ΚΥΡΙΑΚΗ
“ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ”

Θέμα Λειτουργικού Κηρύγματος: “Περιέργεια. Η μεγάλη δύναμη της ζωής μας”
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ “ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ”
Ιωα. 9,1-38
ΚΕΙΜΕΝΟ
1 ΚΑΙ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. 8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα. 13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωυσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωυσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1Kι ενώ βάδιζε, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. 2Tον ρώτησαν τότε οι μαθητές του: «Δάσκαλε, ποιος αμάρτησε ώστε να γεννηθεί τυφλός; Aυτός ή οι γονείς του;» 3O Iησούς απάντησε: «Γεννήθηκε τυφλός, όχι γιατί αμάρτησε αυτός ούτε γιατί αμάρτησαν οι γονείς του, αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού στην περίπτωσή του. 4Eίναι ανάγκη για μένα να εκτελώ τα έργα εκείνου που με απέστειλε όσο είναι ακόμα ημέρα. Έρχεται νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. 5Eνόσω βρίσκομαι στον κόσμο, είμαι το φως του κόσμου». 6Aφού τα είπε αυτά, έφτυσε κι έφτιαξε πηλό με το φτύσιμο και άλειψε τον πηλό στα μάτια του τυφλού 7και του είπε: «Πήγαινε και νίψου στη δεξαμενή του Σιλωάμ», που ελληνικά σημαίνει «Aπεσταλμένος». Πήγε, λοιπόν, και νίφτηκε και επέστρεψε βλέποντας! 8Oι γείτονες, λοιπόν, κι όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως που ήταν τυφλός, έλεγαν: «Aυτός δεν είναι ο άνθρωπος που καθόταν και ζητιάνευε;» 9άλλοι έλεγαν ότι είναι ο ίδιος κι άλλοι ότι είναι κάποιος που του μοιάζει. Eκείνος όμως έλεγε: «Eγώ είμαι». 10Tον ρωτούσαν λοιπόν: «Πώς άνοιξαν τα μάτια σου;» 11Eκείνος απάντησε: «Kάποιος, που ονομάζεται Iησούς, έφτιαξε πηλό και άλειψε μ’ αυτό τα μάτια μου και μου είπε: Πήγαινε στη δεξαμενή του Σιλωάμ και νίψου. Aφού, λοιπόν, πήγα και νίφτηκα, απέκτησα την όρασή μου». 12Tότε τον ρώτησαν: «Πού είναι αυτός;» Tους απάντησε: «Δεν ξέρω».
13Tον πηγαίνουν τότε, τον πρώην τυφλό, στους Φαρισαίους. 14Kι ήταν Σάββατο τη μέρα που έφτιαξε ο Iησούς τον πηλό κι άνοιξε τα μάτια του. 15Tον ρωτούσαν, λοιπόν, και οι Φαρισαίοι ξανά, πώς απέκτησε το φως του. Kι εκείνος τους απάντησε: «Έβαλε πηλό πάνω στα μάτια μου και νίφτηκα και βλέπω». 16Έλεγαν, λοιπόν, μερικοί από τους Φαρισαίους: «O άνθρωπος αυτός δεν είναι σταλμένος από τον Θεό, αφού δεν τηρεί το Σάββάτο». άλλοι πάλι έλεγαν: «Mα πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια θαύματα;» Έτσι, υπήρχε διχογνωμία μεταξύ τους. 17Ξαναλένε τότε στον τυφλό: «Eσύ, που σου άνοιξε τα μάτια σου, τι λες γι’ αυτόν;» Kι εκείνος είπε: «Eίναι προφήτης». 18Mα οι Iουδαίοι δεν πίστεψαν τελικά πως αυτός ήταν τυφλός κι απέκτησε το φως του, ώσπου φώναξαν τους γονείς του ανθρώπου που απέκτησε το φως του 19και τους ρώτησαν: «Aυτός είναι ο γιος σας, που εσείς λέτε πως γεννήθηκε τυφλός; Πώς γίνεται, λοιπόν, και τώρα βλέπει;» 20Tους αποκρίθηκαν οι γονείς του: «Ξέρουμε ότι αυτός είναι ο γιος μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός. 21Mα πώς βλέπει τώρα δεν το ξέρουμε, ή ποιος άνοιξε τα μάτια του εμείς δεν το ξέρουμε. Δεν είναι ανήλικος ο ίδιος, αυτόν να ρωτήστε. Θα σας μιλήσει ο ίδιος για λογαριασμό του». 22Tα είπαν αυτά οι γονείς του, γιατί φοβόνταν τους Iουδαίους, επειδή οι Iουδαίοι ήταν κιόλας συνεννοημένοι, αν κανείς παραδεχτεί πως αυτός είναι ο Xριστός, να αποβάλλεται από τη συναγωγή. 23Γι’ αυτό είπαν οι γονείς του: «Δεν είναι ανήλικος, ρωτήστε τον ίδιο». 24Φώναξαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν πρώτα τυφλός, και του είπαν: «Tο Θεό να δοξάσεις. Eμείς ξέρουμε πως ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός». 25Aποκρίθηκε τότε εκείνος και είπε: «Aν είναι αμαρτωλός, δεν το ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω, πως, ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω!» 26Tότε τον ξαναρώτησαν: «Tι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;» 27Eκείνος απάντησε: «Mα, σας το είπα πρωτύτερα αλλά δε δώσατε σημασία. Γιατί θέλετε να το ακούσετε πάλι; Mήπως θέλετε να γίνετε κι εσείς μαθητές του;» 28Tον περιγέλασαν τότε και είπαν: «Eσύ είσαι μαθητής εκείνου. Eμείς είμαστε μαθητές του Mωυσή. 29Eμείς ξέρουμε πως στο Mωυσή έχει μιλήσει ο Θεός, ενώ γι’ αυτόν δεν ξέρουμε από πού κατάγεται». 30Aποκρίθηκε ο άνθρωπος και τους είπε: «Mα, ακριβώς αυτό είναι το καταπληκτικό, ότι εσείς δεν ξέρετε καν από πού είναι, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια! 31Kαι ξέρουμε βέβαια ότι αμαρτωλούς ο Θεός δεν ακούει, αλλά αν κανείς είναι θεοσεβής και εκτελεί το θέλημά του, αυτόν τον ακούει. 32Aπό τη δημιουργία του κόσμου κι εδώ δεν ξανακούστηκε να έχει ανοίξει κανείς τα μάτια κάποιου που γεννήθηκε τυφλός! 33Aν αυτός δεν προερχόταν από τον Θεό, τίποτε δε θα μπορούσε να κάνει». 34Aποκρίθηκαν εκείνοι: «Eσύ γεννήθηκες βουτηγμένος ολόκληρος μέσα σε αμαρτίες, και διδάσκεις εσύ εμάς;» Kαι τον πέταξαν έξω. 35Tο άκουσε ο Iησούς, ότι τον πέταξαν έξω, κι αφού τον βρήκε του είπε: «Eσύ πιστεύεις στο Γιο του Θεού;» 36Eκείνος αποκρίθηκε: «Kαι ποιος είναι, Kύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;» 37O Iησούς του είπε: «Eίναι αυτός, που, και τον έχεις δει, και μιλάει τώρα μαζί σου». 38Tότε εκείνος είπε: «Πιστεύω, Kύριε!» Kαι τον προσκύνησε.
Κυριακή, 17 Μαΐου 2026
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ , Ιωα.9, 1-38
Περιέργεια. Η μεγάλη δύναμη της ζωής μας.
Να σας πω μια αλήθεια. Πολύ θα μ’ άρεζε να είμαι μέσα σε μια συντροφιά με τον Ιησού Χριστό, ο οποίος είναι πνευματώδης ως άνθρωπος έτσι, έξυπνος, πειραχτήρι, προκλητικός, ελέγχοντας, εξουσιάζοντας. Ωραία είναι όλα αυτά, να τα βλέπεις σ’ έναν άνθρωπο, τον Ιησού Χριστό, που είναι Θεάνθρωπος βέβαια.
Δείτε τι κάνει σήμερα. Περπατούσε και κάποια στιγμή σταματάει μπροστά σε έναν τυφλό, εκ γενετής τυφλό. Δε λέει τίποτα, μάλλον δεν προλαβαίνει να πει τίποτα, δεν προλαβαίνει ο τυφλός να μιλήσει, προλαβαίνουν όμως οι μαθηταί. «Κύριε, ποιος αμάρτησε, αυτός ή οι γονείς αυτού; Γιατί λέει η Αγία Γραφή μέσα, η Παλαιά Διαθήκη, ότι: “Αμαρτίες γονέων, παιδεύουσι τέκνα”. Αυτός;» Ξέρετε τι περίμεναν τώρα; Κουτσομπολιό. Για να ψάξουμε να βρούμε ποιος είναι ο φταίχτης.
Πού είναι η αγάπη, μπροστά σε έναν άνθρωπο που πονάει, γιατί είναι τυφλός. Ψάχνεις να βρεις τον φταίχτη, και αν έφταιγε η μάνα του, τι θα έλεγε αυτός;
– Πω πω! Η μάνα μου.
Και οι κουτσομπόληδες θα λέγανε:
– Δηλαδή και τι αμαρτία έκανε για να είναι αυτός τυφλός;
Είδατε ευκαιρία για…; Ανθρώπινα κινήθηκαν οι Απόστολοι. Ακόμα δεν είχε έρθει το Πνεύμα το Άγιο, για να τους ανακαινίσει. Σαν άνθρωποι μιλούσανε.
Και ο Χριστός τους λέει: «Λοιπόν, δεν αφήνετε τα πολλά λόγια; Ο Πατέρας μου εργάζεται. Δεν κάθεται να κουτσομπολεύει, εργάζεται. Κι Εγώ εργάζομαι. Λοιπόν, αρχίστε κι εσείς να εργάζεστε όσο είναι ημέρα, γιατί θα ‘ρθει σκοτάδι -θα πεθάνετε- και τότε δε θα μπορεί κανείς να εργάζεται».
Και κάθεται κάτω. Φτύνει, φτύνει. Πω πω! Αυτό το φτύσιμο του Θεού! Το σάλιο αυτό του Θεού. Να μ’ εφτυνε και εμένα και να αλλάζαμε, και εσάς και να αλλάζαμε, αυτόματα, ολόκληρη η ψυχή μας. Φτύνει κάτω. Φτιάχνει πηλό. Για να φτιάξεις πηλό δε σημαίνει ότι έφτυσες μία φορά. Έτσι; Τον βάζει στα μάτια του τυφλού, και λέει στον τυφλό: «Λοιπόν, πήγαινε στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ να πλυθείς».
Και ο τυφλός δε μιλάει. Πέρασε το άγγιγμα στα μάτια του Χριστού, πέρασε στην καρδιά του. Κάτι έγινε μέσα του. Κάτι ξεκίνησε να αλλάζει. Δε μιλάει. Σηκώνεται. Πάει. Πλένεται. Βλέπει. Και επιστρέφει, βλέπων. Έτσι το λέει η Αγία Γραφή, χωρίς πολλά λόγια.
Δεν είπε:
– Τι με λες τώρα εσύ άνθρωπέ μου; Με βάζεις σάλιο, λάσπη στα μάτια μου. Μου λες να πάω στην Κολυμβήθρα. Αν είσαι σωστός και καλός άνθρωπος, κάνε με τώρα καλά, να τελειώνουμε. Πού να περπατήσω εγώ, τυφλός, να πάω μέχρι εκεί κάτω; Δε με λυπάσαι;
Δεν είπε τίποτα. Πήγε και γύρισε. Βλέπων.
Χμ! Ναι, όμως, η γειτονιά τον περίμενε.
– Μπα! Βλέπεις; Και πώς βλέπεις;
Και διηγείται τα γεγονότα.
– Και ποιος είναι Αυτός που σου έβαλε λάσπη και σε έκανε καλά;
– Δεν ξέρω, λέει (γιατί δεν Τον είδε). Μόνο ένα ξέρω, ότι με έκανε καλά. Πριν δεν έβλεπα και τώρα βλέπω.
– Α! έτσι; Τι λες καλέ! Πάμε στους Φαρισαίους. Πάμε στη διοίκηση. Ποιος είναι Αυτός; Ποιος είναι Αυτός;
Και όταν πάνε στους Φαρισαίους. Τον πάνε τον τυφλό στους Φαρισαίους, άρχισαν κι αυτοί το κουτσομπολιό. Για να κατακρίνουν τώρα. Για να καταδικάσουν τώρα αυτοί. Όχι για να μάθουν.
– Ποιος σε έκανε καλά; Τι είναι Αυτός;
Θα λέγαμε σήμερα:
– Έχει πτυχίο ιατρικής;
– Όχι.
– Τι είναι κομπογιαννίτης; Είναι από τους ειδικούς, που βγαίνουν σαν τα μανιτάρια πολλές φορές. Και μας κάνουν άνω κάτω με τις ανακοινώσεις τους; Τι είναι Αυτός; Και έπειτα για να σου πούμε και κάτι. Έκανε λάσπη, δούλεψε, έβαλε στα μάτια. Δηλαδή είναι εργολάβος; Τι είναι; Κάλεσε μπετονιέρα; Έριξε τσιμέντο; Είχε άδεια; Τι ήταν Αυτός;
Κακία. Δε χάρηκαν που βλέπει ο άνθρωπος.
– Όχι, δεν είσαι εσύ. Ψέματα λένε. Ελάτε οι γονείς.
Έρχονται και οι γονείς οι ταλαίπωροι, και δεν είπαν πως έγινε καλά, γιατί φοβόταν μη γίνουν αποσυνάγωγοι, μην τους πετάξουν έξω από την συναγωγή. Κάτι τρέχει -συγγνώμη- στα γύφτικα, σαν να λέμε τώρα. Πάνε λοιπόν, και οι γονείς λένε:”
– Δεν ξέρουμε. Ρωτήστε τον, ηλικία έχει.
Τον ξαναρωτούν. Τον ξαναρωτούν. Τον κοιτάν από εδώ. Τον κοιτάν από κει. Και τους λέει στο τέλος:
– Επιτέλους σας τα είπα. Θέλετε να γίνετε κι εσείς μαθηταί Του.
– Όχι, λέει. Εμείς είμαστε του Μωυσέως.
Μπράβο! Σπουδαίοι! Μεγάλοι μαθητές! Και αφού τα είπε αυτά, τον έδιωξαν ως αμαρτωλό:
– Είσαι αμαρτωλός, εμάς θα διδάξεις; Εμείς ξέρουμε. Εσύ δεν ξέρεις.
Ναι όντως, ήταν τυφλός. Πού να ξέρει; Διάβασε ποτέ; Δε διάβασε. Και φεύγει ο τυφλός, ο καημένος από εκεί, και τον συναντάει ο Κύριος:
– Δε μου λες, λέει. Πιστεύεις στον Υιό του Θεού;
Δεν του είπε τίποτα άλλο. Αλλά αυτή η κουβέντα πέρασε από τα αυτιά στην καρδιά μέσα του τυφλού.
– Κύριε ποιος είναι για να πιστεύσω;
Δεν έψαξε. Δε ρώτησε. Τι να ρωτήσει κανείς, όταν ο άλλος με τον Λόγο Του σου αγγίζει την καρδιά. Τι να ρωτήσεις; Ποιος; Ψάχνει αυτόν ο οποίος θα τον σώσει. Δεν ψάχνει τίποτε άλλο. Δεν ψάχνει επίγεια, φθαρτά πράγματα.
– Αυτός που σου μιλάει και στέκεται μπροστά σου.
Πω πω! Αυτός ο Λόγος! Άγγιξε την καρδιά, βρε παιδί μου. Δεν είπε τίποτα:
– Και ποιος είσαι Εσύ; Πού σε ξέρω; Πού σε ξαναείδα; Άσε με να το σκεφτώ και θα σου πω.
Πόσες φορές ο Λόγος του Θεού ή μια προσευχή ή κάτι αγγίζει την καρδιά μας. Ενθουσιαζόμαστε. Προσέξτε. Θεραπεύεται η ψυχή, ενθουσιάζεται, αλλά δεν κάνει το επόμενο βήμα να πλύνει τον εαυτό της, να φτάσει την εξομολόγηση.
– Άλλη φορά θα το κάνω. Τώρα δεν είμαι έτοιμος.
Πότε θα είσαι έτοιμος; Αυτό ξέρετε τι σημαίνει;
– Τώρα που σε καλώ Εγώ. Τώρα έλα. Γιατί όταν θα λες δεν είμαι έτοιμος, σημαίνει ότι θα κάνεις το θέλημά σου. Τότε που εσύ θα κρίνεις ότι είσαι έτοιμος θα έρθεις, αλλά τότε δε θα είμαι Εγώ κοντά σου. Και θα έχεις χάσει την δική Μου ευλογία και παρουσία.
Τι ομορφιά αυτή η καρδιά! Τι όμορφη η καρδιά αυτή του τυφλού! Τυφλός, στα μάτια, αλλά η ψυχή του έβλεπε. Έβλεπε. Εμείς έχουμε μάτια, αλλά δε βλέπουμε, δεν ακούμε, δεν καταλαβαίνουμε. Φωνάζει ο Κύριος:
– Πιστεύεις;
– Ναι, Κύριε πιστεύω.
Και σταματάμε εκεί.
– Ναι, Κύριε πιστεύω.
Σταματάμε εκεί. Και δεν πέφτουμε να Τον προσκυνήσουμε. «Και προσεκύνησεν Αυτόν».
Η πίστις δεν είναι λόγια. Είναι και πράξη. Είναι να γονατίσω μπροστά στον Κύριο, με την καρδιά μου, με την ψυχή μου. Να αναγνωρίσω τον εαυτό μου. Και να πω: «Ναι Κύριε, εγώ είμαι τυφλός, μ’ άνοιξες τα μάτια της ψυχής. Αμαρτωλός, ήρθες όμως κοντά μου. Κάνε με και εμένα να Σε πιστεύσω, να Σε νιώσω, να Σ’ αγαπήσω, ώστε μαζί να πορευθούμε στη ζωή αυτή και στον Παράδεισο».
- Απομαγνητοφώνηση: Θεόδωρος Σύρ. & Χρυσούλα Χαρ.
- Περίληψη, νοηματική προσαρμογή και προσθήκη παραπομπών από τον ομιλούντα.
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Η ομιλία προσεγγίζει με ζωντανό, άμεσο και ελκυστικό τρόπο τη βιβλική διήγηση της θεραπείας του εκ γενετής τυφλού, αντιπαραβάλλοντας τη θεϊκή αγάπη και την καθαρότητα της καρδιάς με την ανθρώπινη μικρότητα, την κακία και την αναβλητικότητα.
Κύρια Σημεία και Θεματικοί Άξονες:
- Η Προσωπικότητα του Χριστού: Η ομιλία ξεκινά με μια αυθεντική και ανθρώπινη προσέγγιση του Ιησού. Παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος πνευματώδης, έξυπνος, προκλητικός και κυρίαρχος, που πέρα από τη θεϊκή Του φύση, γοητεύει με τον χαρακτήρα Του.
- Η Ανθρώπινη Μικρότητα και το «Κουτσομπολιό»: Μπροστά στο δράμα του τυφλού ανθρώπου, οι Μαθητές (πριν τη φώτιση του Αγίου Πνεύματος) αντί για αγάπη δείχνουν διάθεση για κουτσομπολιό, ψάχνοντας να βρουν «ποιος έφταιξε» για την τυφλότητα. Ο Χριστός τους επαναφέρει στην τάξη, τονίζοντας ότι η πνευματική εργασία πρέπει να γίνεται άμεσα, όσο υπάρχει χρόνος («μέρα»), πριν έρθει το πνευματικό σκοτάδι.
- Η Σιωπηλή Υπακοή του Τυφλού: Ο Χριστός θεραπεύει με έναν ιδιαίτερο τρόπο (φτύσιμο και δημιουργία πηλού) και ζητά από τον τυφλό να πάει να πλυθεί στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ. Ο τυφλός ξεχωρίζει για την απόλυτη εμπιστοσύνη του: δεν αντιλέγει, δεν παραπονιέται για την ταλαιπωρία και υπακούει τυφλά, επιστρέφοντας θεραπευμένος.
- Η Κακία των Φαρισαίων και ο Φόβος της Κοινωνίας: Η γειτονιά και οι Φαρισαίοι αδυνατούν να χαρούν με το θαύμα. Οι Φαρισαίοι ξεκινούν μια «ανάκριση» γεμάτη εμπάθεια, ειρωνεία και μικροπρέπεια (αμφισβητώντας την αυθεντία του Χριστού), ενώ οι φοβισμένοι γονείς αποποιούνται την ευθύνη για να μην εκδιωχθούν από τη Συναγωγή. Τελικά, οι Φαρισαίοι διώχνουν τον πρώην τυφλό.
- Το Πνευματικό Μήνυμα – Η Πίστη ως Πράξη: Στην τελική συνάντηση του Χριστού με τον θεραπευμένο, ο Λόγος του Θεού αγγίζει την καθαρή καρδιά του άνδρα, ο οποίος ομολογεί την πίστη του.
Συμπέρασμα & Δίδαγμα:
Ο ομιλητής καταλήγει σε μια ισχυρή προτροπή για τη δική μας ζωή:
- Όχι στην αναβλητικότητα: Πολλές φορές συγκινούμαστε από τον Θεό, αλλά αναβάλλουμε την πνευματική μας κάθαρση (εξομολόγηση) για το μέλλον, χάνοντας την ευλογία Του.
- Η πίστη απαιτεί πράξη: Η αληθινή πίστη δεν είναι θεωρητική («πιστεύω» στα λόγια), αλλά είναι πράξη, γονυπετλεια και προσκύνηση. Σημαίνει να αναγνωρίσουμε την πνευματική μας τύφλωση και να αφεθούμε ολοκληρωτικά στην αγάπη του Χριστού.


