ΚΥΙΑΚΗ Γ΄΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ 21-6-26
Κατηγορία:ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

2026 21 Ιουν. Όταν το φως είναι σκοτάδι, Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ (Μτθ. 6,22-33)- π.Νικηφόρος Κοντογιάννης

ΚΥΡΙΑΚΗ
“Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ “


Θέμα 
Λειτουργικού Κηρύγματος: “Όταν το φως είναι σκοτάδι”

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ “Γ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ”
Ματθ. 6,22-33

ΚΕΙΜΕΝΟ

 22 Ὁ λύχνος τοῦ σώματός ἐστιν ὁ ὀφθαλμός· ἐὰν οὖν ὁ ὀφθαλμός σου ἁπλοῦς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου φωτεινόν ἔσται· 23 ἐὰν δὲ ὁ ὀφθαλμός σου πονηρὸς ᾖ, ὅλον τὸ σῶμά σου σκοτεινὸν ἔσται. εἰ οὖν τὸ φῶς τὸ ἐν σοὶ σκότος ἐστί, τὸ σκότος πόσον; 24 Οὐδεὶς δύναται δυσὶ κυρίοις δουλεύειν· ἢ γὰρ τὸν ἕνα μισήσει καὶ τὸν ἕτερον ἀγαπήσει, ἢ ἑνὸς ἀνθέξεται καὶ τοῦ ἑτέρου καταφρονήσει. οὐ δύνασθε Θεῷ δουλεύειν καὶ μαμωνᾷ. 25 Διὰ τοῦτο λέγω ὑμῖν, μὴ μεριμνᾶτε τῇ ψυχῇ ὑμῶν τί φάγητε καὶ τί πίητε, μηδὲ τῷ σώματι ὑμῶν τί ἐνδύσησθε· οὐχὶ ἡ ψυχὴ πλεῖόν ἐστι τῆς τροφῆς καὶ τὸ σῶμα τοῦ ἐνδύματος; 26 ἐμβλέψατε εἰς τὰ πετεινὰ τοῦ οὐρανοῦ, ὅτι οὐ σπείρουσιν οὐδὲ θερίζουσιν οὐδὲ συνάγουσιν εἰς ἀποθήκας καὶ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος τρέφει αὐτά· οὐχ ὑμεῖς μᾶλλον διαφέρετε αὐτῶν; 27 τίς δὲ ἐξ ὑμῶν μεριμνῶν δύναται προσθεῖναι ἐπὶ τὴν ἡλικίαν αὐτοῦ πῆχυν ἕνα; 28 καὶ περὶ ἐνδύματος τί μεριμνᾶτε; καταμάθετε τὰ κρῖνα τοῦ ἀγροῦ πῶς αὐξάνει· οὐ κοπιᾷ οὐδὲ νήθει· 29 λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι οὐδὲ Σολομὼν ἐν πάσῃ τῇ δόξῃ αὐτοῦ περιεβάλετο ὡς ἓν τούτων. 30 Εἰ δὲ τὸν χόρτον τοῦ ἀγροῦ, σήμερον ὄντα καὶ αὔριον εἰς κλίβανον βαλλόμενον, ὁ Θεὸς οὕτως ἀμφιέννυσιν, οὐ πολλῷ μᾶλλον ὑμᾶς, ὀλιγόπιστοι; 31 μὴ οὖν μεριμνήσητε λέγοντες, τί φάγωμεν ἢ τί πίωμεν ἢ τί περιβαλώμεθα; 32 πάντα γὰρ ταῦτα τὰ ἔθνη ἐπιζητεῖ· οἶδε γὰρ ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος ὅτι χρῄζετε τούτων ἁπάντων. 33 ζητεῖτε δὲ πρῶτον τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν δικαιοσύνην αὐτοῦ, καὶ ταῦτα πάντα προστεθήσεται ὑμῖν.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

 22 «Tο λυχνάρι του σώματος είναι το μάτι. Συνεπώς, αν το μάτι σου είναι απονήρευτο, ολόκληρο το σώμα σου θα είναι φωτεινό. 23Aν όμως το μάτι σου είναι πονηρό, τότε όλο το σώμα σου θα είναι σκοτεινό. Aν, λοιπόν, το φως που υπάρχει μέσα σου είναι σκοτάδι, πόσο χειρότερο θα είναι το σκοτάδι;»24 «Kανένας δεν μπορεί να υπηρετεί δύο κυρίους, γιατί ή θα μισήσει τον ένα και θ’ αγαπήσει τον άλλο ή θα προσηλωθεί στον ένα και θα καταφρονήσει τον άλλο. Δεν μπορείτε να υπηρετείτε και το Θεό και το Mαμωνά».   25 «Γι’ αυτό σας λέω, μην ανησυχείτε για τη ζωή σας, τι θα φάτε και τι θα πιείτε, ούτε για το σώμα σας, τι θα ντυθείτε. Δεν είναι μήπως η ζωή πολυτιμότερη από την τροφή και το σώμα από τα ρούχα; 26Παρατηρήστε τα πουλιά τ’ ουρανού που δε σπέρνουν, ούτε θερίζουν, ούτε συνάζουν σε αποθήκες, όμως ο Πατέρας σας ο ουράνιος τα τρέφει. Eσείς δε διαφέρετε πολύ περισσότερο απ’ αυτά; 27Aλλά και ποιος από σας μπορεί, με το να ανησυχεί, να προσθέσει έστω και λίγα εκατοστά στη διάρκεια της ζωής του; 28Kαι για ρούχα τι ανησυχείτε; Παρατηρήστε προσεκτικά τα κρίνα στην εξοχή και μάθετε πώς μεγαλώνουν. Oύτε κοπιάζουν ούτε γνέθουν. 29Kι όμως, σας λέω, ούτε ο Σολομών με όλη του τη δόξα, δεν ντυνόταν σαν ένα απ’ αυτά. 30Kι αν της εξοχής το χορτάρι, που σήμερα υπάρχει κι αύριο πετιέται στο φούρνο, ο Θεός το ντύνει έτσι, δε θα ντύσει πολύ περισσότερο εσάς, ολιγόπιστοι; 31Mην ανησυχείτε, λοιπόν, λέγοντας τι θα φάμε ή τι θα πιούμε ή τι θα ντυθούμε – 32άλλωστε όλα αυτά τα επιδιώκουν οι ειδωλολάτρες – επειδή ξέρει ο Πατέρας σας ο ουράνιος ότι όλα αυτά τα χρειάζεστε. 33Aντίθετα, να ζητάτε πρώτα τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη του, κι όλα αυτά θα σας προστεθούν.

Κυριακή, 21 Ιουνίου 2026

ΚΥΡΙΑΚΗ Γ΄ ΜΑΤΑΘΑΙΟΥ , Ματθ.6, 22-33

Όταν το φως είναι σκοτάδι.

Και τώρα να αναφέρουμε, να αναφερθούμε λίγο στο Ιερό Ευαγγέλιο, το παράπονο του Ιησού Χριστού. «Βρε παιδί μου, λέει, σ’ έδωσα μάτια, φωτεινά μάτια, να φωτίζουν και την ψυχή σου. Πώς τα έκανες αυτά να είναι τόσο σκοτεινά; Και για φαντάσου, λέει, εάν τα μάτια σου είναι σκοτεινά και βλέπει, όπως βλέπει όλος ο κόσμος που σκανδαλίζεται, βλέπει με τα σκοτεινά του μάτια, τότε πόσο πιο σκοτεινή είναι η ψυχή σου μέσα; Γιατί αν το φως είναι σκότος, τότε το σκοτάδι που είναι μέσα σου, πόσο πιο μεγάλο σκοτάδι είναι;»

Και το λέει αυτό. Και δε λέει “σκοτεινά μάτια“, σου λέει “πονηρό μάτι“. Είναι χειρότερο από το σκοτεινό. Το πονηρό μάτι είναι βαρύτερο, επιεικές, αλλά βαρύτερο. Γιατί; Τι θα πει πονηρός; Αυτός που αίρει, σηκώνει τον πόνο. Πον-ηρός. Αίρω τον πόνο. Ποιον πόνο; Της αμαρτίας. Ποιας αμαρτίας; Το βάρος της καταδίκης των Πρωτοπλάστων που το κουβαλάω, το σηκώνω. Θέλω δε θέλω θα σηκώσω το βάρος που λέγεται ασθένεια, που λέγεται θάνατος.

Και λέει ο Χριστός:

– Έλα βρε παιδί μου σε μένα να σε αναπαύσω, έλα να σε ξεκουράσω.

– Όχι.

Αλλά υπάρχει και ένα άλλο σκοτάδι, πιο επικίνδυνο της αμαρτίας. Την αμαρτία την ξέρω, την πράττω, θέλω ή δε θέλω, μετανοώ ή δε μετανοώ. Υπάρχει ένα άλλο σκοτάδι πιο κακό και πιο άσχημο, μεγάλη παγίδα. Ποιο; Το να νομίζω ότι είμαι φως και να ‘μαι σκοτάδι. Να νομίζω ότι είμαι όρθιος και να ‘μαι πεσμένος. Να νομίζω ότι είμαι υγιής και να είμαι άρρωστος. Το χειρότερο πράγμα από όλα είναι αυτό. Γιατί αν νομίζω ότι είμαι υγιής, δεν πάω στον γιατρό.

– Τι έχω; Δεν έχω τίποτα. Δεν πάω στον πνευματικό, αφού είμαι καλός άνθρωπος. Βλέπω, πάω Εκκλησία, καλός είμαι. Πάω στις εκδηλώσεις, τις διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις, καλός είμαι. Έχω το επάγγελμά μου, καλός είμαι. Έχω την οικογένειά μου, καλός είμαι. Τι τα θέλω όλα τα άλλα; Κουβεντιάζω και μιλάω, κουβεντιάζω και μιλάω με ανθρώπους καλούς. Ακούω κηρύγματα, καλός είμαι.

Πλάνη, μεγάλη πλάνη, η χειρότερη πλάνη είναι αυτή. Να αισθάνεσαι ότι είσαι καλός, επειδή μιλάς με καλούς ανθρώπους, επειδή κάνεις καλές δραστηριότητες, επειδή όλα αυτά τα κοινωνικά και τα πνευματικά, τα εκκλησιαστικά.

Αλλά λες:

– Τι τον θέλω τον Θεό; Έχω ανθρώπους κοντά μου, με καθοδηγούν, με προστατεύουν.

Κακομοίρηδες άνθρωποι! Πόσο τυφλοί είμαστε! Πόσο ταλαιπωρούμε τον εαυτό μας και σηκώνουμε μόνοι μας το βάρος του εαυτού μας.

Ξέρετε, ένας μοναχός στο Άγιον Όρος, πήγαιναν οι άνθρωποι να εξομολογηθούν και έλεγαν:

– Έχω βάρος παπά μου, έχω βάρος.

– Έλα εδώ να στο πάρω εγώ το βάρος. Έλα εδώ να σου πάρω εγώ το βάρος, να σου πάρω εγώ το βάρος.

Και όταν γέρασε, είχε ένα μπαστούνι, καμπούριασε και βογκούσε όταν περπατούσε και έλεγε:

– Εμ, βέβαια! Ήθελα εγώ να πάρω το βάρος των ανθρώπων, δεν το έδινα στον Θεό, σήκω τώρα το βάρος όλων των ανθρώπων.

Ναι αγαπητοί μου, τα βάρη της ζωής μας, πρέπει να τα σηκώνει ο Θεός και όχι οι άνθρωποι, όχι οι ψυχολόγοι, όχι οι καλοί άνθρωποι. Όλοι αυτοί πρέπει να οδηγούν στον Θεό, στο να εναποθέσω στον Θεό το βάρος της ζωής μου και να μην πιστεύω ότι είμαι καλός, να μην πιστεύω ότι είμαι καλός.

Τι είναι εκείνο που έκανε τον άσωτο Υιό, να επιστρέψει στον πατέρα; Γιατί έχουμε ευθύνη εμείς και σαν γονείς και όλοι μας. Θυμήθηκε ότι στο σπίτι του πατέρα του περνάνε καλά οι δούλοι. Τι είχε; Μνήμη καλή. Έκτισε ο πατέρας του στη ζωή των παιδιών του μια καλή μνήμη, ώστε έφυγε, ασώτευσε και γύρισε πίσω. Κτίζουμε εμείς καλές μνήμες τα παιδιά μας, ώστε όταν θα φύγουν, αν αποστατήσουν, να θυμηθούν και να πούνε:

– Ο πατέρας μου, η μάνα μου, έτσι έκανε.

Και να επιστρέψουν πίσω. Όχι. Κτίζουμε γνώσεις, κτίζουμε αθλητισμό, κτίζουμε μπαλέτα, κτίζουμε χορωδίες, κτίζουμε το ένα, κτίζουμε το άλλο. Μνήμες για να επιστρέψουν τα παιδιά μας, ουδεμία. Ουδεμία. Τα μαλώνουμε, που δεν πρέπει να τα μαλώνουμε, να μάθουμε να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά πλέον. Αν είμαστε τόσο ανόητοι και δεν μπορούμε να κουβεντιάσουμε με τα παιδιά μας, τι κάνουμε; Τι κάνουμε; Μόνο να τσακωνόμαστε, ξέρουμε, ο άντρας με τη γυναίκα, η γυναίκα με τον άντρα: «Εγώ έχω δίκιο, εσύ δεν έχεις δίκιο». Και τα παιδιά μας; Πού; Στις αλάνες, δε βαριέσαι.

Αγαπητοί μου, ας μην έχουμε την ψευδαίσθηση ότι είμαστε καλοί. Να φωνάζουμε και να λέμε. Γι’ αυτό είπα σήμερα έπρεπε να γιορτάζουν οι Αγιορείτες Πατέρες, γιατί αυτοί κατεξοχήν δουλεύουν με το εσωτερικό τους. Και φώναζε ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Κύριε, Εσύ φώτισε τα σκοτάδια της ψυχής μου». Οι Αγιορείτες πρέπει, αυτό κάνουνε, «Φώτισε το σκοτάδι μου να δω την ψυχή μου».

Και εμείς αυτό πρέπει να κάνουμε. «Κύριε, φώτισέ με να βλέπω, να βλέπω την ψυχή μου».

Εμείς βλέπουμε όλους τους άλλους. Έτσι ντύνεται αυτή, έτσι κάνει αυτός, έτσι ο ένας, έτσι ο άλλος, έτσι τούτο, έτσι εκείνο. Εγώ, τίποτα; Ε, μα αφού έχω σκοτάδια, τι να δω μέσα μου; Αφού έχω σκοτάδια, μπορώ να δω; Αφού το φως, που μ’ έδωσε ο καλός Θεός, το ‘χω καταπατήσει, το ‘χω καταστρέψει, τι να δω;

Γι’ αυτό, αγαπητοί μου, ας προσέχουμε στη ζωή μας. Ας λέμε

– Κύριε, φώτισε τον δρόμο μου.

Τότε θα καταλάβουμε ότι όντως κάτι φώτισε στην ψυχή μας. Εάν πάμε στο εικονοστάσι μας και χτυπάμε το στήθος μας, σαν τον τελώνη και όχι σαν το φαρισαίο, και λέμε

– Κύριε, ελέησέ με τον αμαρτωλό.

Τίποτα άλλο.

– Ελέησέ με τον αμαρτωλό.

Όχι «Ελέησέ με τον αμαρτωλό, αλλά ο άντρας μου φταίει».

Όχι «Ελέησέ με τον αμαρτωλό γιατί θυμώνω, γιατί η γειτόνισσα με προκαλεί».

Όχι έτσι, όχι έτσι.

Όχι «Ελέησέ με τον αμαρτωλό, γιατί…»

Ή «Εγώ καλός είμαι, έχω καλά παιδιά. Πάντρεψα την κόρη μου, πάντρεψα τον γιο μου, τα σπούδασα, εγώ καλός είμαι».

Πόσα τέτοια έρχονται και λένε στην εξομολόγηση.

– Έχεις τίποτα άλλο να πεις;

– Όχι. Καλά είναι και τα παιδιά μου. Καλά η νύφη.

– Άστα εκείνα. Η ψυχή σου είναι καλά; Τα έξω τα βλέπεις. Τα μέσα;

Αγαπητοί μου, ας ανοίξουμε το μάτι της ψυχής. Ας το παραδώσουμε στα χέρια του Θεού και να πούμε:

– Θεέ μου, αυτή τη λάμπα που μου έδωσες, άναψέ την.

Και θα περάσει ο Κύριος. Τι λέει; «Ο απτόμενος των ορέων και καπνίζονται» (Ψαλμ.103,32). Θα περάσει ο Κύριος και θα αγγίξει την ψυχή μας και θα ανάψει το φως και τότε θα δούμε τον εαυτό μας και θα πούμε:

– Τι λέω ο ταλαίπωρος, φτωχός και αμαρτωλός; Θεέ μου, μόνον Εσύ μπορείς να με σώσεις.

  • Απομαγνητοφώνηση: Θεόδωρος Σύρ. & Χρυσούλα Χαρ.
  • Περίληψη, νοηματική προσαρμογή και προσθήκη παραπομπών από τον ομιλούντα.
  • Δείτε ολόκληρο το κείμενο ΕΔΩ:

 

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η ομιλία (Κυριακή 21 Ιουνίου 2026, Γ΄ Ματθαίου) επικεντρώνεται στην πνευματική τύφλωση και την ψευδαίσθηση της αυτοδικαίωσης.

Τα κύρια σημεία της ομιλίας είναι:

  • Το «πονηρό μάτι» και η πνευματική κατάπτωση: Με αφορμή το Ευαγγέλιο, τονίζει ότι το χειρότερο σκοτάδι δεν είναι η ίδια η αμαρτία, αλλά η κατάσταση όπου ο άνθρωπος νομίζει πως είναι «φως» ενώ βρίσκεται στο σκοτάδι, θεωρώντας τον εαυτό του «καλό» επειδή τηρεί κοινωνικά πρότυπα ή περιβάλλεται από καλούς ανθρώπους.
  • Η αυταπάτη της αυτοδικαίωσης: Προειδοποιεί κατά της πλάνης να πιστεύει κανείς πως δεν χρειάζεται τον Θεό ή τον πνευματικό, επειδή είναι τακτοποιημένος επαγγελματικά και οικογενειακά. Τονίζει πως τα βάρη της ζωής πρέπει να εναποτίθενται στον Θεό και όχι στους ανθρώπους, τους ψυχολόγους ή τις δικές μας δυνάμεις.
  • Η έλλειψη πνευματικών αναμνήσεων: Σχολιάζει ότι οι γονείς σήμερα επενδύουν σε γνώσεις και δραστηριότητες για τα παιδιά τους, αλλά αποτυγχάνουν να τους κτίσουν «καλές μνήμες» που θα τους καθοδηγήσουν πίσω στην Εκκλησία αν απομακρυνθούν.

Η ανάγκη για εσωτερική αυτογνωσία: Προτρέπει τους πιστούς να μη σπαταλούν τον χρόνο τους κρίνοντας τους άλλους, αλλά να στρέψουν το βλέμμα στο εσωτερικό τους, ζητώντας από τον Θεό να φωτίσει τα σκοτάδια της ψυχής τους με ταπείνωση, αναγνωρίζοντας την αμαρτωλότητά τους χωρίς δικαιολογίες.

  • Απομαγνητοφώνηση, διόρθωση κειμένων: Θεόδωρος Σύρ. & Χρυσούλα Χαρ.
  • Περίληψη, νοηματική προσαρμογή και προσθήκη παραπομπών από τον ομιλούντα.

0