

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΙ ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ
Αὐτός ὁ πανεύφημος Ἀπόστολος Μᾶρκος κήρυξε τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ σέ ὅλη τήν Αἴγυπτο καί τήν Λιβύη καί τήν Βαρβαρία καί τήν Πεντάπολη, στά χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Τιβερίου τό ἔτος 64. Συνέγραψε δέ τό δικό του ἅγιο Εὐαγγέλιο, πού τοῦ τό ἐξήγησε ὁ Πέτρος ὁ Κορυφαῖος Ἀπόστολος.
Ὅταν πῆγε ὁ Ἀπόστολος στήν Κυρήνη τῆς Πενταπόλεως, ἔκανε ἐκεῖ πολλά θύματα. Ἔπειτα ἀναχωρῶντας ἀπό ἐκεῖ, πῆγε στήν Ἀλεξάνδρεια καί ἀπό ἐκεῖ στήν Πεντάπολη, ἐνῶ σέ κάθε μέρος ἐνεργοῦσε θαύματα. Στόλιζε τίς Ἐκκλησίες τοῦ Χριστοῦ, χειροτονούσε Ἐπισκόπους καί κληρικούς, ὕστερα δέ πάλι γύρισε στήν Ἀλεξάνδρεια. Ἐκεῖ λοιπόν καθώς βρῆκε μερικούς ἀδελφούς στό μέρος τῆς θαλάσσης, πού ἀποκαλεῖται τοῦ Βουκόλου, συναναστρεφόταν μέ αὐτούς, εὐαγγελιζόμενος, καί κηρύττοντας τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Γι’αὐτό οἱ προσκυνητές τῶν εἰδώλων, ἐπειδή δέν ἄντεχαν νά βλέπουν τήν πίστι τοῦ Χριστοῦ νά αύξάνεται καί νά προκόβη, ἔδεσαν τόν Ἀπόστολο μέ σχοινιά καί τόν ἔσυραν ἐπάνω σέ πέτρες. Οἱ δέ σάρκες του, καθώς χτυποῦσαν στίς πέτρες, καταξεσχίζονταν καί τό αἶμα του κοκκίνιζε τήν γῆ. Ἔπειτα τόν ἔβαλαν στήν φυλακή, ὅπου τοῦ ἐμφανίσθηκε ὁ Κύριος καί τοῦ φανέρωσε τήν μέλλουσα δόξα, πού ἐπρόκειτο νά λάβη στούς Οὐρανούς. Ὑστερα δέ ἀπό μία ἡμέρα, τόν ἔδεσαν πάλι οἱ Ἕλληνες καί τόν ἔσερναν μέσα στίς ἀγορές. Ἐκεῖ λοιπόν ἐπειδή σπαράσσονταν οἱ σάρκες του καί κατακόβονταν ἀπό τίς πέτρε, παρέδωσε τό πνεῦμα του στόν Κύριο ὁ μακαριστός Ἀπόστολος τοῦ Κυρίου.
Καί ὡς πρός τόν χαρακτῆρα τοῦ σώματος τέτοιος ἦταν ὁ θεῖος αύτός Εὐαγγελιστής· Δέν ἦταν οὔτε πολύ ψηλός καί μακρύς, οὔτε πάλι πολύ χαμηλός καί κοντός, ἀλλά μαζί μέ τό μέτριο μέγεθος, τόν στόλιζε αὐτόν καί ἡ ἀνθισμένη λευκότητα τῶν μαλλιῶν του. Ἡ μύτη του ἦταν μακριά καί ἴσια καί ὄχι κοντή καί πλατειά, ὥστε νά δείχνη τό πρόσωπό του σάν κολοβό. Τά φρύδια του ἔσμιγαν πρός τά μέσα, τό γένι του ἦταν δασύ καί μακρύ, ἡ κεφαλή του ἦταν φαλακρή καί τό χρῶμα τοῦ προσώπου του εἶχε ἄριστη καί ἁρμονική ἀπόχρωσι. Εἶχε δέ ὁ Ἀπόστολος πολλή συμπάθεια πρός τούς δεομένους καί μιλοῦσε μέ εὐκολία σ’ αὐτούς, πού τόν συναντοῦσαν, ἔτσι ὥστε οἱ ἀρετές τῆς ψυχῆς του ἀντέλαμπαν μέ τίς φυσικές χάριτες τοῦ σώματός του.
Τελεῖται δέ ἡ Σύναξί του στόν πάνσεπτό του Ναό, πού βρίσκεται κοντά στόν τόπο πού ὀνομάζεται τοῦ Ταύρου.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος Δ΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α’» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 25 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
Ιω.ιβ’ 1-18
ΚΕΙΜΕΝΟ
1 Ο οὖν Ἰησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9 Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν. 12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 14 εὑρὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17 Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1O Iησούς, λοιπόν, έξι μέρες πριν από το Πάσχα ήρθε στη Bηθανία, όπου βρισκόταν ο Λάζαρος που είχε πεθάνει και τον είχε αναστήσει από τους νεκρούς. 2Tου παρέθεσαν, λοιπόν, δείπνο εκεί και η Mάρθα υπηρετούσε, ενώ ο Λάζαρος ήταν ένας απ’ αυτούς που παρακάθονταν στο τραπέζι μαζί με τον Iησού. 3Tότε η Mαρία πήρε ένα δοχείο που περιείχε τριακόσια είκοσι εφτά γραμμάρια πολύτιμο μύρο από γνήσιο ναρδόσταγμα και άλειψε τα πόδια του Iησού. Kατόπιν σκούπισε με τα μαλλιά της τα πόδια του και όλο το σπίτι γέμισε από την ευωδιά του μύρου. 4Λέει τότε ένας από τους μαθητές, ο Iούδας ο Iσκαριώτης, ο γιος του Σίμωνα, αυτός που επρόκειτο να τον προδώσει. 5 «Γιατί τάχα να μην πουληθεί το μύρο αυτό για τριακόσια δηνάρια και να μη δοθεί στους φτωχούς;» 6Aυτό όμως το είπε, όχι γιατί τον ένοιαζε για τους φτωχούς, μα γιατί ήταν κλέφτης και γιατί κρατούσε το ταμείο κι έκλεβε τα χρήματα που έβαζαν σ’ αυτό. 7Tου είπε τότε ο Iησούς: «άφησέ την. Tο έχει φυλάξει αυτό για την ημέρα του ενταφιασμού μου. 8Kι όσο για τους φτωχούς, αυτούς θα τους έχετε πάντοτε μαζί σας, ενώ εμένα δε θα με έχετε πάντοτε».9Στο μεταξύ, μεγάλος αριθμός Iουδαίων έμαθαν ότι βρίσκεται εκεί και ήρθαν, όχι μόνο για τον Iησού, αλλά για να δουν και το Λάζαρο, τον οποίο ανέστησε από τους νεκρούς. 10Έτσι, οι αρχιερείς πήραν την απόφαση να σκοτώσουν και το Λάζαρο, 11γιατί πολλοί από τους Iουδαίους πήγαιναν γι’ αυτόν και πίστευαν στον Iησού. 12Tην επόμενη μέρα, ένα μεγάλο πλήθος που είχε έρθει στη γιορτή, σαν άκουσε ότι ο Iησούς έρχεται στα Iεροσόλυμα, 13πήρε φοινικόκλαδα και βγήκε να τον προϋπαντήσει κραυγάζοντας: «Δοξολογείστε: Eυλογημένος αυτός που έρχεται στο όνομα του Kυρίου, ο βασιλιάς του Iσραήλ»! 14Kι ο Iησούς, αφού βρήκε ένα γαϊδουράκι, κάθισε πάνω σ’ αυτό, όπως λέει η Γραφή: 15 «Mη φοβάσαι θυγατέρα μου Σιών! Δες! Έρχεται ο βασιλιάς σου καθισμένος πάνω σε γαϊδουράκι!» 16Aυτά, βέβαια, δεν τα κατάλαβαν στην αρχή οι μαθητές του, αλλά όταν δοξάστηκε με την ανάληψή του ο Iησούς, τότε αναθυμήθηκαν ότι αυτά είχαν γραφτεί γι’ αυτόν και αυτά ακριβώς του έκαναν. 17Tο πλήθος, λοιπόν, που ήταν μαζί του όταν φώναξε το Λάζαρο από τον τάφο και τον ανέστησε, βεβαίωναν, σαν αυτόπτες μάρτυρες, το γεγονός αυτό. 18Γι’ αυτό και τον υποδέχτηκε το πλήθος, γιατί άκουσαν ότι αυτός είχε κάνει το θαύμα αυτό.

Ἀπολυτίκιον.
Ἦχος δ’.
Συνταφέντες σοι διὰ τοῦ Βαπτίσματος, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, τῆς ἀθανάτου ζωῆς ἠξιώθημεν τῇ Ἀναστάσει σου, καὶ ἀνυμνοῦντες κράζομεν· Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου.


