ΚΥΡΙΑΚΗ
“ΑΣΩΤΟΥ”

Θέμα Λειτουργικού Κηρύγματος: “Καυτηριασμένη Συνείδηση”
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ “ΑΣΩΤΟΥ”
Λουκ. 1, 11-32
ΚΕΙΜΕΝΟ
11 Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ’ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 Ἦν δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ’ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
11Έπειτα τους είπε: «Kάποιος είχε δυο γιους. 12Kι ο μικρότερος είπε στον πατέρα του: Πατέρα, δώσε μου το μερίδιο που μου αναλογεί από την περιουσία. Kι εκείνος τους μοίρασε την περιουσία. 13Έτσι, προτού κιόλας περάσουν πολλές μέρες, τα μάζεψε όλα ο μικρότερος γιος κι έφυγε σε μια μακρινή χώρα, όπου και σκόρπισε την περιουσία του ζώντας μέσα στην ασωτία. 14Kι αφού πια τα είχε ξοδέψει όλα, ξέσπασε μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη, οπότε άρχισε αυτός να στερείται. 15Πήγε τότε κι έγινε υπηρέτης ενός από τους πολίτες της χώρας εκείνης, κι εκείνος τον έστειλε στα χωράφια του να βόσκει χοίρους. 16Kατάντησε έτσι να λαχταρά να ικανοποιήσει το στομάχι του με τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, μα κανένας δεν του έδινε. 17Ξανάρθε τότε στα λογικά του και είπε: Πόσοι μισθωτοί του πατέρα μου κερδίζουν περισσότερο ψωμί απ’ό,τι χρειάζονται κι εγώ χάνομαι εδώ από την πείνα! 18Θα σηκωθώ, λοιπόν, και θα πάω στον πατέρα μου και θα του πω: Πατέρα, αμάρτησα τόσο εναντίον τ’ουρανού όσο κι εναντίον σου. 19Δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου, κάνε με σαν έναν από τους μισθωτούς σου. 20Έτσι, σηκώθηκε και ξεκίνησε να πάει στον πατέρα του. Kι ενώ βρισκόταν ακόμα μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίστηκε, κι έτρεξε και τον άρπαξε στην αγκαλιά του και τον γέμισε με φιλιά. 21Tου είπε τότε ο γιος: Πατέρα, αμάρτησα τόσο εναντίον τ’ουρανού όσο και εναντίον σου και δεν είμαι πια άξιος να ονομάζομαι γιος σου. 22Mα ο πατέρας είπε στους δούλους του: Φέρτε την καλύτερη στολή και ντύστε τον, και δώστε του δαχτυλίδι για το χέρι του και υποδήματα για τα πόδια του. 23Φέρτε επίσης το καλοθρεμμένο μοσχάρι και σφάξτε το, για να φάμε και να ευφρανθούμε, 24γιατί αυτός εδώ ο γιος μου νεκρός ήταν και ξανάζησε, χαμένος ήταν και βρέθηκε. Kι άρχισαν να ευφραίνονται.
25»Στο μεταξύ, ο μεγαλύτερος γιος ήταν στο χωράφι. Kαθώς, λοιπόν, πλησίασε στο σπίτι την ώρα που επέστρεφε, άκουσε μουσική και χορούς. 26Φώναξε τότε έναν από τους υπηρέτες και ρωτούσε να μάθει τι σημαίνουν όλ’αυτά. 27Kι εκείνος του είπε: Eπέστρεψε ο αδελφός σου κι ο πατέρας σου έσφαξε το καλοθρεμμένο μοσχάρι, επειδή ξανάρθε πίσω σ’αυτόν υγιής. 28Oργίστηκε τότε εκείνος και δεν ήθελε να μπει μέσα. Bγήκε, λοιπόν, έξω ο πατέρας του και τον παρακαλούσε, 29μα εκείνος αποκρίθηκε στον πατέρα του και του είπε: Tόσα χρόνια τώρα εργάζομαι για σένα και ποτέ δεν παραμέλησα κάποια εντολή σου. Kι όμως σ’εμένα δεν έδωσες ποτέ ούτε ένα κατσίκι για να διασκεδάσω με τους φίλους μου. 30Mα σαν ήρθε ο γιος σου αυτός, που κατέφαγε όλο το βιος σου με πόρνες, έσφαξες για χάρη του το καλοθρεμμένο μοσχάρι. 31Tότε εκείνος του είπε: «Παιδί μου, εσύ είσαι πάντοτε μαζί μου κι όλα όσα έχω εγώ δικά σου είναι. 32Mα να γιορτάσουμε έπρεπε και να χαρούμε, γιατί ο αδελφός σου αυτός νεκρός ήταν κι αναστήθηκε, κι ήταν χαμένος και βρέθηκε».
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ (Λουκ.1,11-32)
16 Φεβρουαρίου 2025
Καυτηριασμένη συνείδηση
Ένας πατέρας, λέει, είχε δύο παιδιά. Προκομμένος πατέρας, με την περιουσία την ανάλογη. Κάποια στιγμή ο ένας από τους δύο, ζητάει αυτό που του ανήκει, από την περιουσία, και φεύγει. Ο πατέρας του την δίνει, «δίκαιος ών»… του την δίνει. Φεύγει και κάνει τη ζωή του. Προσέξτε, δεν διαμαρτυρήθηκε να πει: «Ξέρεις εδώ μέσα, εγώ ζω βάναυσα, καταπιεσμένα, δεν μ’ αφήνεις να κάνω αυτό που θέλω, άρα, λοιπόν, δώσ’ μου να πάω να κάνω τη ζωή μου». Όχι. «Δικαιούμαι ένα ποσό από το μερίδιο, δώσ’μου το και φεύγω». Έφυγε.
Εκεί που πήγε, όμως, ήθελε να κάνει τη ζωή του. Ήταν ευθύς, ήταν ειλικρινής. «Θέλω να ζήσω. Θέλω να κάνω αυτό που κάνουν όλοι οι άλλοι, τις τρέλες μου, τις ανοησίες μου, τις ανηθικότητες μου». Πήγε, λέει, και έφαγε και κατανάλωσε τον πλούτο: «Ζων ασώτως».
Ναι, αλλά όταν έχουμε λεφτά, δεν σκεφτόμαστε ότι κάποια στιγμή αυτά τελειώνουν. Δεν σκεφτόμαστε ότι έρχονται και δύσκολες στιγμές, ότι έρχονται γεράματα, ότι έρχονται αρρώστιες, ότι-ότι… και δεν κρατάμε. Και τι έγινε; Πείνασε, ήρθε λιμός στη χώρα και πείνασε. Τώρα πώς θα ζήσουμε; Είχε μάθει να καλοπερνάει. Τώρα όμως; Βρήκε έναν τρόπο να βόσκει χοίρους. Ναι, αλλά έπρεπε να τρώει. Τι να τρώει; Κανείς δεν του έδινε τίποτα. Ξέρετε, του πλουσίου οι φίλοι είναι πολλοί, του φτωχού κανένας. «Ζει χύτρα, ζει φίλος», λέει η παροιμία. Έτσι κι αυτός έμεινε να κάνει παρέα με τα γουρούνια και να τρώει χαρούπια.
Εκεί, όμως, που ζούσε αυτή τη ζωή της περιπέτειας, θυμήθηκε, ήρθε “εις εαυτόν” και λέει: «Τι κάνω; Θα πεθάνω. Δεν μπορώ εγώ να ζήσω έτσι. Έχω μάθει να ζω άνετα, ωραία». Κι αμέσως το μυαλό του πού πήγε; Στους υπαλλήλους του πατέρα του, στους μισθίους του πατρός του. Και λέει «Αυτοί και πληρώνονται και τρώνε και καλά περνάνε. Άρα, λοιπόν, πού αλλού να πάω; Καλός είναι ο πατέρας μου. Θα γυρίσω, θα του πω ένα συγγνώμη». Αυτό το συγγνώμη δεν ξέρουμε αν ήταν ειλικρινές ή αν ήταν έτσι για να τον καλοπιάσουμε και να μας δεχτεί. «Και θα πω Συγγνώμη, ό,τι έκανα. Κάνε με και εμένα ένα από τους μισθίους σου. Να μπορώ, τουλάχιστον, να έχω ένα σπιτάκι, να έχω ζεστούλα, να έχω τροφή, να έχω μια περιποίηση και να μην ζω έτσι όπως ζω τώρα».
Ο άλλος, ο γιος του, ήταν καλός. Υπάκουος, εργατικός, ίδρωνε, κουραζότανε και έκανε όλα τα θελήματα του πατέρα. Ήταν από τους καλούς ανθρώπους. Ο άλλος άσωτος. Και βλέπετε, ο ένας γυρίζει πίσω με ειλικρίνεια και ευθύτητα, χωρίς δικαιολογίες. Δεν είπε: «Ξέρεις, εγώ θα ζούσα καλά, αλλά έγινε λιμός, έγινε τούτο, έγινε κείνο, μου φάγανε τα λεφτά οι φίλοι». Δεν είπε καμία απολύτως δικαιολογία. Ήξερε ποιος είναι, ήξερε τι έκανε, ήξερε τι ήθελε. Καλώς, κακώς, ήξερε. Η συνείδησής του δούλευε. Δούλευε και κατάλαβε ότι αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό, αλλά βολευότανε στο να περνάει ωραία. Ήταν όμως, ειλικρινής.
Ο άλλος, ο άλλος υιός, δεν δούλευε με ειλικρίνεια. Δούλευε με υποκρισία. Δούλευε για να φαίνεται καλός στον πατέρα. Δούλευε για να λένε όλοι: «τι καλός άνθρωπος που είναι. Πόσο υπάκουος, πόσο πειθαρχημένος». Δεν δούλευε για να χαίρεται τη δουλειά του. Δεν δούλευε γιατί του άρεσε αυτό που κάνει. Δεν δούλευε για να απολαμβάνει αυτήν την ομορφιά του σπιτιού του.
Είχε μέσα του κάτι πολύ κρυφό που δεν το έδειχνε. Φαινότανε καλός, αλλά όχι. Με αυτήν την αίσθηση ότι ήτανε καλός. Έλεγε: «Εγώ είμαι καλός, τα κάνω όλα. Ακούω τον πατέρα μου, δουλεύω, όχι σαν εκείνον που έφυγε». Το έλεγε στη συνείδησή του. Και γι’ αυτό τι έκανε; με την αίσθηση ότι είναι καλός. Ξέρετε τι έκανε; Καυτηρίασε την συνείδησή του. Την έκαψε, την καυτηρίασε. Και η συνείδησή του δεν μπορούσε να δουλέψει σωστά. Έφτιαξε έναν κόσμο δικό του. Ζούσε την ομορφιά τη δική του. Ζούσε τον καλό εαυτό του. Και δεν μπορούσε να ξεχωρίσει το καλό από το κακό.
Γι’ αυτό και τι έκανε; Μόλις είδε, ερχόταν από το χωράφι και βλέπει φώτα στο σπίτι του πατέρα. Τον έπιασε κόμπος. Σταμάτησε. Γιατί σταμάτησες; Δεν ήξερε τι έγινε. Αλλά σου λέει: «Τι γίνεται; Ο πατέρας έχει γλέντια, χαρές, πανηγύρια και εγώ δεν το ξέρω; Εγώ δεν το ξέρω; Εμένα με περιφρονεί; Μ’ άφησε να δουλεύω στα χωράφια και αυτοί γλεντάνε και περνάνε καλά; Εντάξει», λέει. Καλεί έναν από τους δούλους. Του λέει:
«Δεν μου λες. Τι γίνεται; Γιατί υπάρχουν τέτοια φώτα και τέτοιο πανηγύρι στο σπίτι;».
«Ε, δεν ξέρεις τι έγινε.»
«Τι;»
«Ο αδερφός σου γύρισε μετανοημένος πίσω .Και ο πατέρας χάρηκε τόσο πολύ που έκανε πανηγύρι ολόκληρο,».
«Χμ, λέει, κοίταξέ τον»
Ο πατέρας είδε τον γιο αυτό να κάθεται έξω και να μην έρχεται. Και βγήκε έξω και του λέει: «Έλα παιδί μου». Και τον ένα βγήκε να τον προϋπαντήσει, τον μετανοημένο. Αλλά και αυτόν, με το πείσμα του, με την κόντρα, βγήκε να τον προϋπαντήσει, να του πει: «Έλα παιδί μου, τι κάθεσαι εκεί;».
Και αμέσως άρχισε η αντιλογία. Η δικαιολογία.
Ξέρετε, λέει η Αγία Γραφή ότι: «αντιλογίας εγείρει πας κακός» (Παροιμ.7,11). Την αντιλογία την έχει έτοιμη εδώ στο στόμα κάθε ένας που έχει κακία μες στην ψυχή του. Η Αγία Γραφή τα λέει, όχι εγώ.
Και αυτός, λοιπόν, έκρυβε αυτή την κακία.
Και τι είπε; «Καλά δεν ντρέπεσαι; –κατακρίνει τον πατέρα– Δεν ντρέπεσαι; Εγώ τόσα χρόνια είμαι εδώ, σε δουλεύω υπάκουος, πειθαρχημένος. Ένα κατσικάκι δεν μου έδωσες να γλεντήσω κι εγώ με τους φίλους». Και θα έλεγε κανείς, άνθρωπέ μου, τώρα το θυμήθηκες; Τώρα που βλέπεις ότι ο άλλος έγινε δεκτός με τόση χαρά, τώρα θυμήθηκες ότι έπρεπε κι εσύ να γλεντάς και να διασκεδάζεις; Γιατί δεν το είπες άλλη μέρα; Ή άφησέ το, κρύψτο τώρα, μην μιλάς. Πες το άλλη μέρα. Πες: «Πατέρα, μου δίνεις κι εμένα ένα κατσικάκι να γλεντήσω με τους φίλους μου;» Γιατί το λες τώρα; Γιατί όλοι οι άλλοι είναι κακοί, αυτός είναι καλός.
Έχοντας καυτηριάσει τη συνείδηση: «Εγώ δεν κάνω λάθος. Εγώ είμαι ο σωστός. Εσείς όλοι κάνετε λάθος. Εσύ, πατέρα, δεν ξέρεις τι σου γίνεται. Γύρισε ο γιος ο άσωτος και αμέσως άνοιξες την αγκαλιά σου να τον δεχθείς. Δε ντρέπεσαι;».
«Παιδί μου, λέει ο πατέρας, αυτός ήταν άσωτος, χαμένος και γύρισε πίσω. Αντί να χαρείς που γύρισε πίσω ο αδερφός σου, λες αυτά τα λόγια;».
Ε, φυσικά. Αφού δεν τον αγαπούσε. Κι όταν έφυγε ο αδερφός, προφανώς θα είπε: «Άντε, άδειασε μας τη γωνιά και άφησέ μας ήσυχους. Να γίνω εγώ ο διάδοχος, ο κληρονόμος του πατέρα. Ωραία περνάμε».
Αγαπητοί μου, προσέξτε! Μην έχουμε την αίσθηση ότι είμαστε καλοί. Μην έχουμε, το ξαναλέω, την αίσθηση ότι είμαστε καλοί.
Λέει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και τον έφερα και προχθές στο πρώτο-πρώτο κεφάλαιο του «Αοράτου πολέμου»: «Έρχεται ο διάβολος και σου λέει, είσαι καλός εσύ. Εσύ τα εφαρμόζεις όλα. Είσαι τυπικός. Εφαρμόζεις όλο το τυπικό. Κοίταξε τι ωραία είσαι. Κάνεις μετάνοιες, κάνεις νηστείες, πας στην εκκλησία, κοινωνείς, εξομολογείσαι. Είσαι καλός. Διακονείς στην εκκλησία, είσαι καλός. Και σ’ ανεβάζει , λέει, με χαρά στον ουρανό. Κι αν πας και τον τσιμπήσεις λιγάκι αυτόν τον άνθρωπο, να δεις τη γλώσσα θα σε βγάλει και πόσα θα σου πει.» Ο Άγιος Νικόδημος τα λέει. Ας είμαστε προσεκτικοί, δεν τα λέω εγώ (https://online.anyflip.com/qjml/njlk/mobile/index.html ).
Πρέπει να προσέχουμε τον εαυτό μας. «Κρύβε λόγια», λέγανε οι παλιοί. «Κρύβε λόγια». Όσο πιο λίγα λες, τόσο πιο κερδισμένος είσαι.
Τι είπε ο Άσωτος; «Συγγνώμη». Το πίστευε, δεν το πίστευε. «Συγγνώμη». Oύτε μετάνοιες έβαλε, ούτε δάκρυα έχυσε, ούτε τίποτα. «Συγγνώμη. Βάλε με σαν έναν από τους υπαλλήλους σου». Το πίστευε, το ζούσε και τελείωσε. Ο άλλος πόσα λόγια είπε. Και τούτο και εκείνο και το ένα και το άλλο.
Αγαπητοί μου, μη μας καυτηριάσει τη συνείδηση ο διάβολος και έχουμε την αίσθηση ότι είμαστε καλοί και αρχίζουμε: «Φταίει ο δεσπότης, φταίει ο παπάς, φταίει ο δάσκαλος, φταίει η κυβέρνηση, φταίει ο κόσμος, φταίνε όλοι. Εγώ είμαι καλός». Ε, Φυσικά. Αφού έκτισα γύρω μου έναν ωραίο κόσμο, σε αυτόν βλέπω, με αυτόν ζω, με αυτόν ονειρεύομαι. Τι θα κάνω; Δεν μπορώ να καταλάβω κάτι άλλο.
Γι’ αυτό, λοιπόν, να είμαστε ταπεινοί. Να λέμε αυτό που λέει ο Απόστολος Παύλος: «Είμαι ο έσχατος των ανθρώπων» (Α΄Τιμ.1,15). Ο τελευταίος.
«Δίκαια πάσχω για όσα υποφέρω», που είπε ο ληστής επάνω στο σταυρό (Λουκ.23,40-43).
«Δίκαια υποφέρω. Δίκαια πάσχω. Δεν φταίει κανένας. Παρά μόνο ο κακός μου εαυτός που βγήκε από τον Παράδεισο και πρέπει τώρα με κόπο και με πόνο να ξαναεπιστρέψει στον Παράδεισο».
Διόρθωση κειμένου: Θ. και Χ. Σ.
Διόρθωση και μορφοποίηση υποτίτλων και εισαγωγή παραπομπών ο ομιλών.


