος (νοτιοανατολικὰ τῆς Ἀντιόχειας) ποθώντας νὰ μιμηθεῖ τὰ παλαίσματα τοῦ ἁγίου Αντωνίου (375). Εἶχε ὅμως ὑπερεκτιμήσει τὶς δυνάμεις του καὶ παρὰ τὶς νηστεῖες καὶ τὶς σκληραγωγίες ποὺ ἐπέβαλε στὸν ἑαυτὸ του δοκιμαζόταν σκληρὰ  ἀπὸ λογισμοὺς καὶ ἀναμνήσεις τοῦ παρελθόντος βίου του. Ἐνῶ ἐξαντλοῦσε τὴν φρυγμένη ἀπὸ τὸν ἥλιο σάρκα του μὲ τὴν ἄσκηση, ἐν μέσω σκορπιῶν καὶ ἀγριμιῶν, πίστευε ὅτι βρισκόταν μέσα στὶς ἀπολαύσεις τῆς Ρώμης, περιτριγυρισμένος ἀπὸ νεαρὲς ἀκόλαστες γυναῖκες. Γιὰ νὰ πολεμᾶ τὴν ἀκηδία, τελειοποίησε τὶς γνώσεις του στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα καὶ μὲ πολὺ κόπο ἔμαθε ἑβραϊκὰ καὶ ἀραμαϊκά, ἐνῶ διατηροῦσε καὶ ἀλληλογραφία μὲ τοὺς φίλους του στὴν Ἀκυληία. Στὶς δοκιμασίες αὐτές, ὁ Θεὸς τοῦ χάρισε οὐράνιες παραμυθίες, ἀλλὰ παρὰ ταῦτα χρειάστηκε σύντομα νὰ ἐγκαταλείψει τὴν ἔρημο, τὴν εἰρήνη τῆς ὁποίας διατάρασσαν οἱ ἔριδες τῶν μοναχῶν γύρω ἀπὸ τὸ θέμα τοῦ σχίσματος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας. Προσκείμενος εὐνοϊκὰ στὸν Παυλίνο, ὁ Ἰερώνυμος ἀπευθύνθηκε στὸν πάπα Δάμασο γιὰ νὰ τοῦ ζητήσει νὰ δώσει λύση στὴ διένεξη, ἀλλὰ δὲν ἔδωσε ἀπάντηση. Μετέβη τότε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου ἀφοῦ χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, παρὰ τοὺς δισταγμοὺς του, ἀπὸ τὸν Παυλίνο, συνέχισε τὴν μελέτη τῆς Βίβλου κοντὰ στὸν σοφὸ Ἀπολλινάριο Λαοδικείας, ἐξοβελίζοντας ἀπὸ τὴν διδασκαλία τοῦ σοφοῦ ὅτι δὲν συμμορφωνόταν μὲ τὴν Ὀρθοδοξία. Κατόπιν, ὠθούμενος ἀπὸ τὴν φήμη τῆς εὐγλωττίας  καὶ ἁγιότητος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου [25 Ἰαν.], ἀναχώρησε γιὰ τὴν Κωνσταντινούπολη ὅπου πέρασε τρία χρόνια στὴν σχολὴ του, ἀνακαλύπτοντας μὲ θαυμασμὸ τὰ ἔργα τοῦ Ὠριγένους, τὸν ὁποῖο ἄρχισε νὰ μεταφράζει. Μετὰ τὴν παραίτηση τοῦ Γρηγορίου, προσκλήθηκε ἀπὸ τὸν Παυλίνο Ἀντιοχείας καὶ τὸν ἅγιο Ἐπιφάνιο νὰ τοὺς συνοδεύσει στὴ Σύνοδο τῆς Ρώμης (382). Κατὰ τὶς συνεδρίες ὁ πάπας Δάμασος πρόσεξε τὰ σπάνια χαρίσματα τοῦ Ἰερωνύμου καὶ μετὰ τὴν Σύνοδο τὸν κράτησε κοντὰ του ὡς γραμματέα. Ὁ μέγας ἱεράρχης ἔβρισκε πνευματικὰ ἐρεθίσματα σὲ θέματα ποὺ ἀνέκυπταν ἀπὸ δύσκολα ἐδάφια τῆς Γραφῆς καὶ τοῦ ἀνέθεσε νὰ ἀναθεωρήσει τὶς λατινικὲς μεταφράσεις τοῦ Εὐαγγελίου μὲ βάση τὰ ἑλληνικὰ πρωτότυπα.

Ἡ φήμη του ὡς ἑρμηνευτὴ τῆς Γραφῆς συνέβαλε ὥστε νὰ γίνει πνευματικὸς καθοδηγητὴς ἑνὸς κύκλου εὐγενῶν καὶ εὐσεβῶν γυναικῶν ποὺ εἶχαν συγκεντρωθεῖ γύρω ἀπὸ τὴν ἁγία Μαρκέλλα [31 Ἰαν.], στὸ ἀρχοντικὸ τῆς στὸ Ἀβεντίνο. Ὀργάνωναν τακτικὰ συνάξεις, κατὰ τὶς ὁποῖες ὁ Ἰερώνυμος διάνθιζε τὶς ἑρμηνεῖες τοῦ ἱεροῦ κειμένου καὶ τὰ μαθήματα ἑβραϊκῆς γλώσσας μὲ διάπυρες ὁμιλίες περὶ ἀσκητικῆς πολιτείας. Στὴν νεαρότατη θυγατέρα τῆς ἁγία Παύλας [26 Ἰαν.], ἁγία Εὐστοχία ἔγραφε: «Νὰ εἶσαι ὁ τζίτζικας τῆς νύχτας. Νὰ λούζεις τὸ κρεβάτι σου κάθε νύχτα, νὰ πλημμυρίζεις τὸ στρῶμα σου μὲ δάκρυα. Νὰ ἀγρυπνᾶς καὶ γίνε ὅπως στὸ σπουργίτι στὴ μοναξιά…». Ὁ ἀχαλίνωτος ζῆλος του, ὅμως, τόσο στὴν ἐξύμνηση τοῦ ἀσκητικοῦ βίου ὅσο καὶ στὴν ἐπιτίμηση τῶν κοσμικῶν ἱερέων, βρῆκε πλῆθος ἐπικριτῶν ποὺ τὸν κατηγόρησαν ὅτι καταδίκασε τὸν γάμο καὶ οἱ ὁποῖοι, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Δάμασου (384), διέδιδαν εἰς βάρος του αἰσχρὲς συκοφαντίες ποὺ τὸν ἀνάγκασαν νὰ ἐγκαταλείψει τὴν Ρώμη (385).

Συνάντησε τὴν Παύλα καὶ τὴν κόρη της Εὐστοχία στὴν Ἀντιόχεια καὶ ξεκίνησαν ἀπὸ κοινοῦ γιὰ ἕνα μεγάλο προσκύνημα τόσο στοὺς Ἁγίους Τόπους ὅσο καὶ στὴν Αἴγυπτο, κοντὰ στοὺς Πατέρες τῆς ἐρήμου. Μετὰ τὴν περιοδεία αὐτή, ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμα τῆς ἁγίας Μελάνης τῆς Πρεσβύτερης καὶ τοῦ φίλου του Ρουφίνου στὸ ὄρος τῶν Ἐλαιῶν, ὁ Ἰερώνυμος ἐγκαταστάθηκε στὴν Βηθλεὲμ καὶ ἵδρυσε κοντὰ στὴν βασιλικὴ τῆς Γεννήσεως δύο μονὲς: μία γιὰ τοὺς μοναχοὺς καὶ μία γιὰ τὴν ἁγία Παύλα καὶ τὶς εὐσεβεῖς γυναῖκες ποὺ τὴν ἀκολούθησαν (389). Μεριμνώντας γιὰ τὴν ὀργάνωση τῶν δύο κοινοτήτων, συνέγραψε τότε γι’ αὐτὲς τοὺς Βίους τοῦ ἁγίου Παύλου τοῦ Θηβαίου [15 Ἰαν.], τοῦ ἁγίου Ἱλαρίωνος [21 Ὀκτ.] καὶ τοῦ ἁγίου Μάλχου [26 Μαρτ.]. Ὑπομνημάτισε καθημερινὰ τὴν Ἁγία Γραφὴ στὴν ἁγία Παύλα καὶ στὶς μαθήτριές της καὶ ἐπὶ πλέον ὑποδεχόταν τοὺς πολυπληθεῖς προσκυνητὲς ποὺ ἔρχονταν νὰ τιμήσουν τὸ Σπήλαιο τῆς Γεννήσεως καὶ νὰ ξεδιψάσουν στὴν πηγὴ τῆς σοφίας του. Κυρίως ὅμως ἀφοσιώθηκε ἐκεῖ στὸ τεράστιο ἔργο τῆς μετάφρασης τῆς Ἁγία Γραφῆς καὶ τῶν ὑπομνημάτων ποὺ τὴ συνόδευαν, ἐμπνευσμένων ἀπὸ τὴ μέθοδο τοῦ Ὠριγένους, παραχωρώντας ὅμως μεγαλύτερο χῶρο στὴν κατὰ γράμμα ἑρμηνεία. «Ἄγνοια τῶν Γραφῶν σημαίνει ἄγνοια τοῦ Χριστοῦ», δήλωνε, καὶ τὸ μέλημά του νὰ ἐπιστρέψει στὴν ἀκρίβεια τοῦ πρωτότυπου κειμένου τὸν ὤθησε νὰ ἀναλάβει τὴν μετάφραση ὁλόκληρης τῆς Παλαιὰς Διαθήκης ἀπὸ τὰ Ἑβραϊκά, ἔργο τεράστιο ποὺ ὁλοκλήρωσε μετὰ ἀπὸ δεκαπέντε χρόνια ἐπίμονης ἐργασίας.

Ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἑρμηνευτικὰ ἔργα του, ὁ φλογερὸς χαρακτήρας του δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ σιωπᾶ γιὰ τὰ ἐκκλησιαστικὰ πράγματα τῆς ἐποχῆς, καὶ μὲ τὴν ἴδια ὁρμὴ μὲ τὴν ὁποία ἀγωνιζόταν ἐναντίον τῶν παθὼν στὴν ἔρημο ρίχθηκε στὴν ὑπεράσπιση τῆς Ἀλήθειας κατὰ τῶν αἱρετικῶν. Παρὰ τὸν θαυμασμὸ του γιὰ τὸν Ὠριγένη, ἀκολούθησε τὸν ἅγιο Ἐπιφάνιο [12 Μαΐου] στὴν σφοδρὴ ἐκστρατεία του κατὰ τῶν μαθητῶν τοῦ μεγάλου διδασκάλου καὶ ἦλθε σὲ σύγκρουση μὲ τὸν φίλο του Ρουφίνο καὶ τὸν ἐπίσκοπό του, Ἰωάννη Ἱεροσολύμων. Ἡ διένεξη ὀξύνθηκε ὅταν ὁ Ἐπιφάνιος χειροτόνησε τὸν ἀδελφὸ του Ἰερώνυμου, Παυλίνο, γιὰ νὰ ὑπηρετήσει τὶς μονὲς τῆς Βηθλεέμ. Ὁ Ἰωάννης διαμαρτυρήθηκε γιὰ τὴν ἀντικανονικὴ αὐτὴ καταπάτηση τῆς δικαιοδοσίας του καὶ ἀπαγόρευσε τὴν εἴσοδο στὴν βασιλικὴ τῆς Γεννήσεως στὸν Ἰερώνυμο καὶ τοὺς μαθητὲς του. Ἐπῆλθε ὡστόσο ἀνακωχή, χάρις στὴν παρέμβαση τοῦ Θεοφίλου Ἀλεξανδρείας (396)· δύο χρόνια ὅμως ἀργότερα ἡ σύγκρουση ἀναζωπυρώθηκε μὲ ἀφορμὴ τὴ μετάφραση  ἀπὸ τὸν Ρουφίνο τοῦ Περὶ Ἀρχῶν τοῦ Ὠριγένους. Ὁ Ἰερώνυμος ἀπάντησε σύντομα μὲ μία μετάφραση ποὺ ἔδειχνε τὴν ὠριγενική αἵρεση καὶ συνέχισε τὴν πολεμικὴ του κατὰ τοῦ παλαιοῦ φίλου του ἀκόμη καὶ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ τελευταίου.

Ἡ συρροὴ στὴν Βηθλεὲμ προσφύγων ἀπὸ τὴν Δύση μετὰ τὴν Ἅλωση τῆς Ρώμης ἀπὸ τοῦ βαρβάρους (410) ἀπαιτοῦσε νὰ τεθεῖ κανεὶς στὴν ὑπηρεσία τους καὶ νὰ «πράττει μάλλον παρὰ νὰ γράφει ἅγια πράγματα»· οὐχ ἧττον ὅμως, ὁ Ἰερώνυμος συνέχισε νὰ γράφει τὴν νύχτα τὰ ἑρμηνευτικὰ καὶ ἀπολογητικὰ ἔργα του, ἰδιαίτερα κατὰ τῶν πελαγιανῶν, οἱ ὁποῖοι, ὡς ἀντίποινα, ἐπιτέθηκαν στὶς μονὲς τῆς Βηθλεὲμ καὶ ἄφησαν τὰ κτήρια ἐρειπωμένα (416). Ἡ λατινικὴ αὐτὴ κοινότητα, ἀπομονωμένη στὴν Ἀνατολὴ καὶ εἰς τὸ ἑξῆς παρακμάζουσα, δὲν εἶχε μέλλον καὶ μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ὁσίου Ἰερωνύμου, στὶς 30 Σεπτεμβρίου 420, δὲν ἄργησε νὰ σβήσει.

Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 10ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 15 ΙΟΥΝΙΟΥ
Ματθ. ι΄32-33, 37-38, ιθ΄ 27-30 

ΚΕΙΜΕΝΟ

32 Πᾶς οὖν ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοὶ ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω κἀγὼ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς. 33 ὅστις δ’ ἂν ἀρνήσηταί με ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ἀρνήσομαι αὐτὸν κἀγὼ ἔμπροσθεν τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς.

37 Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστι μου ἄξιος· 38 καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος.

27 Τότε ἀποκριθεὶς ὁ Πέτρος εἶπεν αὐτῷ· ἰδοὺ ἡμεῖς ἀφήκαμεν πάντα καὶ ἠκολουθήσαμέν σοι· τί ἄρα ἔσται ἡμῖν; 28 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὑμεῖς οἱ ἀκολουθήσαντές μοι, ἐν τῇ παλιγγενεσίᾳ, ὅταν καθίσῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, καθίσεσθε καὶ ὑμεῖς ἐπὶ δώδεκα θρόνους κρίνοντες τὰς δώδεκα φυλὰς τοῦ Ἰσραήλ. 29 καὶ πᾶς ὃς ἀφῆκεν οἰκίας ἢ ἀδελφοὺς ἢ ἀδελφὰς ἢ πατέρα ἢ μητέρα ἢ γυναῖκα ἢ τέκνα ἢ ἀγροὺς ἕνεκεν τοῦ ὀνόματός μου, ἑκατονταπλασίονα λήψεται καὶ ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσει. 30 Πολλοὶ δὲ ἔσονται πρῶτοι ἔσχατοι καὶ ἔσχατοι πρῶτοι.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

32 «Έτσι λοιπόν, όποιος με ομολογήσει μπροστά στους ανθρώπους, θα τον ομολογήσω κι εγώ μπροστά στον Πατέρα μου τον ουράνιο. 33Όποιος, όμως, με αρνηθεί μπροστά στους ανθρώπους, θα τον αρνηθώ κι εγώ μπροστά στον Πατέρα μου τον ουράνιο».

37.Όποιος αγαπάει τον πατέρα του ή τη μητέρα του περισσότερο από μένα, δεν είναι άξιος για μένα. Kαι όποιος αγαπάει το γιο ή την κόρη του περισσότερο από μένα, δεν είναι άξιος για μένα. 38Kαι όποιος δεν παίρνει το σταυρό του να με ακολουθήσει, δεν είναι άξιος για μένα.

   27Aποκρίθηκε τότε ο Πέτρος και του είπε: «Δες! Eμείς τ’ αφήσαμε όλα και σε ακολουθήσαμε. Tι θα συμβεί, λοιπόν, σ’ εμάς;» 28Kι ο Iησούς τους είπε: «Σας βεβαιώνω, πως εσείς που με ακολουθήσατε, στο ξεκίνημα της νέας αναστημένης ζωής, τότε που ο Γιος του Aνθρώπου θα καθίσει στο θρόνο της δόξας του, θα καθίσετε κι εσείς πάνω σε δώδεκα θρόνους και θα κρίνετε τις δώδεκα φυλές του Iσραήλ. 29Kι ο καθένας που άφησε σπίτια ή αδελφούς ή αδελφές ή πατέρα ή μητέρα ή γυναίκα ή παιδιά ή χωράφια για χάρη μου, εκατονταπλάσια θα πάρει και θα κληρονομήσει ζωή αιώνια. 30Όμως, πολλοί πρώτοι θα γίνουν τελευταίοι και τελευταίοι, πρώτοι».  

Ἀπολυτίκιον
Τῶν ἐν ὅλω τῷ κόσμῳ Μαρτύρων σου, ὡς πορφύραν καὶ βύσσον τὰ αἵματα, ἡ Ἐκκλησία σου στολισαμένη, δι’ αὐτῶν βοᾷ σοι Χριστὲ ὁ Θεός, τῷ λαῷ σου τοὺς οἰκτιρμούς σου κατάπεμψον, εἰρήνην τῇ πολιτείᾳ σου δώρησαι, καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.

0