Θεία Λειτουργία – Αγίου Θεοδώρου Στρατηλάτου 8/2/2023
Ἦχος δ’. Ὁ ὑψωθεῖς ἐν τῷ Σταυρῷ.
Στρατολογία ἀληθεῖ Ἀθλοφόρε, τοῦ οὐρανίου στρατηγὸς βασιλέως, περικαλλὴς γεγένησαι Θεόδωρε, ὄπλοις γὰρ τῆς πίστεως, παρετάξω ἐμφρόνως, καὶ κατεξωλόθρευσας, τῶν δαιμόνων τὰ στίφη, καὶ νικηφόρος ὤφθης Ἀθλητής, ὅθεν σὲ πίστει, ἀεὶ μακαρίζαμεν.
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΤΟΥ ΣΤΡΑΤΗΛΑΤΟΥ
Αὐτός ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ἔζησε στά χρόνια του αὐτοκράτορα Λικινίου κατά τό ἔτος 320, καταγόμενος ἀπό τά Εὐχάιτα, τά ὁποῖα κοινῶς λέγονται Ἐφλεέμ, βρισκόμενα στήν Γαλατία, κατοικοῦσε ὅμως στήν Ἡράκλεια, πού βρίκσεται πρός τήν Μαύρη Θάλασσα. Αὐτός ἦταν ἀνώτερος ἀπό πολλούς τόσο στό κάλλος τῆς ψυχῆς καί στήν ὀμορφιά τοῦ σώματος, ὅσο καί στήν δύναμι τῶν λόγων, γι’αὐτό καί ὅλοι προσπαθοῦσαν νά ἀποκτήσουν τήν φιλία του. Γιά τόν λόγο αὐτόν καί ὁ βασιλιάς Λικίνιος κατέβαλε μεγάλη φροντίδα νά συνομιλήση μέ αὐτόν, μολονότι ἔμαθε, ὅτι ἦταν Χριστιανός καί ὅτι συγχαίνεται καί μισεῖ ἐκείνους, πού λένε οἱ εἰδωλολάτρες καί αὐτός ὁ ἴδιος θεούς.
Ἔτσι γιά τόν σκοπό αὐτόν ἀπέστειλε ἀπό τήν Νικομήδεια ἐπίτηδες μερικούς ἀξιωματούχους δικούς του, τούς ὁποίους διέταξε νά ὁδηγήσουν μἐ τιμή ἐνώπιόν του τόν Ἅγιο. Ἐπειδή ὅμως ὁ Ἅγιος Θεόδωρος μήνυσε μέ τούς ἰδίους ἀπεσταλμένους στόν βασιλιά, ὅτι αὐτός ὁ ἴδιος πρέπει καλλίτερα νά πάη στήν Ἡράκλεια, καί μέ τούς μεγαλύτερους θεούς του καί γιά ἄλλες αἰτίες, καί γιά μερικές ὑποθέσεις δημόσιες, γιά τόν λόγο αὐτόν ὁ βασιλιάς παίρνοντας μαζί του τούς χρυσοῦς καί ἀργυροῦς θεούς του, πῆγε στήν Ἡράκλεια. Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος προθυμοποιήθηκε καί δυναμώθηκε στό μαρτύριο μέ ὀπτασίες νυκτερινές, πού τοῦ στάλθηκαν ἀπό τόν Θεό. Ἔτσι μόλις ἄκουσε, ὅτι ὁ Λικίνιος πλησίασε στά τείχη τῆς πόλεως, κάθισε ἐπάνω σέ ἄλογο καί τόν προϋπάντησε μέ τιμή, ὅπως ἔπρεπε.
Ὁ βασιλιάς μπαίνοντας στήν πόλι, παρακαλοῦσε τόν Ἅγιο νά θυσιάση στούς θεούς. Ὁ Μάρτυρας ὅμως ζήτησε νά τούς πάρη πρῶτα στόν οἶκο του, γιά νά τούς λατρεύση. Παίρνοντας ὅμως ὁ Ἅγιος τούς θεούς, κατά τό μέσον τῆς νυκτός τά κομμάτιασε καί τούς μοίρασε στούς πτωχούς. Ὅταν ξημέρωσε, εἶπε Μαξέντιος ὁ ἑκατόνταρχος πρός τόν βασιλιά, ὅτι εἶδε τό κεφάλι τῆς μεγάλης θεᾶς Ἀρτέμιδος, νά τό κρατάη ἕνας πτωχός καί τό περιέφερε στούς δρόμους. Τότε ἄρπαξαν ἀμέσως οἱ δορυφόροι τοῦ βασιλιά τόν Ἅγιο Θεόδωρο καί πρῶτα τόν ἔγδυσαν καί τόν τέντωσαν ἀπό τά τέσσερα μέρη τοῦ σώματος. Ἔπειτα δίνουν μέ νεῦρα βοδιῶν στήν ράχη τοῦ ἄθλητή ξυλιές ἑπτακόσιες, στήν κοιλιά του ξυλιές πενῆντα. Τόν λαιμό τοῦ Ἁγίου τόν κτύπησαν μέ μολυβένιες σφαῖρες, κατόπιν τόν ξύνουν καί τόν καῖνε μέ λαμπάδες, ὕστερα ἔτριψαν μέ τοῦβλα καί κεραμίδια τίς πληγωμένες καί καμμένες σάρκες του καί ἔτσι τόν ἔρριξαν στήν φυλακή καί σφάλισαν τά πόδια του στό τιμωρητικό ξύλο, ἀφήνοντάς τόν ἐκεῖ νηστικό ἑπτά ἡμέρας.
Στἠν συνέχεια τόν ἔβγαλαν ἀπό τήν φυλακή καί κάρφωσαν τά χέρια καί τά πόδια του σέ ἕνα σταυρό. Ἔπειτα (ὤ τῆς θηριώδης ἀπανθρωπιᾶς!) πέρασαν στό παιδαγόνο καί κρύφιο μέλος τοῦ Μάρτυρα ἕνα πηρούνι, τό ὁποῖο ἔφθασε ἕως μέσα στά ἐντόσθιά του. Στέκονταν ἀκόμη καί γύρω του παιδιά, τά ὁποῖα σημάδευαν μέ τά βέλη τους τόν Ἅγιο στό πρόσωπο. Τότε ἀπό τά βέλη χύθηκαν οἱ κόρες τῶν ὀφθαλμῶν του. Ἄλλοι πάλι κόβοντας πλάγια τά ἀπόκρυφά του μόρια, ἔκοψαν μαζί καί τά σπερμογόνα μέλη. Ἐπειδή ὅμως ὁ Ἅγιος ἔμεινε τήν νύκτα στόν σταυρό, γιά τόν λόγο αὐτόν νόμισε ὁ Λικίνιος, ὅτι ἤδη πέθανε, ἐξαπατήθηκε ὅμως ὁ ταλαίπωρος. Διότι ὁ Ἅγιος λύθηκε ἀπό τά δεσμά ἀπό θεῖο Ἄγγελο καί ἔγινε ἐντελῶς ὑγιής, ψάλλοντας καί εὐλογῶντας τόν Θεό. Ὅταν ξημέρωσε, ἔστειλε ὁ Λικίνιος ἀνθρώπους, γιά νά πάρουν τό σῶμα του καί νά τό ρίξουν στήν θάλασσα. Οἱ ἀποσταλμένοι ὅμως βλέποντας τόν Ἅγιο ζωντανό καί ὑγιῆ, πίστεψαν στόν Χριστό, ἄνθρωποι ὀγδόνταπέντε, καί μετά ἀπό αὐτά πίστεψαν καί ἄλλοι τριακόσιοι, ἀπό τούς ὁποίους πρῶτος ἦταν ὁ ἀνθύπατος Κέστης. Δηλαδή αὐτοί μολονότι ἐστάλησαν, γιά νά θανατώσουν τούς ὀγδόντα πέντε πού πίστεψαν, πίστεψαν καί αὐτοί.
Βλέποντας λοιπόν ὁ Λικίνιοςμ ὅτι ἦταν ἡ πόλις ταραγμένη, διέταξε νά ἀποκεφαλίσουν τόν Ἅγιο. Ὅμως πολλοί Χριστιανοί πού βρίσκονταν ἐκεῖ, ἐμπόδισαν τούς στρατιῶτες. Ἀλλ΄ ὁ Ἅγιος, ἀφοῦ μέ δυσκολία καθησύχασε τούς Χριστιανούς, ἀποκεφαλίσθηκε, καί ἔτσι ἔλαβε ὁ μακάριος τοῦ μαρτυρίου τόν στέφανο. Τό δέ ἅγιο λείψανό του μεταφέρθηκε ἀπό τήν Ἡράκλεια στά Εὐχάιτα, καί τοποθετήθηκε στόν πατρικό του οἶκο, ὅπως διέταξε γι’αὐτό ὁ Μάρτυρας τόν ταχυγράφο ου Αὔγαρο, ὁ ὁποῖος ἦταν παρών στό μαρτύριό του καί ἔγραψε τίς κατά μέρος ἐρωτήσεις καί ἀποκρίσεις τοῦ Ἁγίου, καί τά διάφορα εἴδη τῶν βασάνων πού ἔλαβε, καί τίς βοήθειες καί ἀντιλήψεις πού ἀξιώθηκε ἀπό τόν Θεό.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Τόμος Γ΄, Έκδοσις Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομανάχου, Ιερά Καλύβη “ἉΓΙΟΣ ΣΠΥΡΙΔΩΝ Α” ,Νέα Σκήτη.



