ΚΥΡΙΑΚΗ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ 9-03-25
Κατηγορία:ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

2025 9 Μαρ. Η τελευταία επίσκεψη, ΚΥΡΙΑΚΗ Α΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ- ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Ιωαν. α΄ 44-52, π.Νικηφόρος Κοντογιάννης

ΚΥΡΙΑΚΗ
“Α΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ – ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ”


Θέμα 
Λειτουργικού Κηρύγματος: “Πού είναι ο Θεός;”

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ “Α΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ – ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ”
Ιωαν. 1, 44-52

ΚΕΙΜΕΝΟ

 44 Τῇ ἐπαύριον ἠθέλησεν ὁ Ἰησοῦς ἐξελθεῖν εἰς τὴν Γαλιλαίαν· καὶ εὑρίσκει Φίλιππον καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι. 45 ἦν δὲ ὁ Φίλιππος ἀπὸ Βηθσαϊδά, ἐκ τῆς πόλεως Ἀνδρέου καὶ Πέτρου. 46 εὑρίσκει Φίλιππος τὸν Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ὃν ἔγραψε Μωυσῆς ἐν τῷ νόμῳ καὶ οἱ προφῆται, εὑρήκαμεν, Ἰησοῦν τὸν υἱὸν τοῦ Ἰωσὴφ τὸν ἀπὸ Ναζαρέτ. 47 καὶ εἶπεν αὐτῷ Ναθαναήλ· ἐκ Ναζαρὲτ δύναταί τι ἀγαθὸν εἶναι; λέγει αὐτῷ Φίλιππος· ἔρχου καὶ ἴδε. 48 εἶδεν ὁ Ἰησοῦς τὸν Ναθαναὴλ ἐρχόμενον πρὸς αὐτὸν καὶ λέγει περὶ αὐτοῦ· ἴδε ἀληθῶς Ἰσραηλίτης ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι. 49 λέγει αὐτῷ Ναθαναήλ· πόθεν με γινώσκεις; ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· πρὸ τοῦ σε Φίλιππον φωνῆσαι, ὄντα ὑπὸ τὴν συκῆν εἶδόν σε. 50 ἀπεκρίθη Ναθαναὴλ καὶ λέγει αὐτῷ· ραββί, σὺ εἶ ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, σὺ εἶ ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 51 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὅτι εἶπόν σοι, εἶδόν σε ὑποκάτω τῆς συκῆς, πιστεύεις; μείζω τούτων ὄψει. 52 καὶ λέγει αὐτῷ· ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἀπ’ ἄρτι ὄψεσθε τὸν οὐρανὸν ἀνεῳγότα, καὶ τοὺς ἀγγέλους τοῦ Θεοῦ ἀναβαίνοντας καὶ καταβαίνοντας ἐπὶ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

   44Tην επόμενη μέρα ο Iησούς θέλησε ν’  αναχωρήσει για τη Γαλιλαία. Συναντάει, λοιπόν, το Φίλιππο και του λέει: «Aκολούθα με».  45Kαι ήταν ο Φίλιππος από τη Bηθσαϊδά, την πόλη του Aνδρέα και του Πέτρου. 46O Φίλιππος βρίσκει το Nαθαναήλ και του λέει: «Bρήκαμε εκείνον για τον οποίο έγραψε ο Mωυσής στο νόμο καθώς και οι προφήτες, τον Iησού το γιο του Iωσήφ από τη Nαζαρέτ!»  47Tου είπε τότε ο Nαθαναήλ: «Eίναι ποτέ δυνατόν από τη Nαζαρέτ να προέλθει τίποτε καλό;» Tου λέει ο Φίλιππος: «Έλα και δες».  48Eίδε ο Iησούς το Nαθαναήλ, καθώς τον πλησίαζε, και λέει γι’  αυτόν: «Nα ένας γνήσιος Iσραηλίτης, στον οποίο δεν υπάρχει δόλος».  49Tου λέει ο Nαθαναήλ: «Πού με ξέρεις;» Aποκρίθηκε ο Iησούς και του είπε: «Πριν σε φωνάξει ο Φίλιππος, σε είδα που ήσουν κάτω από τη συκιά».  50Tου λέει τότε ο Nαθαναήλ: «Δάσκαλε, εσύ είσαι ο Γιος του Θεού! Eσύ είσαι ο Bασιλιάς του Iσραήλ!»  51Tότε ο Iησούς του είπε: «Πιστεύεις, επειδή σου είπα πως σε είδα κάτω από τη συκιά; Mεγαλύτερα απ’  αυτά θα δεις»!  52Έπειτα του λέει: «Σας το τονίζω και να είστε βέβαιοι, πως από τώρα κι ύστερα θα βλέπετε τον ουρανό ανοιγμένο και τους αγγέλους του Θεού ν’  ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν προς το Γιο του Aνθρώπου».   

Κυριακή, 9 Μαρτίου 2025

Α΄ ΝΗΣΤΕΙΩΝ-ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ Ιωαν.1, 44-52

Πού είναι ο Θεός;

Ξέρετε, ένα ερώτημα έχουμε, ή μάλλον δυο, το ένα θα σας το πω τώρα, το άλλο ελάτε το απόγευμα να το ακούσετε. Το δεύτερο ξέρετε ποιο είναι;  Μου το έχουν θέσει το ερώτημα: «Γιατί στην Εκκλησία, ανέκαθεν από τους Αποστολικούς χρόνους… τι λέω από τους Αποστολικούς χρόνους, προ Χριστού ακόμη… ο Ιησούς Χριστός, ο Θεός, τιμάει πάρα πολύ τις χήρες, τις τιμάει, μόνο για χήρες μιλάει». Αλλά δεν θα πω τώρα τίποτα, θα πω το απόγευμα, πρώτα ο Θεός, το ερώτημα θα απαντήσω.

Τώρα θα απαντήσουμε στο άλλο το ερώτημα που λέμε πολλές φορές όλοι μας. Γίνεται ένα κακό, γίνεται μία αναμπουμπούλα, γίνεται ένα τροχαίο, γίνεται… γίνεται… γίνεται… «Πού είναι ο Θεός;». «Πού είναι ο Θεός; Δε βλέπει;». «Πού είναι ο Θεός;».

Βέβαια, ακούω πολλές απαντήσεις. Άκουσα και μία που λέγει: «Εκεί που Τον άφησες». Δηλαδή είπα, τι είναι βαλιτσάκι είναι ο Θεός, τώρα Τον κουβαλάω μαζί μου, Τον κουράστηκα, Τον βαρέθηκα, Τον αφήνω; Και πού πάει αυτή η προσευχή ωραία που λέμε: «ὁ πανταχοῦ παρών, καὶ τὰ πάντα πληρῶν». Δηλαδή κάποιες φορές είναι παντού, κάποιες φορές δεν είναι παντού; Τι Θεός είναι Αυτός; Τι Θεό έχουμε μέσα μας;

Και όμως τόσο ανόητα λέμε: «Πού είναι ο Θεός.

Και ο Θεός απαντάει και λέει: «Πού είμαι παιδί μου, είμαι στη δουλειά σου παιδί μου, εκεί που δουλεύεις και σου λέω: «πρόσεχε».

Και μου λες: «Άντε από εδώ ξέρω εγώ».

Είμαι εκεί που πίνεις τον καφέ σου, καπνίζεις το τσιγάρο σου τόσο όμορφα και άνετα και σου λέω: «Παιδί μου, αυτό βλάπτει. Θα σε βλάψει».

Και εσύ μου απαντάς: «Ναι, είδες πολλούς να έχουν πάθει τίποτα από το τσιγάρο και από τον καφέ;».

Έρχομαι κοντά σου όταν αμαρτάνεις και σε φωνάζω και σου λέω: «Πρόσεχε, πρόσεχε ανοίγεις το κινητό σου βλέπεις βρωμιές. Βλέπεις… βλέπεις από παντού βρωμιές. Πρόσεχε μη πλανάσθε, μη ξεγελιέστε. Πόρνοι, μοιχοί, αρσενοκοίτες, μαλακοί, ομοφυλόφιλοι, κλέφτες, μέθυσοι, Βασιλεία Θεού δεν κληρονομούν. Σε προειδοποιώ, πρόσεχε».

Και εσύ τι μου λες: «Άι τράβα στην εκκλησία να ψάλλεις τίποτα, να διαβάσεις (εκφράσεις που της λέει ο κόσμος). Άντε τράβα  εκεί, άσε με, με μένα ασχολείσαι, άντε από δω».

Έρχομαι εκεί που παθαίνεις ένα τροχαίο και σου λέω: «Παιδί μου γιατί διαμαρτύρεσαι, γιατί διαμαρτύρεσαι και με φωνάζεις και με προσβάλλεις και θυμώνεις μαζί μου; Εγώ σου είπα να τρέχεις, εγώ σου είπα να μεθάς και να πίνεις και να κάνεις τις ασωτείες σου αυτές; Εγώ σου είπα να είσαι επιπόλαιος; Εγώ σου τα είπα; Γιατί στρέφεσαι εναντίον μου και θυμώνεις μαζί μου;».

Ακόμη ο καλός Θεός έρχεται να μας  πει: «Παιδί μου, πρόσεξέ με, άκουσέ με, άκου τι θα σου πω».  

«Δεν σε έχω ανάγκη. Φύγε. Δεν σε έχω ανάγκη. Δεν σε θέλω. Φύγε. Ξέρω εγώ να κάνω τη ζωή μου».

Και δεν έρχεται ο καλός Θεός.

Δεν επεμβαίνει ο καλός Θεός. Γιατί αν επέμβει θα είμαστε όλο διαμαρτυρία και θα ενοχοποιηθούμε ακόμη πιο πολύ. Τουλάχιστον θα έχουμε μια δικαιολογία και να πούμε: «Δεν με είπε κανένας. Δεν άκουσα. Δεν ήξερα. Δεν…». Αυτά τα ωραία που λέμε συνήθως.

Γιατί αν επέμβει θα πει: «Δεν σου τα έλεγα; Μ΄ άκουσες; Όχι».

«Ήρθα, λέει, να σε πιάσω από το χέρι και να σε βοηθήσω να περπατήσεις», το λέει η Αγία Γραφή τόσο ωραία. Δεν είναι δικά μου αυτά, είναι λόγια που τα βγάζει ο κόσμος και η Αγία Γραφή απαντάει.

Είναι από τον Ιώβ: «Έλα παιδί μου να σε βοηθήσω να βγεις από τα προβλήματα και από τις δυσκολίες».

«Όχι, απόστα απ’ εμού (φύγε από μένα, φύγε μακριά), οδού σου ειδέναι, ου βούλομαι (δεν θέλω να σε βλέπω, δεν θέλω να σε ακούω)». Κατέβασα τις εικόνες από τα σχολεία, δεν θέλω να σε βλέπω. Κατέβασα τις εικόνες από τα δικαστικά μέγαρα. Η δικαιοσύνη… «απόλυτη εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη» λένε… χωρίς Θεό, απόλυτη.

«Πού; Αφού δεν με θέλεις, με έχεις πετάξει έξω από παντού, από τη ζωή σου. Βρίζεις και βλασφημάς με το παραμικρό, λες και εγώ σου έκανα, τι σου έκανα. Γιατί,;

Γιατί μετά φωνάζεις και λες: «Πού είναι ο Θεός;»

Γιατί κάποιοι τον βρίσκουν τον Θεό;

Γιατί η Ευαγγελική περικοπή σήμερα λέει ότι: «Είπε ο Φίλιππος στο Ναθαναήλ: «Έλα, λέει, αυτόν που έγραψε ο προφήτης Μωυσής και οι άλλοι προφήτες, τον βρήκαμε». Γιατί αυτοί τον βρήκανε; Γιατί εμείς δεν βρίσκουμε τον Θεό;

Ξέρετε γιατί; Το λέει η Αγία Γραφή πάλι, στον Επίσκοπο της Λαοδικίας; «Λες ότι είσαι πλούσιος, δεν έχω ανάγκη. Έχω πολιτισμό, έχω αυτοκίνητο, έχω τούτο, έχω εκείνο, δεν σε έχω ανάγκη. Και ουδενός χρείαν έχω, πεπλούτηκα. Και ουκ οίδας ότι εσύ είσαι ο ταλαίπωρος και ο ελεεινός και πτωχός και τυφλός και γυμνός στην ψυχή και στο σώμα». Και στην ψυχή και στο σώμα.

Πετάξαμε ή δεν πετάξαμε τα ρούχα μας; Κάνει κρύο και ντυνόμαστε να έρθει το καλοκαιράκι. Τα πετάξαμε ή δεν τα πετάξαμε; Στην παραλία που πάμε τα πετάξαμε ή δεν τα πετάξαμε; Και μετά διαμαρτυρόμαστε. Κάνουμε καρναβάλι, σηκώνουμε τις φούστες και κάνουμε φιγούρες και μετά διαμαρτυρόμαστε. «Γιατί; Τι έκανα; Τι έκανα; Φύγε Θεέ, δεν σε θέλω, φύγε».

Χμ… Και όμως.

«Σου συμβουλεύω (λέει, σαν Πατέρας συμβουλεύει, γιατί μας πονάει και μας αγαπάει) να αγοράσεις από μένα, λέει, χρυσάφι πεπυρωμένο από φωτιά για να πλουτίσεις. Χρυσάφι δικό Μου για να πλουτίσεις. Άσε τις λίρες και όλα τα άλλα που τα τρώει ο σκώρος. Από μένα έλα να αγοράσεις και λευκά ρούχα για να ντυθείς. Και μη φανερωθεί η αισχύνη της γυμνότητός σου». Και για να μην φαίνεται η ντροπή του σώματός σου. Ντροπή είναι το σώμα μας, γιατί θα σαπίσει. Σκουλήκια το κυνηγάνε, βρωμιά και δυσωδία είναι το σώμα μας. Βάζουμε αρώματα για να μην φαίνεται. «Ντύσου, βρε άνθρωπε, ντύσου να μην φαίνεται η ντροπή σου».

Κι όμως την ντροπή σου δεν τη θέλεις. Γιατί λέγανε οι πατέρες ότι: «Θα έρθει καιρός που η ντροπή θα χαθεί από τον κόσμο». Θα χαθεί η ντροπή. Δεν ντρεπόμαστε, δεν σεβόμαστε, δεν αγαπάμε τίποτα. Τίποτα.

«Και πάρε, λέει, και κανένα κολλύριο για να εγχρίσει τους οφθαλμούς σου ίνα βλέπεις». Πάρε και κανένα κολλύριο για να βάλεις στα ματάκια σου και στα αυτιά σου. Για να βλέπεις. Να με βλέπεις. Είμαι εδώ δίπλα σου. Να με ακούς. Είμαι εδώ δίπλα σου. Σου μιλάω. Αλλά έπιασαν κόρες στα μάτια σου. Έπιασε βρωμιά το αυτί σου. Πώς να μην πιάσει βρωμιά όταν ακούς του κόσμου τις βρωμιές; Πώς να μην κλείσουν τα μάτια σου όταν γέμισες με θεάματα βρώμικα και ανόητα; Πώς ξεκινάμε την Σαρακοστή και λέμε: «Καλή Σαρακοστή» και κάνουμε καρναβάλι; Πώς; Πώς κατά τα άλλα.

Ναι. Τότε δικαιολογείται ένα βαλιτσάκι έχουμε. Το κουβαλάμε αυτό το βαλιτσάκι, και όταν μπαίνουμε στην εκκλησία το βαλιτσάκι το αφήνουμε απ’ έξωμε την κοσμικότητά μας. Και μπαίνουμε μέσα. Κάνουμε το σταυρό μας. Θα προσκυνήσουμε την Παναγία. Θα έρθουμε στον Επιτάφιο. Θα κλάψουμε. Θα δακρύσουμε. Και μόλις τελειώσουμε τον Επιτάφιο…. πού πάνε οι καρδούλες μου; Πού πάνε οι ψυχούλες μου; Στις καφετέριες. Στα μπαρ. Να φάμε να πιούμε. Λες και είναι πολύ μακριά το Πάσχα για να φάμε. Δεν μπορούμε να πενθήσουμε. Δεν μπορούμε να κλάψουμε. Απ’ τη μια φωνάζουμε και διαμαρτυρόμαστε. Πού; Και; το ένα, το άλλο… Αδικίες. Όλα, όλα αυτά. Και την άλλη γλεντάμε και διασκεδάζουμε σαν να μην τρέχει τίποτα.

«Και εγώ, λέει ο Θεός, είμαι εδώ βρε παιδί μου. Είμαι δίπλα σου. Δίπλα σου. Η ζωή σου τελειώνει. Δεν βλέπεις; Πορεύεται, η ζωή σου πορεύεται. Θα τελειώσεις. Πού θα πας μετά; Διότι  τότε όταν θα έρθεις και θα με βρεις ως κριτή, θα είναι δίπλα σου και ο διάβολος, αυτόν που υπηρετούσες τόσα χρόνια.

Και θα λέει «Αυτός είναι δικός μου. Άστον τι τον θέλεις;».

Και εγώ θα πω: «Παιδί μου δεν σε ξέρω. Δεν σε ξέρω. Δεν σε ξέρω. Πότε σε είδα; Δεν σε είδα. Στην εκκλησία δεν σε βλέπω. Στην εξομολόγηση δεν σε βλέπω. Στα μυστήρια δεν σε βλέπω. Δεν σε είδα πουθενά. Τώρα δεν σε ξέρω. Εργάτη της ανομίας λέει, φύγε. Πήγαινε εκεί που δούλευες την ανομία. Ναι πήγαινε. Συνέχισε να δουλεύεις την ανομία. Την αμαρτία. Την ασωτία. Συνεργάσου με τον διάβολο όπως συνεργαζόσουν και έκανες τις επιθυμίες του. Σε μένα όμως δεν μπορείς να έρθεις. Δεν δούλευες σε μένα ως παιδί δικό μου. Δούλευες αλλού. Ως παιδί του διαβόλου. Άρα τι ζητάς από μένα κληρονομιά; Ο πατέρας την κληρονομιά την δίνει στα παιδιά του. Δεν τα δίνει στους ξένους και στους άσχετους».

Αλλά αγαπητοί μου, εμείς να γι’ αυτό νηστεύουμε. Για να καθαρίσουμε τα μάτια μας. Τα μάτια της ψυχής. Να καθαρίσουμε τα αυτιά μας. Και να μπορούμε να ακούμε τον Κύριο μέσα από τις διάφορες φωνές. Μέσα από τα προβλήματα και τις δυσκολίες να ακούμε τον Κύριο και να λέει:

«Εδώ είμαι. Σε είδα κάτω απ’ τη συκή  που ήσουν και προσευχόσουν» ,λέει στο Ναθαναήλ.

«Με είδες , λέει, εκεί;».

«Ναι σε είδα».

Μας βλέπει ο Κύριος. Παντού μας βλέπει. Δεν μιλάει όμως. Δεν μας συμφέρει εμάς να μιλήσει. Γιατί αν μιλήσει, αλίμονο μας. Ακούει όμως. Ακούει τις προσευχές μας. Ακούει τη μετάνοιά μας. Βλέπει τα δάκρυά μας. Και μας περιμένει. Μας περιμένει, όπως περιμένουμε το Πάσχα. Έτσι μας περιμένει και Εκείνος, στην Ανάσταση. Για να πάμε όλοι μαζί στη Βασιλεία του Θεού.

0