Ε΄ ΛΟΥΚΑ 1-11-26
Κατηγορία:ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ :

2026 1 Νοε. Φυλάμε τον Παράδεισο; Ε΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. 16,19-31)- π.Νικηφόρος Κοντογιάννης

ΚΥΡΙΑΚΗ
“Ε΄ΛΟΥΚΑ”


Θέμα 
Λειτουργικού Κηρύγματος: “Φυλάμε τον Παράδεισο;”

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ ΚΥΡΙΑΚΗΣ “Ε΄ ΛΟΥΚΑ”
Λουκ. 16,19-31

ΚΕΙΜΕΝΟ

19 Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς. 20 πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος 21 καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 23 καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 24 καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 25 εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 26 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 27 εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 29 λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωυσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 30 ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. 31 εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωυσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.

.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

19 «Yπήρχε κάποτε ένας πλούσιος, που ντυνόταν με πορφύρα και λινά ρούχα, απολαμβάνοντας κάθε μέρα τη ζωή του μεγαλόπρεπα. 20Yπήρχε κι ένας φτωχός που ονομαζόταν Λάζαρος, ο οποίος ήταν εγκαταλειμμένος κοντά στην αυλόπορτα του πλουσίου, με το σώμα του γεμάτο πληγές, 21και λαχταρούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Παράλληλα έρχονταν και τα σκυλιά και έγλειφαν τις πληγές του. 22Kάποτε, λοιπόν, πέθανε ο φτωχός και τον μετέφεραν οι άγγελοι στην αγκαλιά του Aβραάμ. Πέθανε επίσης κι ο πλούσιος και τον έθαψαν. 23Kαι στον άδη, καθώς βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του και βλέπει τον Aβραάμ από μακριά και στην αγκαλιά του το Λάζαρο! 24Φώναξε τότε και είπε: Πατέρα μου Aβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει την άκρη του δαχτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, γιατί υποφέρω μέσα σ’αυτή τη φλόγα! 25Kι ο Aβραάμ απάντησε: Παιδί μου, θυμήσου ότι απόλαυσες εσύ τα αγαθά σου στη ζωή σου και παρόμοια ο Λάζαρος τα κακά. Tώρα, λοιπόν, αυτός ανακουφίζεται εδώ κι εσύ υποφέρεις. 26Kι εκτός απ’όλα αυτά, ανάμεσα σε μας και σε σας υπάρχει μεγάλο χάσμα, έτσι που όσοι θέλουν να περάσουν από εδώ σε σας, να μην μπορούν, κι ούτε οι από εκεί μπορούν να περάσουν σε μας. 27Kι εκείνος είπε: Tότε, σε παρακαλώ, πατέρα, να τον στείλεις στο πατρικό μου σπίτι, 28γιατί έχω πέντε αδέλφια, για να τους προειδοποιήσει, ώστε να μην έρθουν κι αυτοί στον τόπο αυτόν του βασανισμού. 29Tου λέει ο Aβραάμ: Έχουν το Mωυσή και τους προφήτες. Aς ακούσουν αυτούς. 30Kι εκείνος είπε: Όχι, πατέρα Aβραάμ, αλλά αν πάει σ’αυτούς κάποιος από τους νεκρούς, θα μετανοήσουν. 31Tότε ο Aβραάμ του είπε: Aν το Mωυσή και τους προφήτες δεν ακούνε, ούτε κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς δεν πρόκειται να πειστούνε».  

Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2026

Ε΄ ΛΟΥΚΑ (Λουκ. 16, 19-31)

Φυλάμε τον Παράδεισο;

Ο πλούσιος, στη σημερινή Ευαγγελική Περικοπή, δεν καταδικάστηκε επειδή τυχόν απέκτησε με κακό τρόπο τον πλούτο του –δε μας το λέει αυτό η Αγία Γραφή–, ήτανε πλούσιος. Καταδικάστηκε, όμως, γιατί τα αγαθά του Θεού τα αξιοποιούσε μόνο για τον εαυτό του. Ο Λάζαρος, τα αγαθά του Θεού τα έκλεψε από τον Θεό και τα δούλευε μόνο για τον εαυτό του. Να σας πω κάτι; Όλα τα αγαθά δεν είναι προσωπικά δικά μας, όλα του Θεού είναι για να τα αξιοποιήσουμε. Αν ήτανε δικά μας, τότε εγώ θα φύτευα μία μηλιά και θα είχε έναν διακόπτη – προγραμματιστή και θα έκανε όσα μήλα θέλω εγώ. Κάνει και άλλα όμως, κάνει και για τα πουλιά και πέφτουν κάτω και άλλα. Εάν ήτανε τα αγαθά του Θεού μόνο για μένα, θα έσπερνα σιτάρι και θα έλεγα να βγει τόσο σιτάρι, όσο χρειάζομαι εγώ για έναν χρόνο να έχω να τρώω.

Αλλά στην Παλαιά Διαθήκη λέει και κάτι ωραίο: «Θα πας, λέει, να μαζέψεις τα σταφύλια από το αμπέλι σου; Δε θα τα μαζέψεις όλα, άφησε μερικά τσαμπιά για τον φτωχό, την χήρα και το ορφανό» (Λευ.19,9-10). Η χήρα και το ορφανό στην εποχή μας είναι υποτιμημένα, να τα εκμεταλλευθούμε, δεν έχουν υπερασπιστή. «Και όταν θα πας να θερίσεις το σιτάρι και αν σου πέσει, λέει, ένα στάχυ πίσω, ένα δράγμα, μη γυρίσεις να το πάρεις, άστο για τον φτωχό, την χήρα και το ορφανό» (Δευτ. 24,19). Έτσι η Ρούθ, η σπουδαία αυτή η γυναίκα, κατάφερε να συντηρήσει την πεθερά της και τον εαυτό της, αν και ειδωλολάτρισσα, και μπήκε μέσα στους προγόνους του Ιησού Χριστού.

Ναι αγαπητοί μου, τα αγαθά δεν είναι δικά μας, διαχειριστές είμαστε των αγαθών του Θεού. Και να σας πω και κάτι; Πόσο μεγάλη αμαρτία είναι να πετάμε φαγητό στα σκουπίδια; Άντε να ταΐσω ένα παιδάκι, ένα γατάκι, συγγνώμη ένα γατάκι, ένα σκυλάκι. Το πετάω στα σκουπίδια; Πετάω το φαΐ εκείνου του φτωχού, που δεν έχει να φάει. Γιατί όταν πήγα να ψωνίσω, ψώνισα δέκα ντομάτες, ενώ μου χρειαζόταν δύο, τρεις, πέντε, τις άλλες σάπισαν, τις πέταξα. Είναι το φαΐ των φτωχών. Να πω το χειρότερο; Πάω κάνω έναν γάμο και πετάω ρύζι. Πέταξα το φαΐ των φτωχών, στην Αφρική πεινάνε και εγώ πετάω ρύζι έξω. Και; Τι έγινε; Πέταξε λουλούδια, παιδί μου. Ανθόσπαρτη να είναι η ζωή των παιδιών, όχι ρυζόσπαρτη. Στερώ το φαΐ των φτωχών και θα καταδικαστώ. «Με είδες να πεινάω, λέει, και δε με τάισες». Δεν το καταλαβαίνουμε, κάνουμε τις ανοησίες μας, δεν το καταλαβαίνουμε όμως.

Αγαπητοί μου, ο Θεός όταν μας έβαλε στον Παράδεισο, έφτιαξε έναν Παράδεισο και μας είπε να τον εργαζόμαστε και να τον φυλάμε(Γέν. 2,15). «Κύριε, με έβαλες να τον εργάζομαι, δε μου έδωσες εργαλεία». «Δε σου έδωσα εργαλεία;» Ο καλός Θεός δε μας έβαλε μόνο να εργαζόμαστε τον Παράδεισο. Μας έδωσε δυο σπουδαία εργαλεία. Σπουδαία! Το «κατ’ εικόνα», για να κάνω ωραίο τον Παράδεισο με τα χαρίσματα που μου δίνει. Και ένα θέλω. Και ένα θέλημα. Ένα θέλημα. Ποιο; «Αυξάνεσθε και πληθύνεσθε». Το «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» δεν είναι του Παραδείσου πράγματα. Το «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» είναι δικά μου δώρα του Θεού. Το θέλημα, που λέει «αυξάνεσθε και πληθύνεσθε» και το «κατ’ εικόνα». Αυτά είναι δώρα του Θεού, που πρέπει εγώ τώρα με αυτά τα δώρα να δουλέψω τον Παράδεισο, να τον κάνω ωραίο και να τον αυξήσω, προσφέροντας στον Παράδεισο ανθρώπους, εγώ.

Αλλά, λέει ο Απόστολος Παύλος, πολύ ωραία στους Κορινθίους: «Συνεργοί Θεού εσμέν» (Α΄Κορ.3,9). Συνεργάτες του Θεού είμαστε. «Μου έδωσες ένα δώρο Κύριε, ένα θέλημα; Ναι, πώς θα το δουλέψω;» Συνεργάτες του Θεού είμαστε. Και λέει, πάλι ο Απόστολος Παύλος: «Εγώ φύτεψα, ο Απολλώ πότισε και ο Θεός αύξησε» (Α΄Κορ.3,6). Βάλτε το τώρα στη μικρή οικογένεια, τη μικρή εκκλησία, που λέγεται οικογένεια. Εγώ ο άντρας φύτεψα, η γυναίκα πότισε, θήλασε, τάισε, πότισε. «Και οι δυο, λέει, είναι ένα». Δεν είναι κάτι διαφορετικό, αλλά ο Θεός αυξάνει, όχι εγώ.

Τι σημαίνει αυτό; Πότισες καλά το παιδί σου; Του έδωσες τα εφόδια που πρέπει να του δώσεις; Το πήρες και το έβαλες στο φυτώριο που λέγεται οικογένεια, ώστε εκεί μέσα να ολοκληρώσεις το πότισμα, το φύτεμα, το κλάδεμα, τον εμπλουτισμό; Ο άντρας και η γυναίκα μαζί ένα και μετά το άφησε στα χέρια του Θεού. Μετά πάμε στην εκκλησία και διαβάζουμε την ευχή του Σαραντισμού, και τα λοιπά. Τι κάνουμε; Παραδίδουμε στον Θεό αυτό που έσπειρα και φύτεψα εγώ. Λέμε όλοι: «Του Θεού είναι». Δεν είναι του Θεού. Και δικά μου και του Θεού. Μαζί δουλέψαμε μέσα στη μήτρα. Συνεργοί, συνεργαστήκαμε. Ο Θεός τα δικά Του και εγώ τα δικά μου. Και το παραδίδω στον καλό Θεό να το βάλει στον Παράδεισο, ώστε μέσα στον Παράδεισο και εκείνο να δουλέψει τα δώρα του Θεού, τα δώρα το «κατ’ εικόνα» και το θέλημα του Θεού.

Δεν είμαι εγώ που τρέχω από πίσω, ό,τι έκανα έκανα. Δε φύτεψα σωστά, δεν καλλιέργησα σωστά, δεν πότισα σωστά; Τι τρέχεις τώρα να διορθώσεις; Ο καλός Θεός αυξάνει πλέον. Εσύ προσευχήσου, εσύ δούλεψε και πες: «Θεέ μου, έδωσα τίποτα στραβό; Κάν’ το Εσύ καλό. Έδωσα; Μήπως δεν έδωσα κάτι; Δώσ’ το, συμπλήρωσέ το Εσύ». Και δεν τρέχουμε να αυξήσουμε εμείς, δεν αυξάνουμε εμείς, ο Θεός αυξάνει. Αν δεν το χωνέψω αυτό, μια ζωή θα πικραίνομαι και θα στεναχωριέμαι.

Λέμε πολλές φορές: «Ο Θεός μου το πήρε». Ωραίο αυτό, «Σε ευχαριστώ που μου το χάρισες για τόσο καιρό, μου το δάνεισες και τα λοιπά, και τώρα μου το πήρες δικό Σου». Λάθος, ο Θεός όταν μας έβαλε στον Παράδεισο, μας έβαλε και μια σφραγίδα, τη σφραγίδα της ζωής (Γεν.2,7). Εμείς όταν φυτεύουμε, σ’ αυτόν τον μεταπτωτικό παράδεισο, βάζουμε μια σφραγίδα, τη σφραγίδα του θανάτου, εμείς τη βάζουμε. Κουβαλάμε αυτό το προπατορικό, τον θάνατο, τη βάλαμε τη σφραγίδα. Τώρα από εκεί και πέρα, ας το αφήσουμε να δουλέψει και να αναπτυχθεί στη χάρη και στην ευλογία του Θεού.

Άρα λοιπόν, βλέπετε ότι ο κόσμος αυτός δε μας ανήκει τίποτα, τίποτα. Εκείνο που έχουμε είναι να αξιοποιήσουμε τα αγαθά του Θεού, υπολογίζοντας ότι δεν είναι μόνο δικά μας. Ανήκουν και στα πουλιά, και στους ανθρώπους, και στην φύση που πέφτουν κάτω και σαπίζουν. Εμείς όμως στην εποχή μας τι κάνουμε; Πλεονέκτες. Κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα. Σαν τον χωριάτη, συγγνώμη για την έκφραση, που παρακαλούσε τον καλό Θεό να του δώσει λίγο γαλατάκι. Και κάποια μέρα έρχεται κάποιος, του χτυπάει την πόρτα του και λέει: «Πάρε λίγο γάλα κι από μένα, αλλά βράσ’ το, μην το αφήνεις έτσι». Και έλεγε: «Θεέ μου, σε ευχαριστώ που μου ‘δωσες γάλα». Κι όταν το έβαλε να βράσει και αυτό έρχεται να φουσκώνει: «Δώσε κι άλλο Θεέ μου, δώσε κι άλλο». Πλεονέκτης: «Δώσε κι άλλο, δώσε κι άλλο». Κι όταν έβαλε το κατσαρόλι δεν είχε τίποτα μέσα, γιατί φούσκωσε και χύθηκε. Πλεονέκτης.

Ο πλεονέκτης είναι φτωχός. Ο πλούσιος είναι φτωχός, γιατί δεν ξέρει να χαίρεται και να διαχειρίζεται σωστά τον πλούτο του. Ο φτωχός όμως είναι πλούσιος, γιατί ξέρει να διαχειρίζεται σωστά αυτά που του έχει δώσει ο καλός Θεός. Εμείς, όμως, δε χαιρόμαστε στην εποχή μας τίποτα. Έχουμε του κόσμου τα αγαθά, του κόσμου τις ευλογίες. Πάμφτωχοι είμαστε, μελαγχολικοί, στεναχωρημένοι, πικραμένοι. Τελικά τι κάνουμε σε αυτόν τον κόσμο; Θέλουμε τα πολλά; Όποιος θέλει τα πολλά, χάνει και τα λίγα. Σοφότατος αυτός ο λαός.

Αγαπητοί μου, από τον Θεό τοποθετηθήκαμε σε έναν Παράδεισο. Να εργαζόμαστε και να τον φυλάμε (Γεν.2,15). Από ποιον να τον φυλάμε; Από τον εαυτό μας. Εμείς καταστρέφουμε τη φύση. Εμείς καταστρέφουμε τα αγαθά. Εμείς κάνουμε κακό στα πάντα, σε ό,τι υπάρχει γύρω μας. Εμείς. Γι’ αυτό θα ‘ρθουν οι προφήτες για να μας πουν: «Εεε, δεν μπορείς να βρέχεις. Δεν μπορείς να βρέχεις». Τρεισήμισι χρόνια δε θα βρέχεις. Κι ας έχεις κάνει με την επιστήμη και με τις γραμμές των ουρανών και ό,τι θέλεις, κάνε ό,τι θέλεις. Δεν θα βρέχεις, γιατί θέλεις να αξιοποιήσεις τα αγαθά για τον εαυτό σου.

Όπως κάνουμε και παιδιά, για να τα έχουμε για τα γεράματά μας, να μας κοιτάνε. Κάνουμε παιδιά, για να λέει ο κόσμος τι καλά παιδιά έχω. Όχι. Ο Θεός το αυξάνει. Εσύ ταπεινώσου, προσευχήσου, πόνεσε, παρακολούθησε και αν βλέπεις ότι κάποιο μπόλι δεν πιάνει, πες: «Θεέ μου, αυτό το μπόλι το μπόλιασα, δεν έπιασε. Βοήθησε να πιάσει, βοήθησε να προχωρήσει, βοήθησε να προκόψει». Και τότε η ζωή μας, μέσα στην φτώχεια μας, μέσα στην ανικανότητά μας, θα είναι πλούσια, γιατί συνεργάτης στην φτώχεια μας θα είναι ο καλός Θεός, ο οποίος φυτεύει μέσα μας την Βασιλεία του Θεού.

Περίληψη Κειμένου

Κεντρικό Θέμα: Η σωστή διαχείριση των αγαθών του Θεού και η πνευματική πνοή της οικογένειας.

Με αφορμή την Ευαγγελική περικοπή του Πλουσίου και του Λαζάρου, επισημαίνεται ότι ο πλούτος δεν είναι καταδικαστέος καθαυτός, αλλά η καταδίκη έρχεται όταν ο άνθρωπος κρατά τα αγαθά αποκλειστικά για τον εαυτό του. Τονίζει ότι τίποτα στον κόσμο δεν μας ανήκει μόνιμα· είμαστε απλώς διαχειριστές των δώρων του Θεού, τα οποία πρέπει να μοιραζόμαστε με τους έχοντες ανάγκη (φτωχούς, χήρες, ορφανά), όπως όριζε και η Παλαιά Διαθήκη. Στηλιτεύει τη σύγχρονη καταναλωτική απληστία και τη σπατάλη τροφίμων (π.χ. το πέταγμα ρυζιού στους γάμους), χαρακτηρίζοντάς τα ως στέρηση της τροφής των φτωχών.

Στη συνέχεια, αναφέρεται στον ρόλο του ανθρώπου ως «συνεργού του Θεού». Ο Θεός προέκτεινε τον Παράδεισο δίνοντας στον άνθρωπο δύο εργαλεία: το «κατ’ εικόνα» και την εντολή της αναπαραγωγής («αυξάνεσθε και πληθύνεσθε»). Αυτή η συνεργασία εφαρμόζεται άριστα στην οικογένεια, όπου οι γονείς φυτεύουν και ποτίζουν πνευματικά τα παιδιά τους, αλλά ο Θεός είναι εκείνος που τελικά χαρίζει την αύξηση. Οι γονείς οφείλουν να μην αγωνιούν υπερβολικά προσπαθώντας να ελέγξουν τα πάντα, αλλά να εμπιστεύονται τα παιδιά τους στον Θεό μέσω της προσευχής.

Καταλήγοντας, υπενθυμίζει ότι η φύση κινδυνεύει πρωτίστως από τον ίδιο τον εγωισμό μας. Η πραγματική ευτυχία και ο πλούτος δεν κρύβονται στην πλεονεξία —που τελικά φέρνει μελαγχολία— αλλά στην ταπεινή διαχείριση των λίγων, με τη βεβαιότητα ότι ο Θεός συμπληρώνει τις ελλείψεις μας και φυτεύει μέσα μας τη Βασιλεία Του.

Απομαγνητοφώνηση: Θεόδωρος Σύρ. & Χρυσούλα Χαρ.

Περίληψη, νοηματική προσαρμογή και προσθήκη παραπομπών από τον ομιλούντα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

0