
Η ΚΑΤΑ ΣΑΡΚΑ ΓΕΝΝΗΣΙΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Βλέποντας ὁ φιλάνθρωπος Θεός τό γένος τῶν ἀνθρώπων, πώς τυραννιόταν ἀπό τόν Διάβολο, τό σπλαχνίσθηκε. Καί, ἀφοῦ ἀπέστειλε τόν Ἄγγελό του Γαβριήλ, μέσω αὐτοῦ μήνυσε στήν Θεοτόκο τό “Χαῖρε κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ” καί αὐτή εἶπε τό “‘Ιδού ἡ δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά τό ρῆμα σου”· ἀμέσως συνελήφθη στήν ἄχραντη καί παρθενική μήτρα της ὁ Υἱός καί Λόγος τοῦ Θεοῦ καί Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός. Ὅταν δέ ἦταν κοντά νά τελειώσουν ἐννέα μῆνες ἀπό τήν σύλληψι, τότε βγῆκε διαταγή ἀπό τόν Καίσαρα Αὔγουστο, νά ἀπογραφθῆ ὅλη ἡ οἰκουμένη κάτω ἀπό τήν ἐξουσία του. Καί, γιά νά διενεργήση σὐτή τήν ἀπογραφή, ἀπεστάλη ὁ ἡγεμών Κυρήνιος στά Ἱεροσόλυμα. Τότε λοιπόν ἀνέβηκε καί ὁ Ἰωσήφ ὁ φύλακας τῆς Θεοτόκου μαζί μέ τήν ἴδια τήν Θεοτόκο στήν Βηθλεέμ, γιά νά ἀπογραφοῦν ἐκεῖ. Καί ὅταν ἐπρόκειτο νά γεννήση ἡ Παρθένος, δέν βρῆκε κατοικία γιά νά μείνη, ἐξ αἰτίας τοῦ πλήθους τοῦ λαοῦ πού συγκεντρώθηκε ἐκεῖ, καί πρόλαβε καί κατοίκησε σέ ὅλα τά σπίτια τῆς Βηθλεέμ. Γι’ αὐτό μπῆκε μέσα σέ ἔνα φτωχικό σπήλαιο. Καί ἐκεῖ γέννησε ἁγνά τόν Κύριό μας Ἰησοῦ Χριστό, καί τύλιξε στά σπάργανα ὡς Βρέφος τόν Κτίστη τῶν ἁπάντων. Καί τόν ἔβαλε ἐπάνω στήν φάτνη τῶν ἀλόγων ζώων. Διότι ἐπρόκειτο νά μᾶς ἐλευθερώση ἀπό τήν ἀλογία.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος Β΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α’» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ
Ματθ.β’ 1-12
ΚΕΙΜΕΝΟ
1 ΤΟΥ δὲ Ἰησοῦ γεννηθέντος ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας ἐν ἡμέραις Ἡρῴδου τοῦ βασιλέως, ἰδοὺ μάγοι ἀπὸ ἀνατολῶν παρεγένοντο εἰς Ἱεροσόλυμα 2 λέγοντες· ποῦ ἐστιν ὁ τεχθεὶς βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων; εἴδομεν γὰρ αὐτοῦ τὸν ἀστέρα ἐν τῇ ἀνατολῇ καὶ ἤλθομεν προσκυνῆσαι αὐτῷ. 3 Ἀκούσας δὲ Ἡρῴδης ὁ βασιλεὺς ἐταράχθη καὶ πᾶσα Ἱεροσόλυμα μετ’ αὐτοῦ, 4 καὶ συναγαγὼν πάντας τοὺς ἀρχιερεῖς καὶ γραμματεῖς τοῦ λαοῦ ἐπυνθάνετο παρ’ αὐτῶν ποῦ ὁ Χριστὸς γεννᾶται. 5 οἱ δὲ εἶπον αὐτῷ· ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας· οὕτω γὰρ γέγραπται διὰ τοῦ προφήτου· 6 Καὶ σὺ Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα· ἐκ σοῦ γὰρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τὸν λαόν μου τὸν Ἰσραήλ. 7 Τότε Ἡρῴδης λάθρα καλέσας τοὺς μάγους ἠκρίβωσε παρ’ αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος, 8 καὶ πέμψας αὐτοὺς εἰς Βηθλεὲμ εἶπε· πορευθέντες ἀκριβῶς ἐξετάσατε περὶ τοῦ παιδίου, ἐπὰν δὲ εὕρητε, ἀπαγγείλατέ μοι, ὅπως κἀγὼ ἐλθὼν προσκυνήσω αὐτῷ. 9 οἱ δὲ ἀκούσαντες τοῦ βασιλέως ἐπορεύθησαν· καὶ ἰδοὺ ὁ ἀστὴρ ὃν εἶδον ἐν τῇ ἀνατολῇ προῆγεν αὐτούς, ἕως ἐλθὼν ἔστη ἐπάνω οὗ ἦν τὸ παιδίον· 10 ἰδόντες δὲ τὸν ἀστέρα ἐχάρησαν χαρὰν μεγάλην σφόδρα, 11 καὶ ἐλθόντες εἰς τὴν οἰκίαν εἶδον τὸ παιδίον μετὰ Μαρίας τῆς μητρὸς αὐτοῦ, καὶ πεσόντες προσεκύνησαν αὐτῷ, καὶ ἀνοίξαντες τοὺς θησαυροὺς αὐτῶν προσήνεγκαν αὐτῷ δῶρα, χρυσὸν καὶ λίβανον καὶ σμύρναν· 12 καὶ χρηματισθέντες κατ’ ὄναρ μὴ ἀνακάμψαι πρὸς Ἡρῴδην, δι’ ἄλλης ὁδοῦ ἀνεχώρησαν εἰς τὴν χώραν αὐτῶν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1Aφού λοιπόν γεννήθηκε ο Iησούς Xριστός στη Bηθλεέμ της Iουδαίας, στις μέρες του βασιλιά Hρώδη, κατέφτασαν στα Iεροσόλυμα σοφοί από την Aνατολή, 2ρωτώντας: «Πού είναι ο νεογέννητος βασιλιάς των Iουδαίων; Γιατί είδαμε το άστρο του στην Aνατολή και ήρθαμε να τον προσκυνήσουμε». 3Aλλ’ ο βασιλιάς Hρώδης ταράχτηκε, όταν το άκουσε αυτό, και μαζί του όλη η πόλη των Iεροσολύμων! 4Έτσι, συγκέντρωσε όλους τους αρχιερείς και τους δασκάλους του λαού και ρωτούσε να μάθει απ’ αυτούς πού είναι καθορισμένο να γεννηθεί ο Xριστός. 5Kι εκείνοι του είπαν: «Στη Bηθλεέμ της Iουδαίας, γιατί έτσι έχει γραφτεί από τον προφήτη: 6Kι εσύ Bηθλεέμ, περιοχή του Iούδα, δεν είσαι καθόλου ασήμαντη ανάμεσα στις επιφανέστερες πόλεις του Iούδα, γιατί από σένα θα βγει αρχηγός, που θα καθοδηγήσει το λαό μου, τον Iσραήλ». 7Tότε ο Hρώδης, αφού κάλεσε κρυφά τους σοφούς, εξακρίβωσε απ’ αυτούς τον καιρό που είχε φανεί το άστρο. 8Kατόπιν τους έστειλε στη Bηθλεέμ λέγοντάς τους: «Πηγαίνετε και ψάξτε προσεκτικά για το παιδί κι όταν το βρείτε να μου το πείτε, για να έρθω κι εγώ να το προσκυνήσω». 9Eκείνοι, αφού άκουσαν το βασιλιά, αναχώρησαν. Kαι φάνηκε πάλι το αστέρι που είδαν στην Aνατολή, το οποίο προχωρούσε μπροστά τους καθοδηγώντας τους, μέχρι που ήρθε και στάθηκε πάνω εκεί που ήταν το παιδί. 10Kαι σαν είδαν το αστέρι, ένιωσαν χαρά πάρα πολύ μεγάλη. 11Kι όταν έφτασαν στο σπίτι, είδαν το παιδί μαζί με τη Mαρία, τη μητέρα του, κι έπεσαν και το προσκύνησαν. Kατόπιν άνοιξαν τους θησαυρούς τους και του πρόσφεραν δώρα: χρυσό και λιβάνι και σμύρνα. 12Kι επειδή με θεία αποκάλυψη φωτίστηκαν στ’ όνειρό τους να μην επιστρέψουν στον Hρώδη, αναχώρησαν για τη χώρα τους από άλλο δρόμο.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Ἡ γέννησίς σου Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ἀνέτειλε τῷ κόσμῳ, τὸ φῶς τὸ τῆς γνώσεως· ἐν αὐτῇ γὰρ οἱ τοῖς ἄστροις λατρεύοντες, ὑπὸ ἀστέρος ἐδιδάσκοντο, σὲ προσκυνεῖν, τὸν Ἥλιον τῆς δικαιοσύνης, καὶ σὲ γινώσκειν ἐξ ὕψους ἀνατολήν, Κύριε δόξα σοι.


