ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΥΦΛΟΥ 25-5-25
Κατηγορία:ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

2025 25 Μαΐου. Τα έργα μας, αποκαλύπτουν. ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ, Ιωαν. θ΄, 1 – 38, π.Νικηφόρος Κοντογιάννης

ΚΥΡΙΑΚΗ
“ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ”


Θέμα 
Λειτουργικού Κηρύγματος: “Τα έργα μας, αποκαλύπτουν”

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ “ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ”
Ιωαν. θ΄1- 38

ΚΕΙΜΕΝΟ

1 ΚΑΙ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων.

 

 8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα.

 

 13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωυσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωυσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

   1Kι ενώ βάδιζε, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. 2Tον ρώτησαν τότε οι μαθητές του: «Δάσκαλε, ποιος αμάρτησε ώστε να γεννηθεί τυφλός; Aυτός ή οι γονείς του;» 3O Iησούς απάντησε: «Γεννήθηκε τυφλός, όχι γιατί αμάρτησε αυτός ούτε γιατί αμάρτησαν οι γονείς του, αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού στην περίπτωσή του. 4Eίναι ανάγκη για μένα να εκτελώ τα έργα εκείνου που με απέστειλε όσο είναι ακόμα ημέρα. Έρχεται νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. 5Eνόσω βρίσκομαι στον κόσμο, είμαι το φως του κόσμου».  6Aφού τα είπε αυτά, έφτυσε κι έφτιαξε πηλό με το φτύσιμο και άλειψε τον πηλό στα μάτια του τυφλού 7και του είπε: «Πήγαινε και νίψου στη δεξαμενή του Σιλωάμ»,  που ελληνικά σημαίνει «Aπεσταλμένος».  Πήγε, λοιπόν, και νίφτηκε και επέστρεψε βλέποντας! 8Oι γείτονες, λοιπόν, κι όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως που ήταν τυφλός, έλεγαν: «Aυτός δεν είναι ο άνθρωπος που καθόταν και ζητιάνευε;» 9άλλοι έλεγαν ότι είναι ο ίδιος κι άλλοι ότι είναι κάποιος που του μοιάζει. Eκείνος όμως έλεγε: «Eγώ είμαι».  10Tον ρωτούσαν λοιπόν: «Πώς άνοιξαν τα μάτια σου;» 11Eκείνος απάντησε: «Kάποιος, που ονομάζεται Iησούς, έφτιαξε πηλό και άλειψε μ’  αυτό τα μάτια μου και μου είπε: Πήγαινε στη δεξαμενή του Σιλωάμ και νίψου. Aφού, λοιπόν, πήγα και νίφτηκα, απέκτησα την όρασή μου».  12Tότε τον ρώτησαν: «Πού είναι αυτός;» Tους απάντησε: «Δεν ξέρω».   13Tον πηγαίνουν τότε, τον πρώην τυφλό, στους Φαρισαίους. 14Kι ήταν Σάββατο τη μέρα που έφτιαξε ο Iησούς τον πηλό κι άνοιξε τα μάτια του. 15Tον ρωτούσαν, λοιπόν, και οι Φαρισαίοι ξανά, πώς απέκτησε το φως του. Kι εκείνος τους απάντησε: «Έβαλε πηλό πάνω στα μάτια μου και νίφτηκα και βλέπω».  16Έλεγαν, λοιπόν, μερικοί από τους Φαρισαίους: «O άνθρωπος αυτός δεν είναι σταλμένος από τον Θεό, αφού δεν τηρεί το Σάββάτο».  άλλοι πάλι έλεγαν: «Mα πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια θαύματα;» Έτσι, υπήρχε διχογνωμία μεταξύ τους. 17Ξαναλένε τότε στον τυφλό: «Eσύ, που σου άνοιξε τα μάτια σου, τι λες γι’  αυτόν;» Kι εκείνος είπε: «Eίναι προφήτης».   18Mα οι Iουδαίοι δεν πίστεψαν τελικά πως αυτός ήταν τυφλός κι απέκτησε το φως του, ώσπου φώναξαν τους γονείς του ανθρώπου που απέκτησε το φως του 19και τους ρώτησαν: «Aυτός είναι ο γιος σας, που εσείς λέτε πως γεννήθηκε τυφλός; Πώς γίνεται, λοιπόν, και τώρα βλέπει;» 20Tους αποκρίθηκαν οι γονείς του: «Ξέρουμε ότι αυτός είναι ο γιος μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός. 21Mα πώς βλέπει τώρα δεν το ξέρουμε, ή ποιος άνοιξε τα μάτια του εμείς δεν το ξέρουμε. Δεν είναι ανήλικος ο ίδιος, αυτόν να ρωτήστε. Θα σας μιλήσει ο ίδιος για λογαριασμό του».  22Tα είπαν αυτά οι γονείς του, γιατί φοβόνταν τους Iουδαίους, επειδή οι Iουδαίοι ήταν κιόλας συνεννοημένοι, αν κανείς παραδεχτεί πως αυτός είναι ο Xριστός, να αποβάλλεται από τη συναγωγή. 23Γι’  αυτό είπαν οι γονείς του: «Δεν είναι ανήλικος, ρωτήστε τον ίδιο».   24Φώναξαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν πρώτα τυφλός, και του είπαν: «Tο Θεό να δοξάσεις. Eμείς ξέρουμε πως ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός».  25Aποκρίθηκε τότε εκείνος και είπε: «Aν είναι αμαρτωλός, δεν το ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω, πως, ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω!»  26Tότε τον ξαναρώτησαν: «Tι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;» 27Eκείνος απάντησε: «Mα, σας το είπα πρωτύτερα αλλά δε δώσατε σημασία. Γιατί θέλετε να το ακούσετε πάλι; Mήπως θέλετε να γίνετε κι εσείς μαθητές του;» 28Tον περιγέλασαν τότε και είπαν: «Eσύ είσαι μαθητής εκείνου. Eμείς είμαστε μαθητές του Mωυσή. 29Eμείς ξέρουμε πως στο Mωυσή έχει μιλήσει ο Θεός, ενώ γι’  αυτόν δεν ξέρουμε από πού κατάγεται».  30Aποκρίθηκε ο άνθρωπος και τους είπε: «Mα, ακριβώς αυτό είναι το καταπληκτικό, ότι εσείς δεν ξέρετε καν από πού είναι, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια! 31Kαι ξέρουμε βέβαια ότι αμαρτωλούς ο Θεός δεν ακούει, αλλά αν κανείς είναι θεοσεβής και εκτελεί το θέλημά του, αυτόν τον ακούει. 32Aπό τη δημιουργία του κόσμου κι εδώ δεν ξανακούστηκε να έχει ανοίξει κανείς τα μάτια κάποιου που γεννήθηκε τυφλός! 33Aν αυτός δεν προερχόταν από τον Θεό, τίποτε δε θα μπορούσε να κάνει».  34Aποκρίθηκαν εκείνοι: «Eσύ γεννήθηκες βουτηγμένος ολόκληρος μέσα σε αμαρτίες, και διδάσκεις εσύ εμάς;» Kαι τον πέταξαν έξω.   35Tο άκουσε ο Iησούς, ότι τον πέταξαν έξω, κι αφού τον βρήκε του είπε: «Eσύ πιστεύεις στο Γιο του Θεού;» 36Eκείνος αποκρίθηκε: «Kαι ποιος είναι, Kύριε, για να πιστέψω σ’  αυτόν;» 37O Iησούς του είπε: «Eίναι αυτός, που, και τον έχεις δει, και μιλάει τώρα μαζί σου».  38Tότε εκείνος είπε: «Πιστεύω, Kύριε!»  Kαι τον προσκύνησε.

Κυριακή, 25 Μαΐου 2025

ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ, Ιωαν. θ΄1 – 38

Τα έργα μας, αποκαλύπτουν.

Συνήθως, προσέχουμε να μην αποκαλύπτουμε τον εαυτό μας, να μη φαίνεται τι έχουμε, στεναχώριες, πίκρες, κακίες. Αλλά παρόλο αυτά όμως, κάποια έργα, μας αποκαλύπτουν. Έργα δικά μας και έργα εξωτερικά. Πράξεις, δηλαδή, που κάνουμε εμείς και πράξεις που διαχειριζόμαστε, ἀλλα είναι άλλων ανθρώπων η προβολή και η πρόταση και η δημιουργία τους, και πρέπει εμείς να τα αντιμετωπίσουμε. Πώς στεκόμαστε απέναντι σε όλα αυτά, στα δικά μας έργα και στα έργα των άλλων ανθρώπων; Με ποιον τρόπο;

Σήμερα, ο τυφλός απεκάλυψε ακριβώς αυτό. Τι έκαναν οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι; Ήταν «οι τηρούντες τον νόμον του Θεού». Ιερείς. Θεωρείται ότι ήταν καλοί, σωστοί, αφού μιλούσαν για τον νόμο του Θεού έπρεπε και να τον εφαρμόζουν. Και τι έγινε όμως;

Ο Κύριος, πάλι προκλητικά,  αποκαλύπτει τις διαθέσεις μας. Συναντάει έναν τυφλό, φτύνει κάτω, φτιάχνει λάσπη, βάζει στα μάτια του. Ήταν Σάββατο λέει. Πω πω! Έκανε πολλή δουλειά. Πφ! Να είχε και καμιά μπετονιέρα να έκανε λάσπη, ε; Του ‘βάλε στα μάτια και: «Πήγαινε, λέει, στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ και πλύνε τα μάτια σου και θα γίνεις καλά». Το έκανε. Πήγε, ήρθε χαρούμενος.

Του λένε: «Ποιος σε έκανε καλά;»  

Πού να τον δει, αφού δεν έβλεπε, έφυγε… «Ποιος; Δεν ξέρω ποιος με έκανε καλά», λέει.

Κι όλοι προβληματιζόντουσαν: «Αυτός είναι, που ζητιάνευε; Πώς είναι δυνατόν;» Εκ γενετής τυφλός, που σημαίνει δεν είχε νεύρα, δεν είχε τίποτα. Εκ γενετής. Καταστραμμένα τα μάτια του εξ ολοκλήρου. Και ξέρετε, το να κάνεις καλά κάποιον που δεν περπατάει, λες εντάξει. Αλλά το να του δώσεις μάτια του αλλουνού, να βάλεις βολβούς, να βάλεις φακούς, να βάλεις όλη αυτήν την ευαισθησία, να τα συνδέσεις με τον εγκέφαλο. Τέλος πάντων.

«Ποιος σε έκανε καλά;»

«Να, κάποιος, λέει, με βρήκε στον δρόμο, το όνομά του είναι Ιησούς», κτλ.

Τον παίρνουν, λοιπόν, και τον πάνε στους Γραμματείς και Φαρισαίους. Λάφυρο! «Κοίτα τι βρήκαμε, δείτε!»

Για δυο λόγους. Πρώτον, γιατί έγινε καλά και δεύτερον, γιατί έγινε Σάββατο η δουλειά αυτή. Και λένε οι Γραμματείς και οι Φαρισαίοι: «Οι τηρούντες τον νόμον».

Που ο νόμος λέει: «Αγαπήσεις Κύριον τον Θεό σου και τον πλησίον σου ως σ’ εαυτόν» (Ματθ.ιθ,19). Τι αγάπη δείξανε για αυτόν τον τυφλό;  Αντί να χαρούν και να πούνε: «Μπράβο βρε παιδί μου. Βλέπεις; Σε ξέραμε στους δρόμους και ζητιάνευες. Ήσουνα τυφλός. Δεν μπορούσες να περπατήσεις. Σκόνταφτες από εδώ και από εκεί. Και τώρα βλέπεις και περπατάς και είσαι μια χαρά». Όχι. Όχι. Παρανομία. Παρανομία. «Ποιος σου το ‘κανε αυτό;»

«Ο Ιησούς».

«Και τι είναι Αυτός; Δεν είναι άνθρωπος του Θεού. Αφού το ‘κανε Σάββατο».

Και είπε πολύ ωραία και δικαιολογημένα ο τυφλός: «Εγώ ένα ξέρω, λέει. Αμαρτωλός, δεν μπορεί να κάνει κάτι και να τον ακούσει ο Θεός». Άρα, Αυτόν τον άκουσε ο Θεός. Και έκανε κάτι πολύ θαυμαστό.

«Όχι. Δεν είναι έτσι». Και ξαναρωτούσαν και ξαναρωτούσαν. Και κάλεσαν και τους γονείς. Για να, τι; Για να στηρίξουν το πνεύμα της αντιλογίας τους. Αντιλογία. «Όχι, δεν έγινε έτσι» «Μα αφού βλέπει». «Όχι, δεν είναι έτσι. Κάτι άλλο συμβαίνει».

Και λέει η Αγία Γραφή: «ἀντιλογίας ἐγείρει πᾶς κακός» (Παροιμ.17,11). Στην Παλαιά Διαθήκη αυτό. Προσέξτε! Γιατί εύκολοι είμαστε στο να αντιλέγουμε. Και ο άνθρωπος που αντιλέγει ξέρει πολύ καλά ότι αντιλέγει στο καλό. Γιατί στο κακό, στο λάθος, δεν αντιλέγουμε, απλώς λέμε ότι αυτό δεν είναι σωστό. Στο καλό αντιλέγουμε. «Όχι, δεν είναι έτσι». «Όχι, δεν κάνουμε έτσι». «Όχι, δεν είναι αυτό».

Και αυτό τι δείχνει; Ότι ο αντιλέγων το ξέρει, αλλά έχει μέσα του κακία, γιατί λέει: «Αντιλογία εγείρει πας κακός». Κακός. Όχι, αμαρτωλός. Αμαρτωλοί είμαστε όλοι. Κακός. Άρα, λοιπόν, τι κάνει; Απειθούμε, απειθεί και απειθούμε, στο θέλημα του Θεού, οι πάντες, όταν αρνούμεθα την ευεργεσία του Θεού στη ζωή μας, με οποιονδήποτε τρόπο.

«Και ποιος είσαι εσύ, λέει ο Απόστολος Παύλος που αντιλέγεις στον Θεό; Τι είσαι εσύ; Τι είσαι;» (Ρωμ.9,20) Αντιλέγουμε, αντιλέγουμε, αντιλέγουμε… Κρίνουμε, κατακρίνουμε, καταδικάζουμε… Και τι βγαίνει στο τέλος; Στο τέλος όλοι κρινόμαστε από τον ίδιο Θεό.

Και οι Ιουδαίοι έξω στην έρημο, λέει ο Ψαλμός, ότι είχαν λόγο αντιλογίας. Τους έβγαλε από την Αίγυπτο. Τους πέρασε από την Ερυθρά Θάλασσα χωρίς να πάθουν τίποτα και κάποια στιγμή δίψασαν και λένε: «Τώρα μήπως μπορεί ο Θεός και στην έρημο να μας φέρει νερό;» Και λέει ο Θεός: «Δεν ντρέπεστε, λέει, τόσα πράγματα σας έκανα, τόσα σας έδωσα και δεν έχετε εμπιστοσύνη να με ζητήσετε, να με καλέσετε με καλόν τρόπο, με όμορφο τρόπο. Και αντιλέγετε;» (Ψαλμ.77,19)

Δεν είναι αντιλογία, όταν λέμε: «Υπάρχει κόλασις, υπάρχει Παράδεισος;» «Δεν είναι έτσι, είναι αλλιώς». Σε πνευματικά θέματα. «Δεν κάνουμε αυτό. Δεν κάνουμε εκείνο». Πού είναι η ταπείνωσις και η υπακοή μας στο θέλημα του Θεού, που εκφράζεται, όχι μέσα από τον καθέναν μας, μέσα από την Εκκλησία. Θέλημα του δεν εκφράζει ο καθένας μας. Η Εκκλησία εκφράζει το θέλημα. Και τι είναι η Εκκλησία;  Οι νόμοι, οι κανόνες, η Αγία Γραφή, οι πατέρες.

Μιλούσα μια μέρα με κάποιον και μου λέει: «Πήγα στην Εκκλησία να βαπτίσω το παιδί και είχα ένα παιδάκι, ξαδελφάκι, 16 ετών και ήθελε να βάλει λάδι στο παιδί και ο παπάς δεν το άφηνε».

«Δεν το άφηνε», λέω.

«Ναι, τα παιδιά δεν επιτρέπεται να βαπτίζουν». Προσέξτε, τα παιδιά δεν επιτρέπεται να βαπτίζουν. Ποιος βαπτίζει τελικά; Γιατί έχουμε αναγάγει τον νονό της βαπτίσεως σε κάτι τόσο μεγάλο και σπουδαίο, ενώ δεν είναι αυτό ακριβώς που νομίζουμε.

Ο ιερεύς βαπτίζει, κανένας άλλος. Τι λέει; «Βαπτίζω». Βουτάει. Ποιος βουτάει το παιδί μες στην κολυμπήθρα; Ο ιερεύς. Τι ρόλο παίζουν τώρα όλοι οι άλλοι, ο νονός και οι λοιποί; Ξέρετε τι ρόλο παίζει ο νονός; Δίδει μαρτυρία ότι αυτός αποτάχθηκε τον σατανά και συντάχθηκε στον Χριστό και δίνει υπόσχεση ότι θα τηρεί το θέλημα του Θεού. Και όταν τελειώσει το μυστήριο πάνε μέσα στο γραφείο και υπογράφουν. Αυτό δεν είναι κρατικό έγγραφο. Υπογραφή απέναντι στον Θεό είναι, ότι: «Εγώ, που έφερα αυτόν να βαπτιστεί, μαρτυρώ, λέω αλήθεια, ότι αυτός αρνείται τον σατανά, αρνείται τα είδωλα και θέλει να εφαρμόζει το θέλημα του Θεού».

Γι’ αυτό και δεν μπορεί ένα παιδί να βαπτίσει. Όχι γιατί είναι μικρό, αλλά γιατί δεν μπορεί να υπογράψει, είναι ανήλικο. Η υπογραφή του δεν ισχύει, η μαρτυρία του δεν ισχύει.

Δεν πάνε να κάνουν στην βάπτιση εκατό χέρια, να βάλουν λάδι, να βάλουν νερό, να ρίξουν, να πούνε εκατό ονόματα, να φωνάξουν και να πούνε γιατί του παππού, γιατί της γιαγιάς, γιατί, γιατί, γιατί. Ένα πράγμα ισχύει μόνο. Αυτό που θα υπογράψει ο νονός. Αυτόν τον ρόλο παίζει ο νονός.

Εξάλλου αν έχετε προσέξει, βαπτίζουμε και μεγάλους. Δεν βαπτίζουμε μεγάλους; Βαπτίζουμε. Υπογράφει ο μεγάλος; Ούτε ο μεγάλος υπογράφει. Γιατί είναι ανήλικος; Όχι. Γιατί τη μαρτυρία θα την δώσει άλλος.

Ενώ στο γάμο υπογράφει και ο ένας, και ο γαμπρός και η νύφη και ο κουμπάρος. Υπογράφουν όλοι, γιατί είναι μεγάλοι και είναι άλλο εκείνο το μυστήριο.

Εδώ το μυστήριο είναι φοβερό και τρανό. Μαρτυρεί ο νονός, αυτός είναι ο ρόλος του. Ο ρόλος του νονού δεν είναι να φέρει ρουχαλάκια, αν θέλει ας το κάνει. Ούτε να φέρει τη λαμπάδα, ούτε να το πάρει, να το φέρει Πάσχα, Χριστούγεννα δώρα και όπως το καταντήσαμε σαν τους καθολικούς. Αν θέλει ας το κάνει, δικό του θέμα. Αλλά ο ρόλος του νονού που βαπτίζει είναι ότι μαρτυρεί, ότι αυτός υποσχέθηκε ότι δε θα εφαρμόσει τα έργα του διαβόλου, αλλά θα εφαρμόσει το έργο του Θεού.

Καταλαβαίνετε λοιπόν, που κοκορευόμαστε και λέμε: «Εγώ, ο νονός βάπτισα». Ποιον βάπτισες; Κανέναν δε βάπτισες. Και να σας πω και κάτι; Στην εποχή μας ούτε η μάνα, ούτε ο πατέρας ήταν παρόντες στη βάπτιση. Παλαιότεροι το θυμούνται. Κι εμείς που ήμασταν παιδιά μικρά, ήμασταν έξω από την Εκκλησία, ο νονός ήταν μέσα, αυτός που μαρτυρούσε, που προσέφερε τον βαπτιζόμενο, και έβγαινε έξω και μας έλεγε το όνομα του παιδιού  και μας έριχνε κι “αλαμούρα” (σκορπούσε κι όποιος προλάβαινε να αρπάξει) έτσι χρήματα. Και τρέχαμε στο σπίτι να πούμε στους γονείς το όνομα του παιδιού. Αυτή είναι η τάξη της βαπτίσεως.

Δεν είναι αυτές οι φιγούρες που κάνουμε, στήνουμε απ’ έξω παζάρι ολόκληρο. Βάζουμε και στην κολυμπήθρα μαϊμουδάκια. Μαϊμού θα βαπτίσεις; Μαϊμουδάκια βάζουμε, γιατί έτσι αρέσει το παιδάκι το μαϊμουδάκι. Τι λες καλέ; Στην κολυμπήθρα βάζουμε λουλούδια, όπως βάζουμε στην εικόνα του Αγίου που γιορτάζει, γιατί αυτό το νερό, μέσα σε αυτό το νερό θα μπει ο άνθρωπος αυτός, θα πεθάνει και θα αναστηθεί «εἰς Χριστὸν» (Γαλ.3,27).

Δεν είναι απλά πραγματάκια. Δεν είναι εκδηλώσεις φιγούρας, φολκλόρ, και δεν ξέρω τι άλλο, επίδειξης. Καταντήσαμε τα μυστήρια να είναι χάλια. Και μου έλεγε αυτός ο άνθρωπος: «Ε, όχι δεν είναι έτσι». Και αναγκάστηκα να στείλω μήνυμα στον Δεσπότη και να μου πει: «Ε, όχι δα. Ποιος τα λέει αυτά;» Νεαροί παπάδες, που δεν ρωτάνε εμάς τους μεγαλυτέρους, συγγνώμη που το λέω. Αφού γέρασα, τι να πω; Να μην πω ότι γέρασα και μεγάλωσα; Να μάθουμε, εμείς μαθαίναμε. Μαθαίναμε.

Τι είναι αυτό; Πνεύμα αντιλογίας. Και ξέρετε ο άνθρωπος που έχει πνεύμα αντιλογίας, δεν σώζεται. Γιατί; Θυμηθείτε τι λέει ο Κύριος την ημέρα της κρίσεως: «Θα ‘ρθω και θα πω με είδατε να πεινάω και δε με ταΐσατε». Τι λένε οι άδικοι: «Κύριε πότε σε είδαμε να πεινάς και δε σε ταΐσαμε;»  (Ματθ.25,31-46) Τι είναι αυτό; Πνεύμα αντιλογίας.

Άρα λοιπόν αγαπητοί μου, ας προσέχουμε πάρα πολύ όταν αντιλέγουμε στο ορθό, στο αληθές. Και ας καθίσουμε λιγάκι να σκεφτούμε πριν απαντήσουμε, πριν πούμε ναι-όχι σε κάτι, ας το δουλέψουμε, ας προσευχηθούμε να φωτίσει ο καλός Θεός. Τι πρέπει να κάνω; Πώς να ενεργήσω; Έτσι ώστε μη χάσουμε αυτό για το οποίο τρέχουμε και αγωνιζόμαστε, την αιώνια Βασιλεία του Θεού.

 

Διόρθωση κειμένου: Θ. και Χ. Σ.

Διόρθωση προσαρμογή και μορφοποίηση υποτίτλων και εισαγωγή παραπομπών ο ομιλών.

0