Κατηγορία:ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΕΙΣ

2020 18 ΙΟΥΝΙΟΥ – 28Η ΕΣΠΕΡΙΝΗ ΟΜΙΛΙΑ “ΧΡΗΣΤΟΗΘΕΙΑ”

Στον Ιερό μας Ναό του Μεγαλομάρτυρος Αγίου Γεωργίου Λαρίσης πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 18 Ιουνίου 2020, η Εσπερινή Ομιλία του πνευματικού μας π.Νικηφόρου Κοντογιάννη με τίτλο “ΧΡΗΣΤΟΗΘΕΙΑ”, με αφορμή το βιβλίο του Αγίου Παΐσίου του Αγιορείτου “Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο”, όπου εξάγονται διάφορα συμπεράσματα πνευματικής ζωής, συνύπαρξης, συνεργασίας και γενικά της προσέγγισης του Θεού με σκοπό την σωτηρία, τον αγιασμό, την μίμηση του Ι.Χριστού και τέλος την θέωση του ανθρώπου δια του ενανθρωπίσαντος ΙΣ ΧΡ. Οι ομιλιες πραγματοποιούνται κάθε Πέμπτη στις 6:45μ.μ. αμέσως μετά την Ιερά Παράκληση η οποία τελείται στις 6:00μ.μ., ενώ μεταδίδονται και σε ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας: www.galilea.gr/ζωντανα-2/.
Η παράκληση τελέστηκε προς τιμήν της Υπεραγίας Θεοτόκου, για να είναι η ζωή μας κάτω από την σκέπη και την προστασία του Θεού και κατά τη διάρκεια της εκτέθηκαν προς προσκύνηση και ευλογία των πιστών τα Ιερά Λείψανα του Αγίου Λουκά του Ιατρού και του Αγίου Νεκταρίου επ. Πενταπόλεως καθώς επίσης και δύο εργόχειρα του Οσ.Παϊσίου του Αγιορείτου με Τίμιο Ξύλο.

“παροικήσω ἐν τῷ σκηνώματί σου εἰς τούς αἰῶνας,
σκεπασθήσομαι ἐν σκέπει τῶν πτερύγων σου”
(Ψαλμός 60ος Στιχ.5)

ΘΕΜΑ 28ης ΟΜΙΛΙΑΣ:

“Ἡ γνώση δίδει ἀφορμές ὑπερηφάνειας.“

(Με οδηγό το βιβλίο του Αγίου Παΐσίου του Αγιορείτου “Με πόνο και αγάπη για τον σύγχρονο άνθρωπο”  και του Αγ.Νικοδήμου του Αγιορείτου, “Χρηστοήθεια”.

ΓΕΡΟΝΤΟΣ  ΠΑΪΣΙΟΥ  ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ
ΛΟΓΟΙ  Α’
ΜΕ ΠΟΝΟ ΚΑΙ ΑΓΑΠΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΥΓΧΡΟΝΟ ΑΝΘΡΩΠΟ
ΙΕΡΟΝ  ΗΣΥΧΑΣΤΗΡΙΟΝ «ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΤΗΣ  ΙΩΑΝΝΗΣ  Ο  ΘΕΟΛΟΓΟΣ»
ΣΟΥΡΩΤΗ  ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ 1998

Νὰ ἀξιοποιηθῆ ἡ ἐπιστήμη στὴν πνευματική ζωή

Ὅλο τὸ κακό ξεκινάει ἀπὸ τὸ μυαλό, ὅταν γυρίζη μόνο γύρω ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη καὶ εἶναι τελείως ἀπομακρυσμένο ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν βρίσκουν αὐτοί οἱ ἄνθρωποι τὴν ἐσωτερική τους εἰρήνη καὶ τὴν ἰσορροπία τους. Ἐνῶ, ὅταν ὁ νοῦς γυρίζη γύρω ἀπὸ τὸν Θεό, χρησιμοποιοῦν οἱ ἄνθρωποι καὶ τὴν ἐπιστήμη γιὰ τὴν ἐσωτερική τους καλλιέργεια καὶ γιὰ τὸ καλό του κόσμου, γιατί τότε εἶναι ἁγιασμένο τὸ μυαλό.

– Δηλαδή, Γέροντα, ἡ ἐπιστήμη δὲν βοηθάει τὸν ἄνθρωπο;

– Ἡ ἐπιστήμη πολύ βοηθάει, ἀλλὰ καὶ πολύ θολώνει. Γνώρισα ψυχές μὲ μεγαλύτερη διαύγεια, ἐνῶ ἔχουν μάθει λιγώτερα. Ὅσοι ἔχουν θολώσει τὸ μυαλό τους ἀπὸ τὴν ἐπιστήμη, ἐὰν μὲ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ ξεθολώσουν, τότε, φυσικά, θὰ ἔχουν περισσότερα ἐργαλεῖα γιὰ δουλειά. Ἐνῶ, ὅταν δὲν ἁγιασθοῦν τὰ ἐργαλεῖα – δὲν ἁγια­σθῆ ἡ γνώση –, μποροῦν νὰ χρησιμοποιηθοῦν μόνο γιὰ κοσμική ἐργασία καὶ ὄχι γιὰ πνευματική. Γρήγορα ἁγιάζονται, ἄν μπῆ ἡ καλή ἀνησυχία. Ὅσοι δίνουν τὰ πρωτεῖα στὴν ἐσωτερική τους μόρφωση, τὴν μόρφωση τῆς ψυχῆς, καὶ χρησιμοποιοῦν καὶ τὴν ἐξωτερική μόρφωση γιὰ τὴν ἐσωτερική, αὐτοί γρήγορα μεταμορφώνονται πνευματικά. Ἐὰν ἀσκοῦνται καὶ πνευματικά, τότε βοηθοῦν πολύ κόσμο θετικά, γιατί βγάζουν τὸν κόσμο ἀπὸ τὸ ἄγχος τῆς κολάσεως καὶ τὸν ὁδηγοῦν στὴν παραδεισένια ἀγαλλίαση. Μπορεῖ αὐτοί οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ πολλές φορές νὰ ἔχουν λιγώτερα πτυχία, ἀλλὰ βοηθοῦν περισσότερο, γιατί ἔχουν πολλή Χάρη καὶ ὄχι πολλά χαρτιά (πτυχία). Ὁ κό­σμος γέμισε ἀπὸ ἁμαρτία καὶ χρειάζεται πολλή προσευχή καὶ βίωμα. Τὰ πολλά γραφτά εἶναι χάρτινα νομίσματα καὶ ἡ ἀξία τους θὰ ἐξαρτηθῆ ἀπὸ τὸ ἀντικρυσμα. Ἑπομένως θέλει δουλειά στὸ «μεταλλεῖο»τῆς ψυχῆς.

Θυμᾶμαι, ἦταν ἕνα γεροντάκι στὴν Μονή Ἐσφιγμένου τόσο ἁπλό ποὺ καὶ τὴν Ἀνάληψη τὴν νόμιζε γιὰ Ἁγία. Ἔκανε κομποσχοίνι καὶ ἔλεγε: «Ἁγία του Θεοῦ, πρέ­σβευε ὑπέρ ἠμῶν»! Κάποτε ἕνας ἀδελφός στὸ γηροκομεῖο ἦταν ἄρρωστος, καὶ δὲν εἶχε τί νὰ τοῦ δώση νὰ φάη. Μία καὶ δυὸ κατεβαίνει τὶς σκάλες, ἀνοίγει τὸ παράθυρο ποὺ ἔβλεπε πρὸς τὴν θάλασσα, ἁπλώνει τὰ χέρια στὴν θάλασσα καὶ λέει: «Ἁγία μου Ἀνάληψη, δώσ΄ μου ἕνα ψαράκι γιὰ τὸν ἀδελφό». Καὶ ἀμέσως – ὤ τοῦ θαύματος! – ἕνα τόσο μεγάλο ψάρι ξεπηδάει ἀπὸ τὴν θάλασσα μέσα στὰ χέρια του. Οἱ ἄλλοι ποὺ τὸν εἶδαν, ἔμειναν ἔκπληκτοι. Ἐκεῖνος τούς κοιτοῦσε καὶ χαμογελοῦσε, σάν νὰ τούς ἔλεγε: «Τί παράξενο βλέπετε;». Ἐμεῖς ἔχουμε γνώσεις, ξέρουμε πότε γιορτάζει ὁ ἕνας ὁ Ἅγιος, πῶς μαρτύρησε ὁ ἄλλος, πότε ἔγινε ἡ Ἀνάληψη καὶ ποῦ ἔγινε καὶ πῶς ἔγινε, καὶ ὅμως οὔτε ἕνα τόσο δά ψαράκι δὲν μποροῦμε νὰ ἔχουμε! Αὐτὰ  εἶναι τὰ παράξενά της πνευματικῆς ζωῆς, τὰ ὁποία ἡ λογική ὅσων διανοουμένων ἔχουν μέσα τούς τὸν ἑαυτό τους καὶ ὄχι τὸν Θεό δὲν τὰ συλλαμβάνει, γιατί ἔχουν τὴν στείρα κοσμική γνώση μὲ τὴν κοσμική πνευματική ἀρρώστια καὶ λείπει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.

Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν κατεβαίνει μὲ μηχανές

Ὁ λόγος τοῦ μυαλοῦ ἀλλοίωση δὲν κάνει στὶς ψυχές, γιατί εἶναι σάρκα. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ γεννιέται ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ἔχει τὴν θεία ἐνέργεια καὶ ἀλλοιώνει τὶς ψυχές. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα δὲν κατεβαίνει μὲ μηχανές, Γι’ αὐτὸ ἡ Θεολογία δὲν ἔχει καμμιά δουλειά μὲ τὸ στεῖρο ἐπιστημονικό πνεῦμα. Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα κατεβαίνει μόνο Του, ὅταν βρῆ τὶς πνευματικές προϋποθέσεις στὸν ἄνθρωπο. Πνευματική προϋπόθεση εἶναι νὰ ξεσκουριάση ὁ ἄνθρωπος τὰ πνευματικά του καλώδια, νὰ γίνη καλός ἀγωγός, γιὰ νὰ δεχθῆ τὸ πνευματικό ρεῦμα τοῦ θείου φωτισμοῦ, καὶ ἔτσι γίνεται πνευματικός ἐπιστήμων, θεολόγος. Ὅταν λέω «θεολόγος», ἐννοῶ αὐτούς τούς θεολόγους ποὺ ἔχουν ἀντικρυσμα θεολογικό καὶ τὸ πτυχίο τούς ἔχει ἀξία, καὶ ὄχι αὐτούς ποὺ ἔχουν μόνο χαρτί χωρίς ἀντικρυσμα καὶ τὸ πτυχίο τούς εἶναι ὅμοιο μὲ τὰ χρήματα τῆς Κατοχῆς.

Τὸ μυαλό κουράζεται πολλές φορές χρόνια ὁλόκληρα, γιὰ νὰ μάθη μία-δυὸ ξένες γλῶσσες, καὶ στὴν ἐποχή μᾶς ξέρουν σχεδόν οἱ περισσότεροι ἄνθρωποι ξένες γλῶσσες, ἀλλὰ ἐπειδή αὐτές οἱ γλῶσσες δὲν ἔχουν καμμιά σχέση μὲ τὶς γλῶσσες τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς, ζοῦμε τὴν μεγαλύτερη Βαβυλωνία. Μεγάλο κακό εἶναι ὅταν θεολογοῦμε ξερά μὲ τὸ μυαλό μας καὶ τὸ μυαλό μας τὸ παρουσιάζουμε γιὰ Ἅγιο Πνεῦμα. Αὐτὸ λέγεται ἐγκεφαλολογία, ἡ ὁποία γεννάει Βαβυλωνία, ἐνῶ στὴν Θεολογία ὑπάρχουν μέν πολλές γλῶσσες, πολλά χαρίσματα, ἀλλὰ ὅλες οἱ γλῶσσες συμφωνοῦν, γιατί ἕνα εἶναι τὸ Ἀφεντικό τους, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα τῆς Πεντηκοστῆς, καὶ οἱ γλῶσσες εἶναι πύρινες.

– Γέροντα, λέει τὸ τροπάριο ὅτι τὸ Ἅγιο Πνεῦμα «πάντα χορηγεῖ…»[1].

– Ναί, χορηγεῖ, ἀλλὰ ἐκεῖ ποὺ χωράει. Ἅμα δὲν χωράη, πῶς νὰ χορηγήση; Μεγαλύτερη ἀξία ἔχει ἕνας λόγος ταπεινοῦ ἀνθρώπου μὲ βιώματα, ποὺ βγαίνει μὲ πόνο ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς του, παρά ἕνας σωρός φιλολογίες ἐξωτερικοῦ ἀνθρώπου, ποὺ βγαίνουν μὲ ταχύτητα ἀπὸ τὴν ἐκπαιδευμένη τοῦ γλώσσα, ἡ ὁποία δὲν πληροφορεῖ τὶς ψυχές, γιατί εἶναι σάρκα καὶ ὄχι πύρινη γλώσσα τῆς Ἁγίας Πεντηκοστῆς.

Νὰ ἁγιάσουμε τὴν γνώση

Καλή εἶναι ἡ γνώση, καλή εἶναι καὶ ἡ μόρφωση, ἀλλά, ἄν δὲν ἁγιασθοῦν, εἶναι χαμένα πράγματα καὶ ὁδηγοῦν στὴν καταστροφή. Ἦρθαν μία φορά στὸ Καλύβι μερι­κοί φοιτητές φορτωμένοι μὲ βιβλία καὶ μοῦ λένε: «Ἤρθαμε, Γέροντα, νὰ συζητήσουμε γιὰ τὴν Παλαιά Διαθήκη. Ὁ Θεὸς δὲν ἐπιτρέπει τὴν γνώση;». «Ποιά γνώση, τούς λέω, αὐτή ποῦ ἀποκτιέται μὲ τὸ μυαλό;». «Ναί», μοῦ λένε. «Μά αὐτή ἡ γνώση, τούς λέω, σὲ πάει μέχρι τὸ φεγγάρι, δὲν σὲ ἀνεβάζει στὸν Θεό». Καλές εἶναι οἱ ἐγκεφαλικές δυνάμεις ποὺ ἀνεβάζουν τὸν ἄνθρωπο στὴν σελήνη, μὲ δισεκατομμύρια ἔξοδα καυσίμων κ.λπ., ἀλλὰ καλύτερες εἶναι οἱ πνευματικές δυνάμεις, ποὺ ἀνεβάζουν τὸν ἄνθρωπο στὸν Θεό, ποὺ εἶναι καὶ ὁ προορισμός του, καὶ μὲ λίγα καύσιμα, μὲ ἕνα παξιμάδι. Ρώτησα μία φορά ἕναν Ἀμερικάνο ποῦ ἦρθε στὸ Καλύβι: «Τί κατόρθωμα κάνατε σάν ἔθνος μεγάλο ποῦ εἶστε;». «Πήγαμε στὸ φεγγάρι», μοῦ ἀπάντησε. «Πόσο μακριά εἶναι;», τὸν ρωτάω. «Ἄς ποῦμε, μισό ἑκατομμύριο χιλιόμετρα», μοῦ λέει. «Πόσα ἑκατομμύρια ξοδέψατε, γιὰ νὰ πάτε στὸ φεγγάρι;». «Ἀπὸ τὸ 1950 μέχρι τώρα, μοῦ λέει, ἔχουμε ξοδέψει ποταμούς δολλαρίων». «Στὸν Θεό πήγατε; τὸν ρωτάω. Πόσο μακριά εἶναι ὁ Θεός;». «Ὁ Θεός, μοῦ λέει, εἶναι πολύ μακριά». «Ἐμεῖς ὅμως, τοῦ λέω, μ΄ ἕνα παξιμάδι πᾶμε στὸν Θεό!».

Ἡ φυσική γνώση βοηθάει νὰ ἀποκτήσουμε τὴν πνευματική γνώση. Ὅταν ὅμως ὁ ἄνθρωπος παραμένη στὴν φυσική γνώση, παραμένει στὴν φύση καὶ δὲν ἀνεβαίνει στὸν Οὐρανό. Δηλαδή παραμένει στὸν ἐπίγειο παράδεισο ποὺ ποτιζόταν ἀπὸ τὸν Τίγρη καὶ τὸν Εὐφράτη καὶ χαίρεται τὴν ὄμορφη φύση μὲ τὰ ζῶα, ἀλλὰ δὲν ἀνεβαίνει στὸν οὐράνιο Παράδεισο, νὰ χαρῆ μὲ τούς Ἀγγέλους καὶ τούς Ἁγίους. Γιὰ νὰ ἀνεβοῦμε στὸν οὐράνιο Παράδεισο, εἶναι ἀπαραίτητη ἡ πίστη στὸν Νοικοκύρη τοῦ Παραδείσου, γιὰ νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε, νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν ἁμαρτωλότητά μας, νὰ ταπεινωθοῦμε, γιὰ νὰ Τὸν γνωρίσουμε καὶ νὰ συνομιλοῦμε μαζί Του προσευχόμενοι καὶ νὰ Τὸν δοξάζουμε καὶ ὅταν μᾶς βοηθάη καὶ ὅταν μᾶς δοκιμάζη.

– Γέροντα, ἕνας ποὺ ἀναπαύεται στὶς μετάνοιες, στὴν νηστεία, στὴν ἄσκηση, χρειάζεται νὰ μελετήση καὶ δογματική, θεολογία κ.λπ.;

– Ὅταν κανεὶς ἔχη μία στοιχειώδη μόρφωση, αὐτή εἶναι ἐργαλεῖο ποὺ βοηθάει. Δὲν ζητάει ὅμως νὰ ἀποκτήση γνώσεις, γιὰ νὰ βοηθήση ἤ γιὰ νὰ λέη ἐξυπνάδες, ἀλλὰ γιὰ νὰ βοηθηθῆ. Ἄν προσπαθήση κανεὶς νὰ ἁγιάση ὅ,τι τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός, ἔρχεται ἡ Χάρις καὶ φωτίζει. Ἐκεῖ μέσα εἶναι καὶ ἡ δογματική καὶ ἡ θεολογία, γιατί ζῆ τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ. Ἄλλος μπορεῖ νὰ εἶναι ἁπλός καὶ νὰ μή θέη νὰ μάθη περισσότερα, ἀλλὰ νὰ ἀρκῆται σὲ ὅ,τι τοῦ δώση ὁ Θεός.

– Ὅταν εἴμαστε μέσα στὸ Μοναστήρι καὶ ἐπιθυμοῦμε ἀκόμη τὴν γνώση τοῦ κόσμου, τί σημαίνει αὐτό;

– Σημαίνει ὅτι δὲν ἔχουμε γνώση. «Γνώσεσθε τὴν ἀλήθειαν καὶ ἡ ἀλήθεια ἐλευθερώσει ὑμᾶς»[2]. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ταπεινωθῆ καὶ φωτισθῆ, τότε ἁγιάζεται καὶ τὸ μυαλό του καὶ ἡ δύναμη αὐτή τοῦ λογικοῦ, ἐνῶ, πρίν ἁγιασθῆ, εἶναι σαρκική ἡ ἐνέργεια τοῦ μυαλοῦ. Ἄν ἕνας πάη ἐγωιστικά, ἐνῶ εἶναι ἀγράμματος, νὰ ἑρμηνεύση τὰ δόγματα καὶ διαβάζη τὴν Ἀποκάλυψη, τὰ Πατερικά κ.λπ., σκοτίζεται, καὶ τελικά φθάνει σὲ ἀπιστία. Τὸν ἐγκαταλείπει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, γιατί μὲ ἐγωισμό προχώρησε. Βλέπετε, ἡ ταπείνω­ση βοηθάει σὲ ὅλα, αὐτή δίνει τὴν δύναμη. Τὸ σοφώτερο πράγμα ποὺ θὰ σκεφτῶ, ἡ πιὸ σοφή λύση ποὺ θὰ βρῶ, εἶναι ἡ πιὸ μεγάλη ἀνοησία , ὅταν ἔχη τὸν ἐγωισμό μέσα της, ἐνῶ ἡ ταπείνωση εἶναι πραγματική σοφία. Γι’ αὐτὸ ὁ ἀγώνας νὰ γίνεται μὲ φιλότιμο καὶ μὲ πολλή ταπείνωση. Διαφορετικά, ἀντί νὰ ὠφελήση, ἔχει τὸ ἀντίθετο ἀποτέλεσμα. Σκοτίζεται ὁ νοῦς καὶ μετά λέει κανεὶς βλάσφημα πράγματα, γιατί προχώρησε ἐγωιστι­κά. Εἶναι πάνω ἀπὸ τὶς δυνάμεις του. Ἐδῶ ἕνας μορφωμένος, ἄν πάη νὰ ἑρμηνεύση τὰ δόγματα, ὑπάρχει κίνδυνος νὰ βλαφθῆ, πόσο μᾶλλον ἕνας ἀγράμματος, ἄν πάη νὰ διεισδύση μέσα στὸ πνεῦμα τὸ πατερικό, χωρίς νὰ ἔχη πνευματική κατάσταση! Γιατί, ἄν εἶχε λίγη πνευματική κατάσταση, δὲν θὰ τὸ ἔκανε αὐτό. Θὰ ἔλεγε: «Ἄν μου χρειάζε­ται κάτι, ὁ Θεὸς θὰ φωτίση. Ἄς ἐφαρμόσω αὐτὰ  ποὺ καταλαβαίνω. Εἶναι τόσα πολλά!».

– Δηλαδή, Γέροντα, ὅταν παρερμηνεύη κανεὶς τὸ Εὐαγγέλιο, εἶναι γιατί δὲν ἔχει ταπείνωση καὶ εὐλάβεια;

– Ναί, γιατί, ὅταν λείπη ἡ ταπείνωση, οἱ ἑρμηνεῖες ποὺ δίνει, εἶναι τοῦ μυαλοῦ, τῆς λογικῆς καὶ στεροῦνται ἀπὸ θεῖο φωτισμό.

– Ὅταν δὲν καταλαβαίνη κάτι, εἶναι καλύτερα νὰ τὸ ἀφήση γιὰ ἀργότερα;

– Ναί, νὰ πῆ: «Κάτι καλό λέει, ἀλλὰ ἐγώ δὲν τὸ καταλαβαίνω». Καὶ ἐγώ ἔτσι ἔκανα. Ὅταν ἤμουν μικρός καὶ διάβαζα τὸ Εὐαγγέλιο, ἄν δὲν καταλάβαινα κάτι, δὲν προσπα­θοῦσα νὰ τὸ ἑρμηνεύσω. Σκεφτόμουν: «Κάτι καλό λέει, ἀλλὰ ἐγώ δὲν τὸ καταλαβαίνω». Καὶ μετά ἔβλεπα, ὅταν χρειαζόταν αὐτό, τάκ, ἐρχόταν ἡ ἑρμηνεία, ἀλλὰ καὶ πάλι ἔλεγα: «Ἄς ρωτήσω καὶ κάποιον ἄλλον πῶς τὸ ἑρμηνεύουν αὐτό». Καὶ ἦταν ἀκριβῶς ἔτσι ὅπως τὸ εἶχα καταλάβει. Γιατί εἶναι ἀναίδεια νὰ προσπαθῆ κανεὶς νὰ ἑρμηνεύση τὸ Εὐαγγέλιο, καὶ μάλιστα ὅταν δὲν καταλαβαίνη. Γι’ αὐτό, ὅταν μελετᾶτε, νὰ μήν τὰ ἑρμηνεύετε μὲ τὸ μυαλό, ἀλλὰ νὰ φέρνετε καλούς λογισμούς, μέχρι νὰ ἔρθη ὁ θεῖος φωτισμός τῆς διακρίσεως, γιὰ νὰ ἐρμηνεύωνται μόνα τους.

– Μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἀποκτήση καλύτερη κατάσταση, νὰ καταλάβη κάτι βαθύτερα;

– Ὄχι βαθύτερα. Ἕνα θεῖο νόημα ἔχει πολλά θεία νοήματα. Μερικά μπορεῖ νὰ τὰ καταλάβη τώρα καὶ μερικά ἀργότερα. Ἕνας μπορεῖ νὰ διαβάζη-νὰ διαβάζη, νὰ μαθαίνη πολλά, καὶ νὰ μήν μπορῆ νὰ μπῆ καθόλου μέσα στὸ νόημα τοῦ Εὐαγγελίου. Ἄλλος μπορεῖ νὰ μή διαβάζη πολύ, ἀλλὰ νὰ ἔχη ταπείνωση, ἀγωνιστικό πνεῦμα, καὶ τὸν φωτίζει ὁ Θεὸς καὶ μπαίνει στὸ νόημα. Αὐτός ποὺ θέλει νὰ διαβάση περισσότερο, μπορεῖ νὰ τὸ θέλη ἀπὸ κενοδοξία ἤ γιὰ εὐχαρίστηση. Εἶναι σάν ἕναν ποὺ βλέπει μία πάλη καὶ δὲν κοιτάζει πῶς πάλεψαν, γιὰ νὰ βοηθηθῆ, νὰ γίνη παλαιστής, ἀλλὰ κοιτάζει συνέχεια τὸ ρολόι του, γιὰ νὰ προλάβη νὰ παρακολουθήση καὶ ἄλλη πάλη καὶ ἄλλη, καὶ παλαιστής δὲν γίνεται, ἀλλὰ μένει θεατής.

– Συχνά, Γέροντα, γιὰ ἕναν ποὺ εἶναι μορφωμένος λένε: «Αὐτός εἶναι καλλιεργη­μένος ἄνθρωπος». Πάντοτε ἔτσι εἶναι;

– Ὅταν λέμε, «αὐτός εἶναι καλλιεργημένος ἄνθρωπος», ἐννοοῦμε καλλιεργη­μένο πνευματικά, ὥριμο πνευματικά. Ἔχω παρατηρήσει πώς ὑπάρχει καὶ ἀγράμματος πολύ ὑπερήφανος καὶ ἀγράμματος πολύ ταπεινός, καὶ μορφωμένος πολύ ὑπερήφανος καὶ μορφωμένος πολύ ταπεινός. Δηλαδή, ἡ ἐσωτερική καλλιέργεια εἶναι ὅλη ἡ βάση. Γι’ αὐτὸ λέει καὶ Μ. Βασίλειος: «Τὸ σπουδαιότερο εἶναι νὰ ἔχης ὑψηλή θέση καὶ ταπεινό φρόνημα». Ἕνας ποὺ ἔχει μία θέση, καὶ νὰ ἔχη καὶ λίγο ὑπερηφάνεια, δικαιολογεῖται κάπως. Ἀλλά ἕνας ποὺ δὲν ἔχει θέση, ἄν ἔχη ὑπερηφάνεια, εἶναι τελείως ἀδικαιο­λόγητος. Ὅλη ἡ βάση εἶναι ἡ καλλιέργεια τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἡ ἐσωτερική καλλιέργεια. Ἄν εἶναι καλλιεργημένος κανείς, εἶναι καὶ μορφωμένος, ἔχει καὶ ταπεινό φρόνημα, αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ καλό. Γιὰ ἕναν ὅμως ποὺ δὲν ἔχει μεγάλη μόρφωση, ὅταν ἔχη πολύ μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του, εἶναι πολύ βαρύ.

«Ἡ γνῶσις φυσιοῖ»[3]

Ἡ ἐξωτερική μόρφωση τὶς περισσότερες φορές βλάπτει, γιατί ἀναπτύσσει στὸν ἄνθρωπο μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του. Ἡ ἰδέα μετά αὐτή γίνεται ὁ φράχτης ποὺ ἐμποδίζει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ τὸν πλησιάση. Ἐνῶ, ὅταν ὁ ἄνθρωπος πετάξη τὴν μία ἰδέα ποὺ ἔχει γιὰ τὸν ἑαυτό του, τὴν ψεύτικη, τότε ὁ Καλός καὶ Πλούσιος Πατέρας μας τὸν πλουτίζει μὲ τὶς θεϊκές Του φωτεινές ἰδέες. Ὅταν ὅμως ὁ ταλαίπωρος ἄνθρωπος ἔχη μεγάλη ἰδέα γιὰ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν κρατάη τὴν ἰδέα αὐτή στὸν ἐγκέφαλό του, συνεχίζει νὰ εἶναι ἐγκέφαλος, σάρκα, καὶ ἀγνοεῖ τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Οἱ πολλές γνώσεις, δηλαδή, ὑπάρχει φόβος νὰ φουσκώσουν τὸ κεφάλι, νὰ τὸ κάνουν ἀερόστατο, καὶ νὰ διατρέχη τὸν κίνδυνο ἤ νὰ σπάση στὸν ἀέρα (μὲ σχιζοφρένεια) ἤ νὰ γκρεμισθῆ (μὲ ὑπερηφάνεια) καὶ νὰ γίνη κομμάτια. Γι’ αὐτὸ ἡ γνώση θὰ πρέπη νὰ ἀκολουθῆ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ συμβαδίζη μὲ τὴν πράξη, γιὰ νὰ ὑπάρχη ἰσορροπία. Ἡ σκέτη γνώση βλάπτει.

Ὅταν μπαίνη ὁ ἐγωισμός καὶ μιλῶ, γιὰ νὰ μὲ θαυμάσουν, γιατί ἐγώ σκέφθηκα καλύτερα, τότε λειτουργοῦν οἱ πνευματικοί νόμοι, γιὰ νὰ συνέλθω. Ὅταν ὅμως αὐτὸ γίνεται συνέχεια, πειράζει. Μία τριχούλα μπαίνει στὸ μάτι καὶ τὸ ἐρεθίζει λίγο. Ἄν μπαίνη συνέχεια, δημιουργεῖ μεγάλο ἐρεθισμό. Ἔτσι καὶ ἐδῶ δημιουργεῖται πνευματικός ἐρεθισμός. Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἔχη ἐξυπνάδα καὶ κάνη μία ἐργασία μὲ εὐκολία, πρέπει νὰ διαλύεται μπροστὰ στὸν Θεό, νὰ Τὸν εὐχαριστή μέρα-νύχτα ποὺ τοῦ ἔδωσε ἐξυπνάδα, καὶ τὴν κάνει, χωρίς νὰ κουράζεται. Αὐτὸ ἔλειψε, νὰ μήν Τὸν εὐχαριστή!

– Ἄν ὅμως, Γέροντα, ἔχη τὴν γνώμη ὅτι δὲν καταφέρνει τίποτε;

– Τότε τὸν πειράζει τὸ ταγκαλάκι ἀπὸ τὴν ἀντίθετη πλευρά. Ρώτησαν τὴν καμήλα: «Ὁ ἀνήφορος σ΄ ἀρέσει ἤ ὁ κατήφορος;». Κι ἐκείνη εἶπε: «Γιατί, τὸ ἴσωμα χάθηκε;».

Αὐτοί ποὺ δὲν ἔχουν μυαλό εἶναι καλύτερα. Σ΄ ἐμᾶς δόθηκε μυαλό, γιὰ νὰ εἴμαστε καλύτερα, ἀλλὰ τί κάνουμε; Θὰ μᾶς ζητηθῆ λόγος. Πῶς τὰ οἰκονομάει ὁ Θεός! Αὐτοί ποὺ δὲν τούς κόβει, εἶναι χαρούμενοι – καὶ στὴν ἄλλη ζωή θὰ εἶναι καλύτερα, καὶ αὐτοί ποὺ ἔχουν τὸ μυαλό τὸ πολύ βασανίζονται.

– Στὴν ἄλλη ζωή, Γέροντα, οἱ καθυστερημένοι διανοητικά θὰ εἶναι καλά, δὲν θὰ εἶναι λειψοί;

– Τελικά, καὶ τὸ πολύ μυαλό θὰ γίνη πολτός καὶ τὸ λίγο μυαλό θὰ γίνη πολτός. Ἐκεῖ, στὸν Οὐρανό δὲν θὰ εἶναι μετά νοῦς. Οἱ θεολόγοι Ἅγιοι στὸν Οὐρανό δὲν θὰ εἶναι σὲ καλύτερη θέση ὡς πρὸς τὴν γνώση τοῦ Θεοῦ ἀπὸ ὅσους ἦταν διανοητικῶς ἀνάπηροι στὴν ζωή αὐτή. Ἴσως στούς δεύτερους νὰ δώση ὁ Δίκαιος Θεὸς καὶ κάτι παραπάνω, γιατί ἔζησαν ἐδῶ στερημένοι.

 

Νὰ δουλεύουμε σωστὰ τὸ μυαλό

– Γιατί ὅμως, Γέροντα, συχνά λέτε ὅτι ἡ μόρφωση εἶναι καλή προϋπόθεση γιὰ τὸν Μοναχισμό;

– Κοίτα νὰ σοῦ πῶ, ἕνας μορφωμένος μπορεῖ νὰ πάρη νὰ διαβάση ἕνα Πατερικό καὶ μὲ λίγη προσπάθεια, ἐπειδή θὰ τὸ καταλάβη, νὰ προχωρήση γρήγορα. Ἕνας ἀγράμματος, ἄν δὲν ἔχη εὐλάβεια, δύσκολα θὰ προχωρήση. Ὁ ἀγράμματος πρέπει νὰ φθάση νὰ ἔχη βιώματα καὶ θεία γεγονότα καὶ μέσα ἀπὸ αὐτὰ  νὰ κατανοήση μετά τὰ ὅσα διαβάζει. Ἐνῶ ὁ μορφωμένος, λίγη προσπάθεια ἄν κάνη, γρήγορα θὰ προχωρήση, φθάνει νὰ δουλεύη τὸ μυαλό του καὶ νὰ μήν πιάνεται μόνον ἀπὸ τὴν θεωρία καὶ τὸν κλέβει ἡ θεωρία. Δὲν λέω νὰ θέλη νὰ γνωρίση τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ μυαλό.

– Δηλαδή, Γέροντα, νὰ χρησιμοποιῆ τὸ μυαλό τοῦ κατὰ τῶν παθῶν;

– Ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ καὶ γενικώτερα. Βλέπει τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ, τὸ σύμπαν ὅλο καὶ δοξολογεῖ, εὐχαριστεῖ τὸν Θεό. Βλέπεις, πρῶτα ὁ Ἀβραάμ ἀναζήτησε τὸν Θεό καὶ ὕστερα ὁ Θεὸς τὸν Ἀβραάμ.

– Πῶς δηλαδή;

– Ὁ πατέρας τοῦ Ἀβραάμ ἦταν εἰδωλολάτρης, λάτρευε τὰ εἴδωλα. Ὁ Ἀβραάμ εἶδε τὸ σύμπαν, προβληματίσθηκε ποὺ λάτρευαν τὰ ἄψυχα εἴδωλα καὶ δούλεψε τὸ μυαλό του: «Δὲν μπορεῖ, εἶπε, αὐτὰ  τὰ εἴδωλα, αὐτὰ  τὰ ξύλα, νὰ εἶναι θεοί, νὰ δημιούργησαν αὐτόν τὸν κόσμο. Ποιός ἔκανε τὸν οὐρανό, τὰ΄ ἀστέρια, τὸν ἥλιο κ.λπ.; Πρέπει νὰ βρῶ τὸν ἀληθινό Θεό κι Αὐτόν νὰ πιστέψω καὶ θὰ προσκυνήσω». Τότε λοιπόν ὁ Θεὸς τοῦ ἀποκαλύφθηκε καὶ τοῦ εἶπε: «Ἔξελθε ἐκ τῆς γής σου καὶ ἐκ τῆς συγγενείας σου»[4] καὶ τὸν πῆγε στὴν Χεβρώμ, καὶ ἔγινε ἀγαπημένο παιδί τοῦ Θεοῦ. Ὁ μορφωμένος, καὶ εὐλάβεια νὰ μήν ἔχη, ἐπειδή μπορεῖ εὔκολα νὰ καταλάβη, μὲ λίγη ταπείνωση καὶ λίγο ἀγώνα θὰ προχωρήση. Νά, εἶναι ὅπως λ.χ. στὶς διαβιβάσεις ποὺ ἤμουν. Ὅταν μὲ ἔβαλαν ἐκεῖ, εἶχε μερικά σήματα ἀγγλικά. Ὅσοι ἦταν μορφωμένοι καὶ ἤξεραν καὶ ἀγγλικά, ἀμέσως τὰ ἐπίαναν. Ἐμεῖς οἱ ἄλλοι δυσκολευόμασταν. Ἀλλά καὶ στὴν θεωρία ποὺ κάναμε εὔκολα οἱ ἄλλοι τὰ καταλάβαιναν, γιατί ἤξεραν ὁρισμένα πράγματα, ἐνῶ ἐμεῖς πάλι δυσκολευόμασταν.

Πρέπει νὰ γνωρίση κανεὶς τὶς εὐεργεσίες τοῦ Θεοῦ. Νὰ καταλάβη τί τοῦ ἔχει δοθῆ. Τὸ μυαλό γιατί μᾶς τὸ ἔδωσε ὁ Θεός; Γιὰ νὰ ἐξετάζουμε, νὰ μελετοῦμε, νὰ παρακολουθοῦμε τὸν ἑαυτό μᾶς κ.λπ. Τὸ μυαλό ὁ Θεὸς δὲν τὸ ἔδωσε στούς ἀνθρώπους, γιὰ νὰ καταγίνωνται συνέχεια μὲ τὸ πῶς νὰ βροῦν ταχύτερο μέσο νὰ πηγαίνουν ἀπὸ τὴν μία χώρα στὴν ἄλλη, ἀλλὰ γιὰ νὰ καταγινώμαστε μὲ τὸ κυριώτερο, πῶς νὰ φθάσουμε στὸν προορισμό μας, κοντά στὸν Θεό, στὴν ἀληθινή χώρα, στὸν Παράδεισο.

Τί εὐεργεσίες ἔκανε ὁ Θεὸς στὸν Ἰσραηλιτικό λαό! Τί σημεῖα! Πόσα γεγονότα! Ὅταν ὅμως ὁ Μωυσῆς ἄργησε νὰ κατεβῆ ἀπὸ τὸ Σινά μὲ τὶς πλάκες, τὶς δέκα ἐντολές τοῦ Θεοῦ, ὁ λαός ἔδωσε τὰ χρυσαφικά του, γιὰ νὰ κάνουν ἕνα χρυσό μοσχάρι καὶ νὰ τὸ προσκυνοῦν[5]. Στὴν ἐποχή μας δὲν ὑπάρχει κανένας ἄνθρωπος μὲ… μοσχαρίσιο μυα­λό. Γι’ αὐτὸ γιὰ ἕναν μορφωμένο δὲν δικαιολογεῖται νὰ μήν καταλαβαίνη ποιό εἶναι τὸ σωστό. Τὸ μυαλό τὸ ἔδωσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ βρῆ ὁ ἄνθρωπος τὸν Δημιουργό του. Οἱ Εὐρωπαῖοι τὸ ζάλισαν τὸ μυαλό, ἔπαθαν σύγχυση καὶ πᾶνε στὸν γκρεμό, γιατί ἔβγα­λαν τὸν Θεό ἀπὸ τὴν ζωή τους.

Εἶναι καὶ μερικοί πού, ἐνῶ ἔχουν ὅλες τὶς προϋποθέσεις, μυαλό, ἐξυπνάδα κ.λπ., γιὰ νὰ προχωρήσουν, δὲν προσέχουν τί τούς λές. Μόλις τούς κάνης μία νύξη, «κατά­λαβα»λένε καὶ σπεύδουν νὰ συμπληρώσουν. Ἔρχονται στὸ Ὅρος ἐξυπνότατα παιδιά. Δείχνουν ὅτι πιάνουν ἀμέσως ὅ,τι τούς λές, ἀλλὰ πιάνουν ἀέρα, γιατί δὲν προσέχουν. Ἐνῶ ἄλλα μὲ λιγώτερη ἐξυπνάδα, προσέχουν, περιμένουν μὲ σύνεση νὰ ἀκούσουν καὶ τὰ παρακάτω, καὶ τούς μένουν αὐτὰ  ποὺ ἀκοῦν. Ἄλλα καταλαβαίνουν πολλά, μαζεύ­ουν ἀπὸ ΄δῶ-ἀπὸ ΄κεῖ, γεμίζουν γνώσεις καὶ δὲν κάνουν τίποτε. Ἀχρηστεύουν τὸ μυαλό ποὺ τούς ἔδωσε ὁ Θεός, τὸ κουρκουτιάζουν. Ἔχουν μία ὑπερηφάνεια καὶ δὲν ἀφήνουν τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ τὰ ἐπισκιάση. Ἐνῶ ἄλλα ποὺ δὲν ἔχουν πολύ μυαλό, πολύ ταπεινώνονται. Λένε: «Δὲν μοῦ κόβει» καὶ ξαναρωτοῦν: «Πῶς τὸ εἶπες αὐτό;», καὶ προ­σπα­θοῦν νὰ τὸ ἐφαρμόσουν. Ἔτσι χαριτώνονται καὶ προχωροῦν. Ὁ ταπεινός ἄνθρωπος συνήθως εἶναι πολυμαθής, ἐνῶ ὁ ἐγωιστής, ἐπειδή δὲν ταπεινώνεται νὰ ρωτήση, δὲν ἔχει γνώσεις. Ὁ Μέγας Ἀρσένιος[6] ἦταν ὁ πιὸ μορφωμένος σ΄ ὅλη τὴν Βυζαντινή Αὐ­τοκρατορία. Ὁ Μέγας Θεοδόσιος τὸν εἶχε δάσκαλο στὰ παιδιά του, τὸν Ἀρκάδιο καὶ Ὀνώριο. Ὅταν ὅμως πῆγε στὴν ἔρημο γιὰ μοναχός, κάθησε κοντά στὸν Ἀββᾶ Μακάριο τὸν ἀγράμματο καὶ ἔλεγε: «Οὔτε τὸ ἀλφάβητο αὐτοῦ δὲν ξέρω»!

– Γέροντα, πῶς θὰ γίνη νὰ μήν ἐξετάζη τὰ πράγματα κανεὶς μόνο μὲ τὸ μυαλό;

– Τὸ μυαλό πρέπει νὰ τὸ δουλεύη σωστὰ. Νὰ τὸ δουλεύη στὸ μεγαλεῖο του Θεοῦ, γιὰ νὰ βρῆ τὸν Θεό, ὄχι νὰ κάνη τὸ μυαλό τοῦ Θεό. Ὅσοι ἔχουν μυαλό, πρέπει νὰ εἶναι προχωρημένοι πνευματικά. Μία ματιά νὰ ρίξουν, καταλαβαίνουν. Ὅταν δουλεύη κανεὶς τὸ μυαλό, μπορεῖ νὰ βοηθήση τὸν ἄλλον, διαφορετικά, μπορεῖ νὰ τὸν βασανίση. Ἔχω ὕπ΄ ὄψιν μου γεγονότα ἀπὸ λαϊκούς. Γνώρισα ἕνα παιδί ποὺ ἔμεινε ὀρφανό ἀπὸ πατέρα, μαζί μὲ τὰ τρία ἀδελφάκια του, καὶ ἡ μάνα τοῦ ξαναπαντρεύτηκε. Τὰ ὀρφανά δὲν εἶδαν ἀγάπη ἀπὸ τὴν μάνα οὔτε ἀπὸ τὸν πατρυιό τους. Τὸ ταλαίπωρο, ὅταν μεγάλωσε, ἄνοιξε ἕνα ἐμπορικό καὶ δούλευε. Μία φορά ἄκουσε ὅτι πέθανε κάποιος καὶ ἄφησε τρία ὀρφανά. Πόνεσε τὰ ὀρφανά καὶ εἶπε στὴν χήρα γυναίκα: «Θέλεις νὰ παντρευθοῦμε καὶ νὰ ζήσουμε σάν ἀδέλφια, γιὰ νὰ προστατεύσουμε αὐτὰ  τὰ παιδιά;». Τὸ δέχθηκε ἐκείνη. Τώρα ζοῦν πνευματικά, διαβάζουν Συναξάρια, Φιλοκαλία, πᾶνε σὲ Μοναστήρια, ἔχουν Πνευματικό. Σκέφθηκε σωστὰ καὶ ἐνήργησε ἔτσι καὶ δέχθηκε τὴν θεία Χάρη. Ἀλλιῶς θὰ τοῦ ἔλεγε τὸ ταγκαλάκι: «Τώρα νὰ τὰ βασανίσης αὐτὰ  τὰ παιδιά, ὅπως βασανίστηκες καὶ ἐσύ». Αὐτός δὲν πῆγε νὰ ἐκδικηθῆ μὲ τὴν κακότητα, ἀλλὰ ἐκδικήθηκε μὲ τὴν καλωσύνη. Ἄλλοι χρησιμοποιοῦν τὸ μυαλό τους στὸ καλό καὶ ἐφευρίσκουν καλά πράγματα καὶ ἄλλοι γιὰ καταστροφή. Εἶναι καὶ τὸ ταγκαλάκι ποὺ τούς βάζει.

Βλέπουμε καὶ στὴν περίπτωση τοῦ Ἄβελ καὶ τοῦ Κάιν[7]. Μήπως ὁ Θεὸς ἀλλιῶς ἔκανε τὸν Ἄβελ καὶ ἀλλιῶς τὸν Κάιν; Ὁ Ἄβελ ὅμως δούλεψε σωστὰ τὸ μυαλό ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ Θεός. Σκέφθηκε: «Ὁ Θεὸς μου ἔδωσε ὁλόκληρο κοπάδι, ἕνα ἀρνάκι νὰ μήν Τοῦ δώσω;». Καὶ πιάνει καὶ σφάζει τὸ καλύτερο ἀρνάκι. Ὁ Κάιν πῆρε σιτάρι μὲ σκύβαλα μαζί καὶ τὸ πρόσφερε θυσία στὸν Θεό. Ὁ ἕνας πρόσφερε τὸ καλό ἀρνί, ὁ ἄλλος ἄχρηστα σκύβαλα. Ἐντάξει, δὲν θέλεις νὰ προσφέρης ἕνα ἀρνάκι, πάρε τουλάχιστον λίγο κα­θαρό σιτάρι. Δυστυχῶς ὅμως παίρνει σιτάρι μαζί μὲ σκύβαλα καὶ τὸ καπνίζει. Τί προσ­φερε ὁ ἕνας, τί ὁ ἄλλος! Ὁ Θεὸς εὐαρεστήθηκε ἀπὸ τὴν θυσία τοῦ Ἄβελ. Ζήλεψε μετά ὁ Κάιν καὶ σκότωσε τὸν Ἄβελ. Ἔτσι ὁ Θεὸς πῆρε στὸν Παράδεισο τὸν Ἄβελ καὶ ὁ ἄλλος γύριζε σάν ἀγρίμι στὰ δάση. Φυσικά ὁ Θεὸς ἔδωσε ἐλευθερία, ἀλλὰ ὁ Ἄβελ τὴν ἀξιοποίησε.

[1]. Στιχηρό ἰδιόμελο τῆς ἑορτῆς τῆς Πεντηκοστῆς.

[2]. Ἰω. 8, 32

[3].

[4]. Γέν. 12, 1.

[5]. Βλ. Ἐξ. 32, 1-6.

[6]. Βλ. Τὸ Γεροντικόν, Ἀββᾶς Ἀρσένιος στ΄, σ. 5.

[7]. Βλ. Γέν. 4, 2-15.

0