Θεία Λειτουργία – Αγίου Νικολάου 6/12/2024
ΑΠΟΛΥΤΙΚΙΟΝ
Ἦχος δ´
Κανόνα πίστεως καὶ εἰκόνα πραότητος, ἐγκρατείας Διδάσκαλον, ἀνέδειξέ σε τῇ ποίμνῃ σου, ἡ τῶν πραγμάτων ἀλήθεια· διὰ τοῦτο ἐκτήσω τῇ ταπεινώσει τὰ ὑψηλά, τῇ πτωχείᾳ τὰ πλούσια. Πάτερ Ἱεράρχα Νικόλαε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν .
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ

ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΑΡΧ.ΜΥΡΩΝ ΤΗΣ ΛΥΚΙΑΣ
Αὐτός ἔζησε στά χρόνια τοῦ Διοκλητιανοῦ καί τοῦ Μαξιμιανοῦ τῶν τυράννων, κατά τό ἔτος 300. Καί προηγουμένως ἔλαμψε στήν μοναδική πολιτεία. Ὕστερα δέ, γιά τήν ὑπερβάλλουσα ἀρετή του ἔγινε καί Ἀρχιερέας. Ἐπειδή ὅμως μέ ἐλεύθερη φωνή κήρυττε ὁ Ἅγιος τήν εὐσέβεια, γι’ αὐτό συνελήφθη ἀπό τούς ἄρχοντες τῆς πόλεως Λυκίας καί τιμωρήθηκε μέ δαρμούς καί στρεβλώσεις. Ἔπειτα ρίχθηκε στήν φυλακή μαζί μέ ἄλλους Χριστιανούς. Ὅταν ὅμως ὁ μέγας Κωνσταντῖνος ἔγινε βασιλιάς τῶν Χριστιανῶν μέ ἀπόφασι τοῦ Θεοῦ, τότε ἐλευθερώθηκαν ὅλοι οἱ Χριστιανοί, ὅσοι ἦταν δεμένοι στίς φυλακές. Μαζί δέ μέ αὐτούς ἐλευθερώθηκε καί ὁ μέγας αὐτός Νικόλαος. Δέν πέρασε ὅμως καιρός πολύς καί συναθροίσθηκε στήν Νίκαια ἀπό τόν Μέγα Κωνσταντῖνο ἡ ἁγία καί Οἰκουμενική Πρώτη Σύνοδος, κατά τό ἔτος 325, μέλος τῆς ὁποίας ἦταν καί ὁ θεῖος Νικόλαος.
Αὐτός ὁ ἐπώνυμος τῆς νίκης, ἔκανε πολλά θαύματα, ὅπως ἀναφέρει ὁ ἀναλυτικός του Βίος. Ἐλευθέρωσε μάλιστα καί τρεῖς ἀνθρώπους ἀπό τόν θάνατο, πού ἄδικα συκοφαντήθηκαν, μέ τόν ἑξῆς τρόπο. Οἱ ἄνθρωποι αὐτοί ἦταν κλεισμένοι στήν φυλακή στήν Κωνσταντινούπολι καί ἔμαθαν τήν θανατική τούς ἀπόφασι, ὅτι δηλαδή αὔριον θά ἀποκεφαλισθούν. Τότε ἐπεκαλέσθησαν τόν Ἅγιο σέ βοήθειά τους, ὑπενθυμίζοντάς του, καί ὅτι στήν Λυκία γλύτωσε τούς τρεῖς ἄνθρώπους, οἱ ὁποῖοι ἐπρόκειτο ἄδικα νά θανατωθοῦν. Γι’ αὐτό ὁ Ἅγιος Νικόλαος εἰσακούοντας τήν προσευχή τούς, φαίνεται στό ὄνειρο τοῦ βασιλιᾶ Κωνσταντίνου καί τοῦ ἐπάρχου Ἀβλαβίου. Καί τόν μέν ἔπαρχο ἔλεγξε, διότι ἄδικα διάβαλε τούς τρεῖς ἀθώους ἐκείνους στόν βασιλιά, τόν δέ βασιλιά δίδαξε, ὅτι ἦταν ἀνεύθυνοι αὐτοί, τούς ὁποίους καταδίκασε καί ὅτι ἐξ αἰτίας τοῦ φθόνου μόνο διαβάλθηκαν ὡς ἀποστάτες καί θανάτου ἄξιοι. Ἔτσι μέ τήν ὀπτασία αὐτή τούς ἐλευθέρωσε ὁ Ἅγιος ἀπό τήν καταδίκη τοῦ θανάτου.
Ὄχι δέ μόνον αὐτό, ἀλλά καί ἄλλα πολλά θαύματα ἔκανε ὁ θαυμαστόν Νικόλαος. Ἔτσι καί “ἱερῶς καί ὁσίως” ἀφοῦ ποίμανε τό ορθόδοξο ποίμνιό του καί ἔφθασε σέ βαθύ γῆρας, πρός τόν Κύριο ἐξεδήμησε. Ἀλλά καί μετά τόν θάνατο δέν λησμόνησε τό ποίμνιό του ὁ ποιμένας ὁ καλός, ἀλλά σχεδόν κάθε μέρα καί κάθε ὥρα, χαρίζει σέ ὅσους ἔχουν ἀνάγκη εὐεργεσίες καί χάριτες καί ἐλευθερώνει ἀπό κάθε κίνδυνο καί περίσταση ὅσους τόν ἐπικαλοῦνται μέ πίστι. Ἐπειδή ὅμως οἱ εὐεργεσίες καί χάριτες τοῦ μεγάλου αὐτοῦ Πατρός εἶναι πολλές καί ἀναρίθμητες, γι’αὐτό ἐγώ, θά ἀφήσω ὅλες τίς ἄλλες καί θά θυμηθῶ μία μόνο. Ἄς μή ἀπιστήση ὅμως κανείς ἀκούοντας τό θαύμα πού ἔγινε στίς ἡμέρες μας, νομίζοντας, ὅτι αὐτό εἶναι ἀδύνατο. Διότι κανένα πρὰγμα δέν ἀδυνατεῖ στόν Θεό.
Στήν Κωνσταντινούπολι ἦταν ἕνας Χριστιανός εὐλαβής καί πιστός, μέ ὑπερβολή ἀγαπῶντας τόν ὅσιο Πατέρα μας Νικόλαο, καί ἀμοιβαῖα ἀπό τόν Ἅγιο Νικόλαο ἀγαπώμενος. Αὐτός λοιπόν θέλοντας μία φορά νά ταξιδέψη σέ ἄλλον τόπο γιά κάποια ἀναγκαία ὑπόθεσί του, πῆγε πρῶτα στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου καί προσευχήθηκε ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς. Στήν συνέχεια, ἀφοῦ ἀποχαιρέτισε τούς συγγενεῖς καί φίλους του, μπῆκε στό καΐκι. Κατά δέ τήν ἐνατη ὥρα τῆς νύκτας σηκώθηκαν οἱ ναῦτες νά γυρίσουν τά πανιά τοῦ καϊκίου, ἐπειδή γύρισε ἄλλος ἄνεμος. Σηκώθηκε λοιπόν καί ὁ εὐλαβέστατος ἐκεῖνος ἄνθρωπος γιά νά πάη ἑἰς χρείαν ὕδατος”. Καί ἐπειδή ὅλοι οἱ ναῦτες ἀσχολοῦνταν στό νά γυρίσουν τά πανιά, γι’αὐτό, ἀφοῦ μπλέχθηκε ὁ Χριστιανός ἐκεῖνος και πεδικλώθηκε, ἔπεσε στήν θάλασσα. Οἱ ναῦτες δέν μπόρεσαν νά βροῦν καμμία μέθοδο γιά νά σύρουν ἀπό τήν θάλασσα τόν ἄνθρωπο, ἀφενός μέν διότι ἦταν σκοτάδι καί ἀφετέρου διότι ὁ ἄνεμος ἔπνεε δυνατὠτερα καί ἐμπόδιζε τό πλοῖο γιά νά πηγαίνη μπρόστα. Γι’αὐτό κάθονταν καί θρηνοῦσαν καἰ ἔκλαιγαν γιά τόν πικρό θάνατο τοῦ ἄνθρώπου.
Ὁ δέ Χριστιανός ἐκεῖνος, μόλις ἔπεσε στήν θάλασσα, ὅπως ἦταν φορεμένος μέ ὅλα τά ρούχα του, ὅπως καταποντιζόταν στόν βυθό τοῦ πελάγους, θυμήθηκε καί ἔλεγε μέ τόν νοῦ του· “Ἅγιε Νικόλαε βοήθει μοι”. Φωνάζοντας δέ νοερά τήν φωνή αὐτή, ὥ τοῦ θαύματος! πολλά καί ἀκατανόητα εἶναι τά θαυμάσιά σου Κύριε! βρέθηκε στό μέσον του σπιτιοῦ του. Καί μή καταλαβαίνοντάς το αὐτό, νόμιζε ὅτι βρίσκεται ἀκόμη στόν βυθό τῆς θάλασσας. Ὁπότε καί ἐκεῖ φώναζε ὄχι πλέον νοερά, ἀλλά αἰσθητά, “Ἅγιε Νικόλαε, βοήθει μοι”. Οἱ δέ γείτονες ἀκούοντας τίς φωνές του σηκώθηκαν. Παρόμοια καί οἱ ἄνθρωποι τοῦ σπιτιού του, ἀφοῦ σηκώθηκαν, ἄναψαν φῶς. Ἀλλά καί αὐτοί πού ἔμεναν ἀπό ἔξω, ὅταν ἀκουσαν τίς φωνές, ἔτρεξαν καί ἐκεῖνοι καί τόν βλέπουν στό μέσον τοῦ σπιτιοῦ του νά στέκεται καί νά φωνάζη. Βλέπουν ἀκόμη ὅτι καί τό νερό τῆς θάλασσας ἔτρεχε ἄφθονο ἀπό τά ροῦχα πού φοροῦσε. Ὁπότε ἀπό τόν θαυμασμό τους καί τήν ἔκστασι, ἔμειναν ἄφωνοι καί σιωπηλοί, μή ἔχοντας τί νά ποῦν. Ὁ δέ Χριστιανός ἐκεῖνος φώναζε· “Ἀδελφοί, τί εἶναι αὐτό πού βλέπω; Διότι ἐγώ ξέρω πάρα πολύ καλά, ὅτι ἐχθές κατά τήν ἐνάτη ὥρα ἀποχαιρέτισα ὅλους ἐσᾶς καί μπῆκα στό καΐκι. Καί ἐπειδή φύσηξε ἄνεμος κατάλληλος, περάσαμε ἀρκετό διάστημα τοῦ τόπου. Κατά τήν δεύτερη ὅμως ἡ καί τήν τρίτη νυκτερινή φυλακή πῆγε γιά “χρείαν ὕδατος”, καί άφοῦ πεδικλώθηκα άπό τούς ναύτες, ἔπεσα στήν θάλασσα, ὁπότε καλοῦσα γιά βοήθεια τόν Ἅγιο Νικόλαο. Ποῦ ὅμως εἶμαι τώρα δέν γνωρίζω, ὁπότε πέστε μου ἐσεῖς, διότι ἐγῶ εἶμαι ἐκτός ἑαυτοῦ καί ἔγινα ἄλλος ἐξ ἄλλου.
Οἱ δέ Χριστιανοί πού συγκεντρώθηκαν ἀκούοντας αὐτά, βλέποντας ἀκόμη καί τό νερό τῆς θάλασσας πού ἔτρεχε ἀπό τά ρούχα του, ἐξεπλάγησαν, ὅπως εἴπαμε, σκεπτόμενοι τό παράδοξο τοῦ θαύματος. Ὁπότε χαίρονταν καί ἔκλαιγαν μαζί μέ τόν ἄδελφό πού σώθηκε καί γιά πολλή ὥρα φώναζαν τό, Κύριε ἐλέησον. Ὁ δέ Χριστιανός ἐκείνος ἀφοῦ ἔβγαλε τά βρεγμένα φορέματα καί ντύθηκε ἄλλα, πῆγε στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου καί ἐκεῖ πέρασε τό ὑπόλοιπο διάστημα τῆς νύκτας, προσπίπτοντας μέ δάκρυα στήν εἰκόνα τοῦ Ἁγίου καί παρακαλῶντας καί ἐκπληρώνοντας τίς εὐχές του μέ θαυμασμό καί ἔκπληξι. Ὅταν ἦλθε ὁ καιρός τοῦ ὄρθρου καί συγκεντρώθηκε ὁ λαός στόν Ναό τοῦ Ἁγίου, ὡς συνήθως, τότε ἔγινε σέ ὅλους φανερό τοῦ Ἁγίου τό θαῦμα. Τότε ἀφοῦ ὠσφράνθηκαν τά ἠδύπνοα καί εὐωδέστατα ἐκεῖνα ἁρώματα, πού ἔφερε στόν ἅγιο ὁ Χριστιανός ἐκεῖνος πού σώθηκε, βλέποντας ἀκόμη καί τήν Ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου, πού ἦταν ὁλόφωτη, ρωτοῦσε ὁ ἕνας τόν ἄλλο, γιά νά μάθουν τήν αἰτία τοῦ πράγματος. Καί ὅταν τήν ἔμαθαν, θαύμασαν ὅλοι, δοξάζοντας τόν Θεό καί εὐχαριστῶντας τόν μέγα Νικόλαο.
Αὐτό τό ἐξαίσιο καί ὑπερφυσικό ὅντως θαῦμα καί μεγαλεῖο τοῦ Ἁγίου, διαφημίσθηκε σέ ὅλη τήν Μεγαλόπολι τοῦ Κωνσταντίνου. Ἑφθασε ἀκόμη καί στά αὐτιά τόσο τοῦ τότε βασιλιᾶ, ὁσο καί τοῦ Πατριάρχη. Τότε αὐτοί κάλεσαν τόν Χριστιανό ἐκεῖνον πού σώθηκε σέ Σύνοδο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ παρουσιάσθηκε μπροστά σέ ὅλους, διηγήθηκε μέ θάρρος, πῶς, καί μέ ποιόν τρόπο καί πότε τοῦ συνέβη αὐτό τό φρικτό καί ἐξαίσιο τερατούργημα· αὐτό ὅταν τό ἄκουσαν ὅλοι, φώναξαν “Μέγας εἶ Κύριε, καί θαυμασίων σου!”. Τότε ἀφοῦ τό διέδωσαν παντοῦ, συγκεντρώθηκαν οἱ Χριστιανοί στόν Ναό τοῦ Ἁγίου Νικολάου καί ἔκαναν λιτανεία καί ἀγρυπνία, δοξάζοντας μέν καί ευλογῶντας τόν Θεό, ἀπονέμοντας δέ καί τήν εὐχαριστία στόν πιστό του θεράποντα Νικόλαο.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Τόμος Β’ , Έκδοσις Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη “Άγιος Σπυρίδων Α΄”, Νέα Σκήτη Άγιον Όρος.


