Θεία Λειτουργία – Αγίου Προκοπίου 8/7/2023
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΠΡΟΚΟΠΙΟΥ
Ὁ μέγας αὐτός καί περιβόητος ἀνάμεσα στούς μάρτυρες Προκόπιος, ἔζησε στά χρόνια τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ, κατά τό ἔτος 290. Καταγόταν ἀπό τήν πόλι Αἰλία, δηλαδή τήν Ἱερουσαλήμ, γεννημένος ἀπό πατέρα εὐσεβῆ καί Χριστιανό, Χριστόφορο στό ὄνομα, ἀπό μητέρα ὅμως ἀσεβῆ καί πού προσκυνοῦσε τά εἴδωλα καί λεγόταν Θεοδοσία. Ἀφοῦ λοιπόν ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου πέθανε, τόν άνέτρεψε ἡ μητέρα του μέ τήν ἑλληνική θρησκεία. Ὅταν ὁ Ἄγιος ἔγινε ἄνδρας στήν ἡλικία, τότε τόν πρόσφερε ἡ μητέρα του στόν βασιλιά Διοκλητιανό, ὁ ὁποῖος τότε ζοῦσε στήν Ἀντιόχεια, καί, ἀφοῦ τόν παρεκάλεσε καί τοῦ ἔδωσε πολλά χρήματα, κατέπεισε τόν βασιλιά καί ἔκανε τόν υἱό της δοῦκα τῆς Ἀλεξανδρείας. Ἀμέσως λοιπόν ἔδωσε στόν Προκόπιο ὁ βασιλιάς ἐντολές, γιά νά καταδιώκη καί νά τιμωρῆ τούς Χριστιανούς. Και λοιπόν πήγαινε νύκτα ὁ Ἅγιος στην Ἀλεξάνδρεια, ἐπειδή ἦταν δύσκολη ἡ ὁδοιπορία κατά τήν ἡμέρα, γιά τήν ὑπερβολική ζέστη πού ὑπάρχει σ’ ἐκεῖνα τά μέρη. Ὅταν ἔφθασε σέ ἀπόστασι τριάντα μιλίων ἀπό τήν πόλι Ἀπάμεια, πού βρίσκεται στήν Κοίλη Συρία καί όνομάζεται ἀπό τούς Τούρκους Χαμάν, Μητρόπολις ὄντας ὑπό τόν Ἀντιοχείας, ἐνῶ τόν ἀκολουθοῦσαν καί οἱ δύο νούμεροι, δηλαδή δύο ἄρχοντες ἀξιωματικοί, τότε ἔγινε σεισμός καί ἀστραπές.Ἀκούει ἀκόμη φωνή, πού ἦλθε ἀπό τόν Οὐρανό καλῶντας τον μέ τό ὄνομά του Νεανία (διότι ἔτσι λεγόταν προηγουμένως ὁ Ἅγιος). Καί ἡ θεία φωνή κατηγοροῦσε τόν δρόμο πού ἔκαμνε καί τόν ἀπειλοῦσε, ὅτι θά τόν θανατώση, ἐπειδή πηγαίνει νά κάνη κατά τῶν Χριστιανῶν πόλεμο. Ὁ Ἅγιος ἀπό τήν καλή διάθεσι τῆς ψυχῆς του κινούμενος, ἀμέσως ὠνόμασε Κύριο αὐτόν πού τόν κάλεσε. Ὁπότε καί ὁ Κύριος καθαρώτερα τοῦ ἐμφανίσθηκε. Διότι τοῦ ἐμφανίσθηκε Σταυρός κρυστάλλινος στό εἰδος καί ἀπό τόν Σταυρό βγῆκε φωνή πού ἔλεγε “Ἐγώ εἶμαι ὁ ἐσταυρωμένος Ἰησοῦς, ὁ τοῦ Θεοῦ Υἱός”. Ἀπό τήν ὀπτασία λοιπόν αὐτή, ἀφοῦ καθωδηγήθηκε ὁ Ἅγιος, διδάχθηκε ὅλο το τῆς ἐνσάρκου οἰκονομίας μυστήριο καί ἔλαβε βέβαιη ἐπίγνωσι τῆς πίστεως. Ὁπότε ἐπιστρέφοντας στήν Σκυθόπολι πού βρίσκεται στήν Κοίλη Συρία, πού προηγουμένως λέγόταν Νύσσα, λέγεται ὅμως ἀπό τούς Ἐβραίους Βεθοάν, τιμημένη μέ Μητροπολίτη ὑπό τόν Ἰεροσολύμων σ’αὐτήν, λέω, ὁ Ἅγιος βρισκόμενος, κατασκεύασε ἕνα Σταυρό ἀπό χρυσάφι καί ἀσῆμι σύμφωνα μέ τόν τύπο, πού τοῦ ἐμφανίσθηκε. Καί μόλις τελείωσε ὁ Σταυρός, τοῦ ἐμφανίσθηκαν τυπωμένες τρεῖς εἰκόνες, ἔχοντας γράμματα ἑβραϊκά, πού φανέρωναν τίνος εἶναι οἱ εἰκονες. Διότι ἀπό ἐπάνω ἔγραφε Ἐμμανουήλ, ἀπό τό ἔνα μέρος, ἔγραφε Μιχαήλ καί ἀπό τό ἄλλο μέρος Γαβριήλ. Ἀφοῦ ἀσπάσθηκε λοιπόν ὁ Προκόπιος καί προσκύνησε τόν Σταυρό καί τίς ἅγιες εἰκόνες πού εἶναι σ’αὐτόν, ἐπέστρεψε στήν Ἱερουσαλήμ. Καί ἐπειδή ἐκεῖ ἐκανε νίκες καί τρόπαια κατά τῶν Σαρακηνῶν, οἱ ὁποῖοι πολεμοῦσαν καί λήστευαν τά ἐκεῖ περίχωρα, γι’αὐτό παρακινήθηκε ἀπό τήν μητέρα του νά προσφέρη θυσίες στά εἴδωλα γιά τήν νίκη. Ὁ Ἅγιος ὅμως ἐλεγε, πώς ἔκανε τήν νίκη αύτή μέ τήν δύναμι τοῦ Χριστοῦ. Ὁπότε ἀπό τήν αἰτίαα αὐτή διἐβαλε τόν Ἅγιο ἡ μητέρα του στόν βασιλιά, ὅτι εἶναι Χριστιανός. Καί ὁ βασιλιάς πρόσταξε τόν ἡγεμόνα τῆς Καισάρειας στήν Παλαιστίνη, Οὔλκιο λεγόμενο, νά κάνη τήν κατά τοῦ Ἁγίου ἐξέτασι. Καί λοιπόν, ἐπειδή ὁ Μάρτυρας δέν πείσθηκε νά θυσιάση στά εἴδωλα, γι’αὐτό δάρθηκε δυνατά. Ἔπειτα ρίχθηκε στήν φυλακή, ὄντας μισαποθαμένος. Ἐκεῖ ὅμως ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός και, ἀφοῦ ἔλυσε ἀπό τά δεσμά τόν πρώην Νεανία, τόν μετωνόμασε Προκόπιο. Φανέρωσε τό ὄνομα αὐτό, ὅτι θά προκόψη καί θά τελειώση στό μαρτύριο. Κοντά σ’αὐτά, ἔβαλε ὁ Κύριος καί στήν καρδιά τοῦ Ἁγίου ἄνδρεία καί θάρρος, γιά νά ὑπομείνη τίς τιμωρίες, μέ τίς ὁποῖες τόν φοβέριζαν. Ἕπειτα πῆγαν οἱ Ἕλληνες τόν Μάρτυρα μέσα στόν ναό τῶν εἰδώλων. Ἐκεῖ δέ ὄντας μέ τήν προσευχή του συνέτριψε τά εἴδωλα, τά ὁποῖα, ἀφοῦ παραδόξως μεταβλήθηκαν σέ νερό, χύθηκαν ἔξω ἀπό τήν πόρτα.
Αὐτό τό θαῦμα βλέποντας οἱ στρατιώτες τῶν δύο νουμέρων καί οἱ δύο τριβοῦνοι, Νικόστρατος καί Ἀντίοχος ὀνομαζόμενοι, πίστεψαν στόν Χριστό καί βαπτίσθηκαν ἀπό τόν Ἐπίσκοπο Λεόντιο, οἱ ὁποῖοι μέ προσταγή τοῦ βασιλιᾶ ἀποκεφαλίσθηκαν καί ἔλαβαν τούς στεφάνους τοῦ μαρτυρίου. Συνελήφθησαν ἀκόμη καί δώδεκα γυναῖκες συγκλητικές μαζί μέ τήν Θεοδοσία, τήν μητέρα τοῦ Ἁγίου, οἱ ὁποῖες πίστεψαν στόν Χριστό μέ τό παραπάνω θαῦμα. Τότε, ἀφοῦ πρῶτα τίς ἔδειραν ἀσπλαγχνα, στήν συνέχει ἔκοψαν τούς μαστούς τους καί μέ σιδερένιες σφαῖρες πυρακτωμένες ἔκαψαν τίς μασχάλες τους, τελευταῖα δέ τίς ἀποκεφάλισαν καί ἔτσι ἔλαβαν τῆς ἀθλήσεως τούς στεφάνους. Μετά από αὐτά ἔγινε ἀλλος ἡγεμόνας, Φλαβιανός ὀνόματι, ὁ ὁποῖος ἔφερε τόν Ἅγιο γιά ἐξέτασι, καί ἐπειδή ὁ Μάρτυρας δέν πείσθηκε νά ἀρνηθῆ τόν Χριστό, γι’αὐτό τόν λόγο πρόσταξε ἕναν ὑπηρέτη, Ἀρχέλαο λεγόμενο, νά τόν κτυπήση μέ το σπαθί στήν κοιλιά. Μόλις ὅμως ἐκεῖνος σήλωσε τό χέρι κατά τοῦ Ἀγίου, ἔπεσε κατά γῆς καί ξεψύχησε.
Στήν συνέχεια, ἀφοῦ τέντωσαν τόν Μάρτυρα μέ σχοινιά, τόν ἔδειραν μέ ὠμά νεῦρα καί τόν ἔκαψαν μέ ἀναμμένα κάρβουνα. Ἐπάνω δέ στά καμμένα μέλη του ἔχυσαν ξύδι. Ἔπειτα ἔβαλαν στό χέρι του κάρβουνα μέ λιβάνι. Ὁ δέ γενναῖος τοῦ Κυρίου ἀγωνιστής, κράτησε ἀκίνητο τό χέρι του, ἕως ὅτου κατακάηκε ὅλο. Δηλαδή δέν σκόρπισε τό λιβάνι, γιά νά μή φανῆ μέ τόν σκορπισμό του στούς ἀσεβεῖς, ὅτι πρόσφερε θυσία στά εἴδωλα.Ὕστερα ὅμως ἀπό ὅλα, κρέμασαν τόν ἀθλητή καί ἔδεσαν τά χέρια του. Καί ἐνῶ ἐπρόκειτο νά μπῆ μέσα σέ .ενα φοῦρνο ἀναμμένο, τόν καταψύχρανε μέ τήν σφραγίδα καί τόν τύπο τοῦ τιμίου Σταυροῦ. Τελευταῖα ὅμως δέχεται τήν διά ξίφους ἀπόφασι καί ἔτσι ἀφοῦ ἀποκεφαλίσθηκε, πρός τόν Κύριο ἀπεδήμησε.
Τελεῖται δέ ἡ Σύναξις καί ἑορτή του στόν μαρτυρικό του Ναό, πού εἶναι κοντά στήν Χελῶνα καί λέγεται Κονδύλιο.
Πηγή:Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, Τόμος ΣΤ, Εκδοση Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη, Νέα Σκήτη, Αγιον Όρος.


