
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
Στὴν Ἀντιόχεια τῆς Συρίας ζοῦσαν, κατὰ τοὺς χρόνους τῆς βασιλείας Βαλεριανοῦ καὶ Γαλιηνοῡ (253-260), ἕνας ἱερέας ὀνόματι Σαπρίκιος καὶ ἕνας ἁπλὸς χριστιανός, ὁ Νικηφόρος, τοὺς ὁποίους ἔδενε μία τόσο δυνατὴ φιλία ποὺ δὲν εἶχαν παρὰ μόνο μία ψυχή, μία καρδιὰ καὶ ἕνα θέλημα. Νὰ ὅμως ποὺ ὁ πονηρός δαίμονας μετέβαλε τὴν φιλία αὐτὴ σὲ ἄσπονδο μίσος. Πέρασε λίγος καιρὸς καὶ ὁ Νικηφόρος ἐρχόμενος στὰ λογικὰ του καὶ συναισθανόμενος ὅτι τίποτε δὲν εἶναι πολυτιμότερο στὰ μάτια τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν ἀμοιβαία ἀγάπη καὶ τὴν συμφιλίωση αὐτῶν ποὺ χώρισε τὸ μίσος τοῦ διαβόλου, ἔστειλε ἐπανειλημένως φίλους πρὸς τὸν Σαπρίκιο, μὲ σκοπὸ νὰ τοῦ ζητήσει νὰ τὸν συγχωρέσει γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Κάθε φορὰ ὅμως, οἱ ἀγγελιοφόροι αὐτοὶ τῆς εἰρήνης προσέκρουσαν πάνω στὴν καρδιὰ τοῦ ἱερέα ποὺ εἶχε γίνει σκληρὴ σὰν πέτρα, ὁ δὲ Σαπρίκιος παραβαίνοντας τὴν ἐντολὴ τοῦ Κυρίου συνέχιζε νὰ προσφέρει τὴν ἀναίμακτη Θυσία δίχως νὰ ἔχει συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν ἀδελφὸ του (βλ. Ματθ. 5, 22).Ο ταπεινὸς Νικηφόρος ἀποφάσισε τότε νὰ πάει ὁ ἴδιος νὰ πέσει στὰ πόδια τοῦ σκληρόκαρδου Σαπρικίου, μὲ τὴν ἐλπίδα νὰ τὸν μαλακώσει. Ἐκεῖνος ὅμως συνέχισε τὸν δρόμο του δίχως νὰ ρίξει οὔτε ἕνα βλέμμα στὸν γονυπετὴ φίλο του.
Ἐν τῶ μεταξὺ ὁ διωγμὸς κατὰ τῶν χριστιανῶν εἶχε ἀναζωπυρωθεῖ καὶ ὁ Σαπρίκιος συνελήφθη καὶ ὁδηγήθηκε στὸ δικαστήριο τοῦ ἀνθυπάτου. Ὁμολόγησε μὲ σθένος ὅτι ἦταν χριστιανὸς ἱερέας καὶ ὅτι προτιμοῦσε τὸν θάνατο παρὰ νὰ θυσιάσει στοὺς ψευδεῖς θεούς. Καθὼς παρέμεινε ἀκλόνητος στὰ βασανιστήρια, καταδικάσθηκε σὲ ἀποκεφαλισμό. Τὴν ὥρα ποὺ τὸν ὁδηγοῦσαν πρὸς τὸ μαρτύριο, ὁ Νικηφόρος, γεμάτος ἀγωνία ποὺ ἔβλεπε τὸν φίλο του νὰ θυσιάζει ματαίως τὴν ζωὴ του στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, τὴν στιγμὴ ποὺ ἦταν σὲ ψυχρότητα μὲ τὸν ἀδελφὸ του, ρίχθηκε μπροστὰ του φωνάζοντας: «Μάρτυς τοῦ Χριστοῦ, συγχώρεσε τὰ σφάλματά μου ποὺ σ’ ἔκαναν νὰ θυμώσεις μαζὶ μου! Ψυχρὸς καὶ ἀναίσθητος σὰν τὴν πέτρα, ὁ Σαπρίκιος συνέχισε τὸν δρόμο του. Ὁ Νικηφόρος, δίχως νὰ χάσει τὸ θάρρος του, πῆγε νὰ περιμένει σὲ ἕνα ἄλλο σημεῖο καὶ ζήτησε πάλι συγχώρεση ἐν μέσω τῶν ἐμπαιγμῶν τῆς φρουράς, χωρὶς ἀποτέλεσμα. Ἐπανέλαβε ἄλλη μία φορὰ τὸ ἐγχείρημά του, ὅταν ἡ συνοδεία ἔφθασε στὸν τόπο τῆς θανάτωσης, χύνοντας ἄφθονα δάκρυα, ἀλλὰ ἡ μόνη ἀπάντηση ποὺ πῆρε ἦταν ἡ ὀργὴ καὶ οἱ ὕβρεις τοῦ μάρτυρος.
Τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ δήμιος κρατοῦσε ὑψωμένο τὸ ξίφος καὶ ὁ ἀμάραντος στέφανος τοῦ μαρτυρίου ἑτοιμαζόταν νὰ κατέλθει ἐξ οὐρανοῦ, ὁ Θεὸς ἀπέσυρε τὴν χάρη του ἀπὸ τὸν ἀνάξιο μάρτυρα, ὁ ὁποῖος στράφηκε αἴφνης στὴν δήμιο καὶ τὸν ρώτησε: «Γιατί, λοιπόν, θέλεις νὰ μοῦ κόψεις τὸ κεφάλι;» -«Γιατὶ ἀρνεῖσαι νὰ ὑπακούσεις στὶς ἐντολὲς τοῦ αὐτοκράτορα καὶ νὰ λατρέψεις τὰ εἴδωλα». Ὁ Νικηφόρος φώναξε λουσμένος στὰ δάκρυα: «Ὄχι πολυαγαπημένε μου ἀδελφέ, μὴν τὸ κάνεις αὐτό! Μὴν χάσεις ἕνα στεφάνι ποὺ ἑτοίμασες μὲ τόσους πόνους, ἀρνούμενος μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὸν Κύριο! Ἐκεῖνος, ὅμως, ὅπως εἶχε παραμείνει μὲ πεῖσμα κουφὸς στὶς εἰρηνικὲς προτάσεις τοῦ φίλου του, ἔτσι καὶ τώρα δὲν τὸν ἄκουσε καὶ ἐπέμεινε στὴν ἀπόφασή του. Ὁ Νικηφόρος στράφηκε τότε στὸν δήμιο, φωνάζοντας: «Εἶμαι χριστιανός. Πιστεύω στὸν Κύριο ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστὸ τὸν ὁποῖο αὐτὸς μόλις ἀρνήθηκε. Ἀφῆστε τὸν νὰ φύγει καὶ θανατῶστε ἐμένα στὴν θέση του!»
Τὸ γεγονὸς ἀναφέρθηκε στὸν διοικητὴ ποὺ διέταξε νὰ ἐλευθερώσουν τὸν Σαπρίκιο καὶ νὰ ἀποκεφαλίσουν τὸν Νικηφόρο, ὁ ὁποῖος ἔτεινε μὲ χαρὰ τὸν αὐχένα του στὸ ξίφος τοῦ δημίου καὶ ἔδωσε τὴν ζωὴ του, μιμούμενος τὸν Χριστό, γιὰ κείνον ποὺ εἶχε ἀπωλέσει ἐξαιτίας τῆς ἀλαζονείας καὶ τῆς σκληροκαρδίας του τὴν ἀνταμοιβὴ ὅλων τῶν ἀγώνων του. Ἐκδημώντας στὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ λάβει τὸν καλλίνικο στέφανο, ὁ ἅγιος Νικηφόρος ἄφησε στοὺς χριστιανοὺς ζωντανὸ παράδειγμα τῶν λόγων τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: Καὶ ἐὰν παραδῶ τὸ σῶμα μου ἴνα καυθήσωμαι, ἀγάπην δὲ μὴ ἔχω, οὐδὲν ὠφελοῦμαι (Α΄ Κορ. 13,3)· καὶ ἐὰν δὲ μὴ αφῆτε τοῖς ὰνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, οὐδὲ ὁ Πατὴρ ὑμῶν ἀφήσει τὰ παραπτώματα υμών… ἐν ὦ γὰρ μέτρω μετρεῖτε μετρηθήσεται ὑμῖν (Ματθ. 6, 14· 7, 2).
Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 6ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΤΡΙΩΔΙΟ
Τριώδιο λέγεται τό λειτουργικό βιβλίο πού περιέχει ὑμνολογικό ὑλικό κυρίως τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τοῦ Ὄρθρου καί χρησιμοποιεῖται μαζί, μέ τό Μηναῖο[1] καί τήν Παρακλητική[2] στίς Ἱερές Ἀκολουθίες τῆς περιόδου ἀπό Κυριακῆς τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου μέχρι τό Μεγάλο Σάββατο. Τριώδιο ὅμως λέγεται καί ἡ περίοδος πού καλύπτει:
α. Τίς τρεῖς ἑβδομάδες πρίν ἀπό τήν Μεγάλη Τεσσαρακοστή (22 μέρες).
β. Τή Μεγ. Τεσσαρακοστή (40 ἡμέρες, ἀπό τήν Καθαρά Δευτέρα μέχρι τήν Παρασκευή πρίν ἀπό τό Σάββατο τοῦ Λαζάρου).
γ. Τίς δύο ἡμέρες Σάββατο τοῦ Λαζάρου καί Κυριακή τῶν Βαΐων (συνδετικές ἡμέρες τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς μέ τήν Μεγ. Ἑβδομάδα).
δ. Τή Μεγάλη Ἑβδομάδα (6 ἡμέρες).
Ὀνομάζεται Τριώδιο, γιατί πολλοί ἀπό τούς ὕμνους πού περιλαμβάνει, τούς λεγόμενους Κανόνες, δέν περιέχουν 9 ἤ 8 ὠδές, ἀλλά τρεῖς ὠδές (Τρι-ώδιον). Ἡ περίοδος τοῦ Τριωδίου ἔχει σκοπό νά μᾶς προετοιμάσει μέ νηστεία, προσευχή καί μετάνοια, γιά νά ὑποδεχθοῦμε τά Ἅγια Πάθη τοῦ Κυρίου μᾶς καί τήν ἔνδοξη Ἀνάστασή Τοῦ.
Γι’ αὐτό ἀκριβῶς τό λόγο ἡ Ἐκκλησία μᾶς συμβουλεύει ὄχι μέ χορούς καί καρναβάλια, οὔτε μέ γλέντια ἁμαρτωλά καί μασκαρέματα, ἀλλά μέ «χαροποιό πένθος», μέ κατάνυξη καί εὐφροσύνη πνευματική νά περάσουμε τήν περίοδο καί τίς ἑορτές τοῦ Τριωδίου.
Καί γιά νά μπορέσουμε νά πραγματοποιήσουμε τά ἀνωτέρω εὐκολότερα, ἡ Ἐκκλησία μᾶς, σάν φιλόστοργη Μητέρα πού εἶναι καί ἔχει βαθιά γνώση τῆς ἀνθρώπινης φύσεώς μας, μᾶς προετοιμάζει ἀνάλογα.
Γιά νά μήν πᾶμε ξαφνικά ἀπό τή ράθυμη κατάσταση, στήν ὁποία μᾶς ὁδηγεῖ ἡ ρουτίνα τῆς καθημερινῆς ζωῆς καί ὁ εὐδαιμονισμός, στήν ἀνώτερη πνευματικά, μᾶς καλεῖ νά σκεφτοῦμε τή σημασία τῆς πρίν μποῦμε σ’ αὐτή, κάθε φορά μέ μία προπαρασκευαστική περίοδο.
Ἔτσι πρίν τά Ἅγια Πάθη καί τήν Ἀνάσταση (ἤ τή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ) ἔχουμε τή Τεσσαρακοστή. Πρίν ἀπό τή Μ. Τεσσαρακοστή ἔχουμε τρεῖς ἑβδομάδες πού περιλαμβάνουν τίς ἀκόλουθες Κυριακές:
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΤΥΡΟΦΑΓΟΥ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ
Τήν Κυριακή αὐτή διαβάζεται ἡ ὁμώνυμη παραβολή, στήν ὁποία διακρίνουμε τά ἀποτελέσματα τῆς ὑπερήφανης προσευχῆς τοῦ «δικαίου» Φαρισαίου πού τελικά δέν εἰσακούστηκε καί τῆς ταπεινῆς προσευχῆς τοῦ ἁμαρτωλοῦ Τελώνου, τοῦ ὁποίου (ἡ προσευχή) ἀνέβη στόν οὐρανό ὡς θυμίαμα καί εἰσακούστηκε.
Μ’ αὐτό τόν τρόπο ἡ Ἐκκλησία μᾶς βοηθᾶ νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἀνάγκη προσεγγίσεως τῆς ὑψοποιοῦ ταπεινώσεως, τήν ὁποία κάθε χριστιανός πρέπει νά ἐπιδιώκει μέσα στήν περίοδο τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς καί κατ’ ἐπέκταση στή ζωή τοῦ.
Ὁ ταπεινός ἄνθρωπος δέν κινδυνεύει νά πέσει. «Ὁ ὑποκάτω πάντων ὤν, πού πεσεῖται;» λέγουν οἱ Πατέρες. Δηλ. αὐτός πού τοποθετεῖ καί θεωρεῖ τόν ἑαυτόν τοῦ κάτω – κάτω, χαμηλότερα ἀπ’ ὅλους, πού θά πέσει; Καί ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἔλεγε: «Εἶδα ὅλες τίς παγίδες τοῦ ἐχθροῦ νά ἔχουν ἁπλωθεῖ πάνω στή γῆ καί εἶπα λυπημένος: Ποιός ἄραγε μπορεῖ νά τίς ἀποφύγει; Καί ἄκουσα φωνή πού ἔλεγε: Ἡ ταπεινοφροσύνη!»
Τήν Τετάρτη καί Παρασκευή αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας τρώγεται καί κρέας.
Πηγή: ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ Στοιχεῖα Ἀγωγῆς γιά τήν τάξη καί τή Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας , Γεώργιος Σ. Κουγιουμτζογλου Πρεσβύτερος, ΣΤ΄ΕΚΔΟΣΗ
[1] Εἶναι δώδεκα βιβλία, ἕνα γιά κάθε μήνα τοῦ ἔτους, περιέχουν τίς Ἀκολουθίες τῶν ἑορταζομένων κάθε ἡμέρα Ἁγίων. Περιλαμβάνουν τό ὑμνολογικό ὑλικό τοῦ Ἑσπερινοῦ καί τοῦ Ὄρθρου κάθε ἡμέρας. Σελ.77
[2] Τό βιβλίο αὐτό ἔχει Ἀκολουθίες πλήρεις στούς ὀκτώ ἤχους (Ὀκτώηχος), πού ἐπαναλαμβάνονται κατά τή διάρκεια τοῡ ἔτους καί ψάλλονται κατά τόν Ἑσπερινό καί τόν Ὄρθρο ἐκ παραλλήλου μέ τό Μηναίο, τό Τριώδιο ἤ τό Πεντηκοστάριο κατά τίς ὁδηγίες τοῦ Τυπικοῦ. Κάθε ἑβδομάδα καθορίζεται ὁ ἦχος τῆς ἑβδομάδας καί σέ κάθε ἧχο ὑπάρχουν Ἀκολουθίες, γιά ὅλες τίς ἡμέρες. Σελ.77
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 9 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
Λουκ.ιη’ 10-14
ΚΕΙΜΕΝΟ
10 ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. 11 ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης· 12 νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. 13 καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ’ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. 14 λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
10 «Δύο άνθρωποι ανέβηκαν στο ναό για να προσευχηθούν. O ένας ήταν Φαρισαίος κι ο άλλος τελώνης. 11O Φαρισαίος στάθηκε και προσευχόταν γεμάτος αυτοπεποίθηση με τούτα τα λόγια για τον εαυτό του: Θεέ μου, σ’ευχαριστώ που δεν είμαι όπως οι υπόλοιποι άνθρωποι, που είναι: άρπαγες, άδικοι, μοιχοί ή και σαν αυτόν εκεί τον τελώνη. 12Nηστεύω δύο φορές την εβδομάδα. Ξεχωρίζω για το ναό το ένα δέκατο απ’όλα τα εισοδήματά μου. 13O τελώνης όμως, αφού στάθηκε σε απόσταση, δεν ήθελε ούτε καν τα μάτια του να σηκώσει στον ουρανό, παρά χτυπούσε το στήθος του κι έλεγε: Θεέ μου, ελέησέ με τον αμαρτωλό. 14Σας λέω πως αυτός κατέβηκε στο σπίτι του συγχωρημένος κι όχι ο άλλος, γιατί ο καθένας που υψώνει τον εαυτό του θα ταπεινωθεί, μα εκείνος που ταπεινώνει τον εαυτό του θα υψωθεί».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Ἀγάπη τοῦ Κτίσαντος, καταυγασθεῖς τὴν ψυχήν, τοῦ νόμου τῆς χάριτος, ἐκπληρωτῆς ἀκριβής, ἐμφρόνως γεγένησαι, ὅθεν καὶ τὸν πλησίον, ὡς σαυτὸν ἀγαπήσας, ἤθλησας Νικηφόρε, καὶ τὸν ὄφιν καθεῖλες, ἐντεῦθεν ἐν ὁμονοίᾳ, ἠμᾶς διατήρησαν.


