ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ 3-11-24
Κατηγορία:ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

2024 3 Νοε. Τι είμαστε κινητοί ή ακίνητοι; ΚΥΡΙΑΚΗ Ε΄ ΛΟΥΚΑ, ιστ’ 19-31, π.Νικηφόρος

ΚΥΡΙΑΚΗ
“Ε΄ ΛΟΥΚΑ”


Θέμα 
Λειτουργικού Κηρύγματος: “Τι είμαστε κινητοί ή ακίνητοι;”

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ “Ε΄ ΛΟΥΚΑ”
Λουκ. ιστ΄ 19-31

Κυριακή, 3 Νοεμβρίου 2024

Τι είμαστε, κινητοί ή ακίνητοι;

Χαρακτηριστική είναι η σημερινή παραβολή του πλουσίου και του Λαζάρου. Όλα τα χρόνια ο πλούσιος απολάμβανε τα αγαθά του. Ο Λάζαρος ήταν απ’ έξω από το σπίτι του, δεν τον έδινε καμία σημασία ο πλούσιος. Τα σκυλιά όμως τον φρόντιζαν και έκανε καλή παρέα,  έγλυφαν τις πληγές του.

Αλλά δεν καταλαβαίνουμε ότι όλα, όλα, όλα σε αυτή την ζωή τελειώνουνε. Ό,τι και να είσαι. Μας έκανε ο καλός Θεός δυνατούς, εξουσιάζουμε την κτήση όλη. Κάνω το ένα κάνω το άλλο. Δεν σκέφτομαι ότι κάποια στιγμή τελειώνω; Έχω ημερομηνία λήξεως (εδώ απάνω στο μέτωπο, έχω ημερομηνία λήξεως). Δε πάει να βάφω τα μυαλά μου, να τα κάνω ό,τι θέλω; Εδώ (μέτωπο) υπάρχει ημερομηνία λήξεως, που λέει τελειώνεις. Δεν ξέρεις όμως πότε.

Πέθανε ο πλούσιος, πέθανε κι ο Λάζαρος. Και ο μεν Λάζαρος στην αγκαλιά του Αβραάμ , ο δε πλούσιος στον τόπο της βασάνου. Και εδώ είναι τώρα το δράμα. Το δράμα. Τι λέει ο πλούσιος; «Στείλε μου τον Λάζαρο να βρέξει λίγο το δάχτυλο και να με δροσίσει τα χείλη». Δεν ήξερε ότι ό,τι υπάρχει εκεί μέσα, ό,τι πηγαίνει εκεί μέσα, είναι φωτιά και όχι δροσιά.

Άντε, ας το αγνοήσουμε αυτό. Γιατί δε λέει: «Σε παρακαλώ κάνε κάτι να βγω κι εγώ απ’ αυτόν τον τόπο. Τι πρέπει να κάνω; Να βγω. Να μετακινηθώ. Να φύγω. Να κουνηθώ βρε παιδί μου απ’ αυτό που είμαι. Απ’ το κακό στο οποίο βρίσκομαι. Να κουνηθώ. Όμως όχι, δεν κουνιέμαι, εσύ θα αλλάξεις. Εσύ θα στείλεις τον Λάζαρο. Εγώ θα μείνω εδώ όπου είμαι, δεν κουνιέμαι, δεν αλλάζω. Αυτός είμαι». Τι σκληρό αυτό! Ενώ, ο Κύριος μας θέλει κινητούς, όχι ακίνητους. Κινητούς μας θέλει. Και έχει πάρα, πάρα πολλές περιπτώσεις μέσα στην Αγία Γραφή, που μας θέλει να κινηθούμε.

Προσέξτε να δείτε. Ο Απόστολος Παύλος λέει: «Εξέλθετε εκ μέσω αυτών και ακαθάρτου, μη άπτεστε» (Β Κορ.6,17). Φύγετε, φύγετε παιδί μου, φύγετε από καθετί ακάθαρτο. Ακάθαρτο είναι το κινητό, όταν το χρησιμοποιώ για να βλέπω βρωμιές, ακάθαρτη είναι η τηλεόραση, ακάθαρτο είναι το σπίτι μου όταν κάνω βρωμιές, ακάθαρτο είναι το στόμα μου, ακάθαρτη είναι η γλώσσα μου. Φύγε παιδί μου από την ακαθαρσία. Φύγε. Και τότε λέει: «Θα σας ονομάσει ο καλός Θεός παιδιά και θυγατέρες του» (Β Κορ.6,18). Φύγε, κουνήσου.

Υπάρχει και η άλλη ομορφιά. Αυτό που λέει στις παρθένες: «Ιδού ο Νυμφίος έρχεται». Και το ψάλλουμε ωραία την Μεγάλη Εβδομάδα. «Εξέρχεστε» εις απάντηση (Ματθ.25,6). Βγείτε να τον προϋπαντήσετε, έρχεται ο Νυμφίος, έρχεται ο γαμπρός. Και κάθεσαι; Κάθεσαι;

Τι συνειδητό μέρος έχουμε μέσα μας; Τι καταλαβαίνουμε; Να γιατί σας λέω  την Πέμπτη που κάνουμε κατηχήσεις, κατηχήσεις. Γιατί κάνουμε κατήχηση; Δεν ξέρουμε, τίποτα δεν ξέρουμε. Ούτε πότε πρέπει να κάνουμε τον σταυρό μας. Ούτε πότε πρέπει να σηκωθούμε. Ούτε πότε πρέπει να καθίσουμε. Ούτε όταν ο ιερεύς βγαίνει στην Ωραία Πύλη και σε θυμιάζει, και εσύ κάθεσαι και τον κοιτάς, και δεν καταλαβαίνεις ότι εκείνη την ώρα παίρνει την πρόσευχή σου και την στέλνει ως θυμίαμα στον ουρανό. Αν κάθεσαι καμιά προσευχή δεν θα πάει. Καμιά προσευχή δεν θα πάει. Τι σας είπα την Πέμπτη; Όποιος δεν ακούει κατηχήσεις, δεν κατηχείται, είναι σκληρόκαρδος, όπως θα το δούμε πιο κάτω. Τι σας είπα την Πέμπτη, που λέει ο Άγιος Κύριλλος: «Αλλού κάθονται οι άνδρες στην εκκλησία, αλλού κάθονται οι γυναίκες». Σας το είπα, τ’ ακούσατε. Όσοι δεν κατηχείστε δεν το ακούτε και μένετε απ’ έξω. Απ’ έξω.

Να πω ακόμη, λέει ο Κύριος στον Ζακχαίο: «Σπεύσας Ζακχαίε, κατάβηθει» (Λουκ19,5).  «Τρέξε Ζακχαίε, κατέβα από το δέντρο που είσαι απάνω, κατέβα. Σήμερα θα ‘ρθω στο σπίτι σου. Έρχομαι να με φιλοξενήσεις. Έρχομαι, τρέξε, κατέβα». Όχι εμείς, εκεί, αμετανόητοι, ακίνητοι, στην θέση μας. Και τι χάνουμε; Χάνουμε τον ίδιο τον Κύριο. Τον ίδιο τον Κύριο χάνουμε.

Αλλά και τον Ιησού Χριστό οι Φαρισαίοι αντί να κουνηθούν και να μετανοήσουν, τι έκαναν; Έτριζαν, λέει, τα δόντια, «να δεις τι θα Σε κάνουμε Εσένα» (Ιω.8,59). Και Τον σταύρωσαν. Πολύ ωραία. Και αυτοί τι έκαναν; Πέθαναν. Και ο Κύριος τι έκανε; Σταυρώθηκε, αλλά αναστήθηκε. Και ποιοι έχασαν; Αυτοί οι οποίοι από φθόνο, λέει, των Ιουδαίων και από την ζήλια των Ιουδαίων, σταυρώθηκε ο Κύριος (Μαρκ.15,10). Όπως από φθόνο του διαβόλου, έχασε ο Αδάμ και η Εύα τον Παράδεισο (Σ.Σολ.2,23-24). Και εμείς από φθόνο του διαβόλου χάνουμε το να μετακινηθούμε προς την αρετή.

Ακόμη είπε εκείνο το πολύ, πολύ ωραίο ο Κύριος: «Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, να ακολουθήσει» (Μαρκ.8,34) . Κίνηση. «Πορεύομαι εγώ, έλα κι εσύ μαζί μου, αλλά πάρε τον σταυρό σου». Κουνήσου, αλλά όχι όπως εσύ θέλεις. Όπως σε θέλω Εγώ. Πορεύσου μαζί μου.

Και λέει ο Απόστολος Παύλος: «Αφού ο Χριστός ήρθε και μας ελευθέρωσε, και από την αμαρτία και από τον θάνατο. Γιατί εσείς πάλι στέκεστε στο ζυγό της δουλείας,  της αμαρτίας;» (Γαλ.5,1). Μας ελευθέρωσε ο Χριστός από τον θάνατο και την αμαρτία. Μας ελευθέρωσε. Τρέξε, εξομολογήσου, ελευθερώσου από τα πάθη που έχεις. Φύγε από το εγώ σου, το κακό εγώ. Άλλαξε το.

Διότι λέει ο Απόστολος Παύλος: «Κατά την σκληρότητά σου και αμετανόητον καρδίαν, θησαυρίζει σε αυτό οργήν, εν ημέρα οργής και αποκαλύψεως και δικαιοκρισείας του Θεού» (Ρωμ.25). «Κατά την σκληρότητά σου και την αμετανόητον καρδίαν»., καρδιά δεν είναι αυτό το σάρκινο μέρος. Σκληρότητα καρδιάς είναι: βούλησης, νόησης, συναίσθημα. Αυτά τα τρία δεν θέλω να τα αλλάξω. Είμαι σκληρός, κάθομαι εδώ, έχω πείσμα. Δε θέλω να τ’ αλλάξω. Εσύ Θεέ ν’ αλλάξεις, εγώ δεν αλλάζω. Εσύ θα γίνεις ανεκτός για εμένα, εγώ δεν γίνομαι. Κι όμως, γιατί πολλές φορές λέμε: «Εγώ αυτός είμαι, τι θες να σε κάνω;». Τι θα πει αυτός είσαι; Αυτό που είσαι, δεν μπορείς να τ’ αλλάξεις; Δε θέλεις; Είσαι σκληρός, είσαι εγωιστής, είσαι πεισματάρης σαν τον διάβολο, που δε θέλει να αλλάξει.

Αλλά ξέρετε τι λέει ο Κύριος; Έχει μια άλλη κίνηση, στην οποία κίνηση κρινόμαστε (κρινόμαστε όλοι σ’ αυτήν την κίνηση). Τι λέει; «Εγώ είμαι η θύρα, είμαι η πόρτα, όποιος περάσει από εμένα θα βγει σ’ έναν τόπο αναψυχής και ομορφιάς» (Ιω.10,7-9).

Λοιπόν, να σας πω εγώ μια πραγματικότητα; Σας το έχω πει παλαιότερα. Με κάλεσαν στο νοσοκομείο να εξομολογήσω. Να κοινωνήσω και να εξομολογήσω έναν άνθρωπο, που ήτανε στα τελευταία, είχε καρκίνο, την άλλη μέρα θα πέθαινε λέγαν οι γιατροί. Γιατί με κάλεσαν 12 η ώρα το βράδυ να πάω; Και πήγα, ενώ ήμουνα πολύ κουρασμένος. Πήγα. Γιατί; Γιατί έλεγε στη γυναίκα του: «Βρε γυναίκα, αυτή η πόρτα είναι πολύ στενή, δεν χωράω να περάσω». Μμμ; Γεγονός. «Δε χωράω να περάσω απ’ αυτήν την πόρτα». Θα σου πει ο Κύριος: «Έλα παιδί μου, πέρνα». Μα αν είμαι φορτωμένος με τα τσουβάλια των αμαρτιών μου -κατά την σκληρότητα της καρδιάς μου, «όχι, δεν αλλάζω».  Κράτα τα αφού σου αρέσουν, σ’ αρέσει η κακία, σου αρέσει ο εγωισμός, σου αρέσει το πείσμα, σου αρέσει η περηφάνια. Σου αρέσουν αυτά, κράτα τα, αλλά από την πόρτα δεν περνάς. Δεν περνάς. Και όταν κάθισα να του διαβάσω ευχή και να τον εξομολογήσω, ο διάβολος τον κρατούσε. Μου γύρισε την πλάτη, δεν ήθελε καν να με δει. Λέω τώρα εδώ πέρα, θα πρέπει να παλέψουμε με τον διάβολο. Του διάβασα μια ευχή εξορκισμού και του λέω: «Θα εξομολογηθείς κ.Βασίλη;». «Όχι, λέει, σε εσένα δεν εξομολογούμαι». Πίσω μου ο διάβολος.

«Καλά, του λέω, όταν θα πας σε άλλον πνευματικό να εξομολογηθείς θα θυμηθείς να πεις αυτήν την αμαρτία;». Έπιασα μία αμαρτία.

«Θα το πω».

«Θα θυμηθείς να πεις και την άλλη;».

«Θα το πω».

«Μήπως και αυτήν;».

«Θα το πω».

Τι έκανε; Εξομολογείτο.

Είδε ο διάβολος ότι δεν πιάνει τίποτε πλέον και τον άφησε και έφυγε. Και γύρισε και με κοίταξε, και έκλαψε ο άνθρωπος. Άνοιξε την καρδιά του. Την σκληρή καρδιά που την κρατούσε ο διάβολος με το πείσμα και τον εγωισμό, παράκουσε, έφυγε ο διάβολος. Αυτός είναι που μας κρατάει και μας κάνει σκληρούς και αμετανόητους. Την άλλη ημέρα εκοινώνησε και εκοιμήθει. Τι κέρδος! Τι ευλογημένο κέρδος;

Και λέει ο Κύριος: «Και την δωδεκάτη να ‘ρθεις, εγώ θα σε δεχτώ. Θα λάβεις μισθό κι εσύ, ότι έλαβαν κι οι άλλοι» (Ματθ.20,1-16). Αλλά ο διάβολος, όμως, μας κρατάει να μην κουνηθούμε. Σαν να έχουμε έναν μαγνήτη εκεί που είμαστε και δεν θέλουμε.

Αγαπητοί μου, ας μαλακώσουμε τις καρδιές μας. Στο πως ζούμε μεταξύ μας, με τον άνθρωπό μας. Γιατί η αγάπη είναι που μαλακώνει την καρδιά. Μην κρατάμε τίποτα μέσα μας, τίποτα για κανέναν. Έγινε τούτο το στραβό, έγινε το άλλο. Και; Στραβά γίνονται πολλά, αναποδιές γίνονται πολλές. Και; Μην κρατάει ο διάβολος την καρδιά μας. Ας την αφήσουμε στα χέρια του θεού. Και τότε θα ‘ ναι ωραία! Δε θα ‘ναι ωραία να χωράς από την πόρτα του παραδείσου και να μπεις μέσα, παρά να μένεις απ’ έξω;

  • Απομαγνητοφώνηση: Θεόδωρος Σύρ. & Χρυσούλα Χαρ.
  • Νοηματική προσαρμογή και προσθήκη παραπομπών από τον ομιλούντα.

ΚΕΙΜΕΝΟ

19 Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς. 20 πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος 21 καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 23 καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 24 καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 25 εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 26 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 27 εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 29 λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωυσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 30 ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. 31 εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωυσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

19 «Yπήρχε κάποτε ένας πλούσιος, που ντυνόταν με πορφύρα και λινά ρούχα, απολαμβάνοντας κάθε μέρα τη ζωή του μεγαλόπρεπα. 20Yπήρχε κι ένας φτωχός που ονομαζόταν Λάζαρος, ο οποίος ήταν εγκαταλειμμένος κοντά στην αυλόπορτα του πλουσίου, με το σώμα του γεμάτο πληγές, 21και λαχταρούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Παράλληλα έρχονταν και τα σκυλιά και έγλειφαν τις πληγές του. 22Kάποτε, λοιπόν, πέθανε ο φτωχός και τον μετέφεραν οι άγγελοι στην αγκαλιά του Aβραάμ. Πέθανε επίσης κι ο πλούσιος και τον έθαψαν. 23Kαι στον άδη, καθώς βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του και βλέπει τον Aβραάμ από μακριά και στην αγκαλιά του το Λάζαρο! 24Φώναξε τότε και είπε: Πατέρα μου Aβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει την άκρη του δαχτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, γιατί υποφέρω μέσα σ’αυτή τη φλόγα! 25Kι ο Aβραάμ απάντησε: Παιδί μου, θυμήσου ότι απόλαυσες εσύ τα αγαθά σου στη ζωή σου και παρόμοια ο Λάζαρος τα κακά. Tώρα, λοιπόν, αυτός ανακουφίζεται εδώ κι εσύ υποφέρεις. 26Kι εκτός απ’όλα αυτά, ανάμεσα σε μας και σε σας υπάρχει μεγάλο χάσμα, έτσι που όσοι θέλουν να περάσουν από εδώ σε σας, να μην μπορούν, κι ούτε οι από εκεί μπορούν να περάσουν σε μας. 27Kι εκείνος είπε: Tότε, σε παρακαλώ, πατέρα, να τον στείλεις στο πατρικό μου σπίτι, 28γιατί έχω πέντε αδέλφια, για να τους προειδοποιήσει, ώστε να μην έρθουν κι αυτοί στον τόπο αυτόν του βασανισμού. 29Tου λέει ο Aβραάμ: Έχουν το Mωυσή και τους προφήτες. Aς ακούσουν αυτούς. 30Kι εκείνος είπε: Όχι, πατέρα Aβραάμ, αλλά αν πάει σ’αυτούς κάποιος από τους νεκρούς, θα μετανοήσουν. 31Tότε ο Aβραάμ του είπε: Aν το Mωυσή και τους προφήτες δεν ακούνε, ούτε κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς δεν πρόκειται να πειστούνε».  

0