
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΤΟΥ ΔΕΚΑΠΟΛΙΤΟΥ
Ὁ ὅσιος Γρηγόριος γεννήθηκε στὰ τέλη τοῦ 8ου αἰώνα σὲ μία ἀπὸ τὶς πόλεις τῆς Δεκαπόλεως τῆς Ἰσαυρίας, τὴν Εἰρηνούπολη. Χάρη στὴν εὐσέβεια καὶ στὶς φροντίδες τῆς μητέρας του, τὸ νεαρὸ ἀγόρι ἔλαβε ἐπαρκὴ στοιχειώδη ἐκπαίδευση καὶ ἀπὸ τὴν ἡλικία τῶν ὀκτὼ χρονῶν ἔδειξε σαφὴ προτίμηση γιὰ τὴ μελέτη τῶν Ἱερῶν Γραφῶν καὶ τὸν ἐκκλησιασμό. Ἐπιδιδόταν ἐπιμελῶς στὴ νηστεία καὶ στὴν ἄσκηση ὅλων τῶν ἀρετῶν μὲ σκοπὸ νὰ μορφώσει ἐντὸς του πιστὰ τὴν εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ. Στὸ κατώφλι τῆς ἐφηβείας, οἱ γονεῖς του θέλησαν νὰ τὸν νυμφεύσουν, ἀλλὰ ὁ Γρηγόριος ἐπιθυμώντας νὰ διαφυλάξει τὴν παρθενία του γιὰ νὰ τὴν προσφέρει στὸν Κύριο ἔφυγε κρυφὰ ἀπὸ τὴν πατρικὴ του ἑστία μεταβαίνοντας σὲ ἕνα μοναστήρι, ὅπου ἦταν ἠγούμενος ἕνας ἐπίσκοπος ποὺ εἶχε ἐξορισθεῖ ἐξαιτίας τοῦ διωγμοῦ τῶν εἰκονοφίλων. Λίγο ἀργότερα, μετὰ τὸν θάνατο τοῦ πατέρα του, ἡ μητέρα του κατάφερε νὰ τὸν βρει. Δὲν ἀντιτάχθηκε στὴν κλήση του, τοῦ ζήτησε μόνο νὰ πάει νὰ βρει τὸν ἀδελφὸ του, ὁ ὁποῖος ἦταν μοναχὸς σὲ γειτονικὸ μοναστήρι. Ὁ Γρηγόριος ὑπάκουσε, ἀλλὰ δὲν μπόρεσε νὰ παραμείνει στὴ μονὴ ἐκείνη, ἀφοῦ ὁ ἠγούμενος ἦταν εἰκονομάχος. Μετέβη, λοιπόν, σὲ μιὰν ἄλλη μονή, ἠγούμενος τῆς ὁποίας ἦταν ὁ Συμεών, ὁ θεῖος του. Ἔμεινε ἐκεῖ δεκατέσσερα χρόνια καὶ διέλαμψε σὲ ὅλες τὶς ἀρετὲς τοῦ κοινοβιακοῦ βίου, ἰδιαιτέρως στὴν ὑπακοὴ καὶ τὴν ταπείνωση.
Διψώντας γιὰ ζωὴ πιὸ ἡσυχαστική, ἔλαβε ἀπὸ τὸν ἡγούμενό του τὴν εὐλογία νὰ ἀποσυρθεῖ σὲ μιὰ σπηλιὰ τῶν περιχώρων, γιὰ νὰ ἀφιερωθεῖ ἐκεῖ ἀδιαλείπτως στὴν προσευχή, μόνος τῷ Θεῶ μόνω. Ἦρθε τότε ἀντιμέτωπος μὲ πολλοὺς καὶ τρομεροὺς πειρασμοὺς ἐκ μέρους τῶν δαιμόνων ποὺ φθονοῦσαν τὴν παρρησία του πρὸς τὸν Θεό. Αὐτοὶ ἔπαιρναν τὴ μορφὴ φιδιῶν καὶ ἄλλων ἰοβόλων θηρίων γιὰ νὰ τὸν τρομοκρατήσουν καὶ νὰ τὸν κάνουν νὰ ἐγκαταλείψει τὸ ἐρημητήριό του. Ὁ ἅγιος ὅμως, μὲ ὄπλα του τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ καὶ τὴν ἐλπίδα του στὸν Θεό, περιγελοῦσε τὶς μηχανὲς τους καὶ παρέμενε ἀπερίσπαστος στὴν προσευχὴ του. Ἀφοῦ δοκίμασαν καὶ ἄλλους πειρασμοὺς γιὰ νὰ τὸν πτοήσουν, οἱ δαίμονες τοῦ ἐπιτέθηκαν μὲ τὸ δέλεαρ τοῦ φλογεροῦ σαρκικοῦ πολέμου. Ὁ Γρηγόριος ἀντιστεκόταν μὲ θερμὲς ἱκεσίες λουσμένος στὰ δάκρυα, καὶ μία ἡμέρα, μετὰ ἀπὸ ὅραμα, ἐλευθερώθηκε θαυματουργικῶς ἀπὸ κάθε σαρκικὸ πειρασμό. Κατέκτησε τότε τὴν ἀπάθεια τῆς σαρκὸς καὶ μέρα μὲ τὴν ἡμέρα προόδευε στὴν ἀκόμη τελειότερη ἀπάθεια, ἡ ὁποία εἶναι μίμηση τῆς θεϊκῆς τελειότητος.
Μία ἡμέρα ποὺ ἦταν καθισμένος στὴ σπηλιὰ του σὲ περισυλλογή, ἔπεσε σὲ ἔκταση καὶ ἕνα περίλαμπρο, οὐράνιο φῶς, συνοδευόμενο ἀπὸ μιὰ θεσπέσια εὐωδία, γέμισε τὸ σπήλαιο καὶ παρέμεινε ἐκεῖ γιὰ ἡμέρες. Ὁ ὅσιος ἁρπαγεὶς στὸν Παράδεισο, σὲ κατάσταση ποὺ θὰ γνωρίσουν μόνον οἱ ἐκλεκτοὶ κατὰ τὴν ἐσχάτη Ἀνάσταση, ἔχασε κάθε αἴσθηση τοῦ χρόνου καὶ ὅταν ὁ μαθητὴς του ἦρθε νὰ τὸν διακονήσει μετὰ ἀπὸ τέσσερις ἡμέρες, ἐκεῖνος εἶχε τὴν ἐντύπωση πὼς εἶχε περάσει μόλις μία ὥρα ἀπὸ τὴν ἐπίσκεψη τοῦ φωτὸς ἐκείνου. Ὄντας ὅμως συνετὸς καὶ ἔχοντας διδαχθεῖ ἀπὸ τὴν πείρα τῶν Πατέρων ὅτι ὁ Σατανὰς ξέρει νὰ μετασχηματίζεται εἰς ἄγγελον φωτὸς (Β΄ Κορ. 11,14) ὁ Γρηγόριος ζήτησε τὴ συμβουλὴ τοῦ ἠγουμένου τῆς μονῆς, γιὰ νὰ μάθει ἂν ἡ ὀπτασία τούτη προερχόταν ὄντως ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐκεῖνος τὸν καθησύχασε καὶ τὸν προέτρεψε νὰ συνεχίσει τοὺς ἀσκητικοὺς ἀγῶνες του πρὸς δόξαν Θεοῦ.
Φωτισμένος ἔτσι ἀπὸ τὴ θεία Χάρη, ὁ Γρηγόριος στάλθηκε σύντομα ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν κόσμο, μὲ σκοπὸ νὰ λάμψουν στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων οἱ ἀρετὲς του καὶ ἡ στερεότητα τῆς ὀρθοδόξου διδασκαλίας του. Μετέβη στὴν Ἔφεσο, γιὰ νὰ βρει πλοῖο μὲ προορισμὸ τὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου ἐπιθυμοῦσε νὰ πάει γιὰ νὰ ἀποστομώσει τοὺς αἱρετικοὺς εἰκονομάχους. Δὲν μπόρεσε ὅμως νὰ φθάσει, παρὰ μόνον ἕως τὴν Πριγκιπόννησο, ὅπου, παρὰ τὴν ἐπίσημη ἀπαγόρευση νὰ δέχεται κανεὶς στὸ σπίτι του ὁμολογητὲς τῶν ἱερῶν εἰκόνων, φιλοξενήθηκε στὸ σπίτι ἑνὸς φτωχοῦ. Καθὼς δὲν μποροῦσε νὰ μπει στὴν Βασιλεύουσα, ἀναχώρησε γιὰ τὴν πόλη Αἶνο τῆς Θράκης καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἔφθασε στὴν Θεσσαλονίκη, ἀφοῦ διέφυγε μιᾶς συμμορίας Σλάβων ληστῶν κοντὰ στὴ Χριστούπολη (σημ. Καβάλα). Φθάνοντας κατόπιν διὰ ξηρὰς στὴν Κόρινθο, ἀπέπλευσε μὲ προορισμὸ τὴν Ἰταλία καὶ ἔφθασε στὸ Ρήγιο τῆς Καλαβρίας. Κάποιοι πιστοὶ ἐκεῖ θέλησαν νὰ τοῦ προσφέρουν χρήματα, ἀλλὰ διαβλέποντας ὅτι δὲν προέρχονταν ἀπὸ τίμια ἐργασία τὰ ἀρνήθηκε καὶ συνέχισε τὸν δρόμο του στὴ Ρώμη. Ἔμεινε ἐκεῖ τρεῖς μῆνες, ἄγνωστος στοὺς πάντες, σὲ ἕνα ἀπομονωμένο κελλί. Ἀφοῦ ὅμως ἐξέβαλε ἕνα δαιμόνιο ἀπὸ ἕναν δαιμονισμένο, σύντομα πολιορκήθηκε ἀπὸ πλῆθος πιστῶν ποὺ τὸν τιμοῦσε ὡς ἅγιο. Διέφυγε τότε ἐκ νέου στὶς Συρακοῦσες, ὅπου κλείσθηκε σὲ ἕναν ἐγκαταλελειμμένο πύργο γιὰ νὰ βρει ἐκεῖ τὴν ἡσυχία. Οἱ δαίμονες τοῦ ἐπιτέθηκαν μὲ πλῆθος πειρασμῶν, ὁ Γρηγόριος ὅμως τοὺς ἀπώθησε ὅπως πάντα μὲ τὴν προσευχή. Μετέστρεψε ἐπίσης στὴν πίστη μία πόρνη ποὺ ἀσκοῦσε τὸ θλιβερὸ της ἐπάγγελμα ἐκεῖ πλησίον καὶ τὴν ἔπεισε νὰ γίνει μοναχὴ καὶ νὰ μετατρέψει τὸ σπίτι τῆς ἀκολασίας ὅπου ἔμενε σὲ μοναστήρι. Πραγματοποίησε καὶ ἄλλα θαύματα, ἰδιαιτέρως κατὰ τῶν δαιμόνων, καὶ προσείλκυσε πάλι τὰ πλήθη γύρω του παρὰ τὴ θέλησή του. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, πῆρε πάλι τὸν δρόμο τῆς ἐξορίας, γιὰ νὰ ἀποφύγει τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπων. Δὲν μποροῦσε νὰ μείνει στὸ Ὀτράντο, γιατὶ ὁ ἐπίσκοπος ἐκεῖ εἶχε προσχωρήσει στὴν αἵρεση, ἔτσι πῆρε τὸ πλοῖο γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη. Ἐγκαταστάθηκε στὴν ἐγκαταλελειμμένη ἐκκλησία τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ καὶ ἔκτοτε ἐγκατέλειψε κάθε μέριμνα γιὰ τὰ ἐπίγεια. Ὅταν πεινοῦσε, ἔβγαινε καὶ δεχόταν τὴ φιλοξενία κάποιου γείτονα. Τότε γνωρίσθηκε μὲ τὸν ὅσιο Ἰωσὴφ τὸν Ὑμνογράφο [3 Ἀπρ.], ποὺ κατάφερε νὰ τὸν πείσει νὰ κατοικεῖ μαζὶ του. Ἀπὸ τότε δέχθηκε καὶ ἄλλους μαθητὲς καὶ πραγματοποίησε πλῆθος θαυμάτων, χάρη στὸ διορατικὸ χάρισμα ποὺ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεό.
Πρὸς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του προσβλήθηκε σοβαρὰ ἀπὸ νεφροπάθεια. Ἱκέτευσε τὸν Θεὸ νὰ τοῦ παραχωρήσει ἀντὶ γι’ αὐτὴν ὑδρωπικία καὶ εἰσακούσθηκε. Παραμορφωμένος ἀπὸ τὴν ἀσθένεια, ἀλλὰ εὐτυχὴς ποὺ ὑπέφερε γιὰ τὸν Κύριο, μπόρεσε τελικὰ νὰ πάει στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ διαμείνει γιὰ λίγο καιρὸ στὸ ὄρος Ὄλυμπος τῆς Βιθυνίας, τὸ προπύργιο αὐτὸ τοῦ μοναχικοῦ βίου καὶ τῆς ὑπερασπίσεως τῆς ὀρθοδοξίας. Ἐπιστρέφοντας στὴ Βασιλεύουσα, ἐγκαταστάθηκε μὲ τὸν Ἰωσὴφ στὸ ναὸ τοῦ Ἁγίου Ἀντίπα, πλησίον τοῦ Ἁγίου Μωκίου. Συνάντησε στὴ φυλακὴ του τὸν ἅγιο Συμεών, τὸν πνευματικὸ του πατέρα ποὺ εἶχε ὑποστεῖ πλῆθος διώξεων γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῶν εἰκόνων. Ἀφοῦ ταλαιπωρήθηκε ἕναν ἀκόμη χρόνο ἀπὸ τὴν ἀσθένεια του, ὁ ὅσιος Γρηγόριος προέβλεψε δώδεκα ἡμέρες πρωτύτερα τὴν ὥρα τῆς εκδημίας του καὶ ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνη τὸ 842, λίγο πρὶν τὴν ὁριστικὴ ἀποκατάσταση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀκέραιο τὸ λείψανό του βρίσκεται ἀπὸ τὸ 1490 στὴ Μονὴ Βιστρίτσα.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Υπό Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος τρίτος. Εκδόσεις ΙΝΔΙΚΤΟΣ.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 20 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Λουκ. ιβ’ 16-21
ΚΕΙΜΕΝΟ
16 Εἶπε δὲ παραβολὴν πρὸς αὐτοὺς λέγων· ἀνθρώπου τινὸς πλουσίου εὐφόρησεν ἡ χώρα· 17 καὶ διελογίζετο ἐν ἑαυτῷ λέγων· τί ποιήσω, ὅτι οὐκ ἔχω ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου; 18 καὶ εἶπε· τοῦτο ποιήσω· καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας καὶ μείζονας οἰκοδομήσω, καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γενήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, 19 καὶ ἐρῶ τῇ ψυχῇ μου· ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθὰ κείμενα εἰς ἔτη πολλά· ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου. 20 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Θεός· ἄφρον, ταύτῃ τῇ νυκτὶ τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπὸ σοῦ· ἃ δὲ ἡτοίμασας τίνι ἔσται; 21 οὕτως ὁ θησαυρίζων ἑαυτῷ, καὶ μὴ εἰς Θεὸν πλουτῶν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
16Kαι συνέχισε με μια παραβολή, λέγοντάς τους: «Kάποιου πλούσιου ανθρώπου τα χωράφια έδωσαν άφθονη σοδειά. 17Σκεφτόταν, λοιπόν, ο άνθρωπος αυτός κι έλεγε από μέσα του: Tι θα κάνω τώρα που δεν έχω πού να αποθηκέψω τα γεννήματά μου; Eίπε λοιπόν: 18Nα, τι θα κάνω. Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα χτίσω μεγαλύτερες, κι εκεί θα συνάξω όλα τα γεννήματά μου και τα αγαθά μου. 19Έπειτα θα πω στην ψυχή μου: Ψυχή, έχεις πολλά αγαθά αποθηκευμένα που αρκούν για χρόνια πολλά. Ξεκουράσου, τρώγε, πίνε, απολάμβανε! 20Aλλ’ο Θεός του είπε: ʼμυαλε! Tούτη τη νύχτα την ψυχή σου απαιτούνε από σένα. Όσα, λοιπόν, ετοίμασες, τίνος θα είναι; 21Tο ίδιο άφρονας είναι όποιος συγκεντρώνει πλούτη για τον εαυτό του και δεν πλουτίζει για το Θεό».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ’.Ταχὺ προκατάλαβε
Λυχνία ὡς δίπυρσος τῶν θεϊκῶν δωρεῶν, ἀκτῖσι τῆς χάριτος φωταγωγοῦσιν ἡμᾶς πατέρες οἱ ἔνθεοι, Πρόκλος τοῦ Βυζαντίου, ὁ σοφὸς ποιμενάρχης, Γρηγόριος ὁ θεόφρων, Δεκαπόλεως γόνος· διὸ μετὰ προθυμίας τούτοις προσέλθωμεν.


