
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΗΣ ΑΠΟΚΡΕΩ
Ἡ Κυριακή αὐτή λέγεται ἔτσι, διότι ἀπό τήν ἑπόμενη ἡμέρα (Δευτέρα) ἀπέχουμε κρέατος. Δηλ. ἡ Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω εἶναι ἡ τελευταία ἡμέρα τῆς κρεοφαγίας μέχρι τό Πάσχα καί δέν ἐπιτρέπεται ἡ κατανάλωση κρέατος, ἐκτός ἄν πρόκειται γιά ἀρρώστους.
Οἱ θεῖοι Πατέρες ἔταξαν αὐτή τήν Κυριακή νά γίνεται ἀνάμνηση τῆς Δευτέρας Παρουσίας τοῦ Χριστοῦ, γιά νά θυμόμαστε ὄχι μόνο τή φιλανθρωπία Του (ἀπό τήν Κυριακή τοῦ Ἀσώτου), ἀλλά καί τή δικαιοσύνη Του στήν κρίση, πού θά γίνει μερικῶς τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου μας καί τελικῶς – τελεσιδίκως στή Δευτέρα Παρουσία Του.
Ἔτσι εἶναι δυνατόν νά διεγειρόμαστε ἀπό τόν ὕπνο τῆς ἀμελείας πρός ἐργασία τῶν ἀρετῶν καί καλλιέργεια – αὔξηση τῶν ταλάντων μας.
Πηγή: ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ Στοιχεῖα Ἀγωγῆς γιά τήν τάξη καί τή Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας , Γεώργιος Σ. Κουγιουμτζόγλου Πρεσβύτερος, ΣΤ΄ΕΚΔΟΣΗ
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ
Ὁ ἔνδοξος μάρτυς τοῦ Χριστοῦ Πολύκαρπος, ὁ ὁποῖος κατὰ τὸν μαθητὴ τοῦ ἅγιο Εἰρηναῖο Λουγδούνου ὑπῆρξε «μαθητὴς τῶν Ἀποστόλων καὶ οἰκεῖος μὲ ὅσους τὸν Κύριον εἶδον», γεννήθηκε στὴν Ἔφεσο κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορα Βεσπασιανοῦ (περὶ τὸ 70). Πρὶν μαρτυρήσουν, οἱ ἅγιοι γονεῖς του ἐμπιστεύθηκαν τὸ παιδὶ τους σὲ εὐσεβῆ καὶ εὐγενῆ γυναίκα, τὴν Καλλίστη, ἡ ὁποία τὸ ἀνέθρεψε μὲ φόβο Θεοῦ καὶ ἀγάπη γιὰ τὶς ἀρετές. Τὸ παιδὶ γεμάτο συμπόνια ἐφάρμοζε τόσο καλὰ τὴν ἐντολὴ τῆς ἐλεημοσύνης, ὥστε δαπανοῦσε τὰ ἀποθέματα τῆς θετῆς μητέρας του μοιράζοντάς τὰ στοὺς πτωχούς. Ἐκεῖνα ὅμως θαυματουργικῶς ἀναπληρώνονταν καὶ ἡ Καλλίστη ἄλλαξε τὸ ὄνομά του ἀπὸ Παγκράτιο σὲ Πολύκαρπο.
Σὲ ὥριμη ἡλικία ἔγινε μαθητὴς τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου ὁ ὁποῖος τὴν ἐποχὴ ἐκείνη κήρυττε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν ἐπαρχία τῆς Ἀσίας μὲ τὸν ἅγιος Βουκόλο [6 Φεβρ.] καὶ τὸν ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο [20 Δεκ.] Ἐμποτισμένος μὲ τὴν διδασκαλία τοῦ ἁγίου Ἀποστόλου, μοιράστηκε πρόθυμα ὅλες τὶς περιπέτειες τοῦ ἀγαπημένου μαθητοῦ τοῦ Χριστοῦ μέχρι τὴν ἐξορία τοῦ στὴν Πάτμο. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης χειροτόνησε τότε τὸν Βουκόλο ἐπίσκοπο τῆς μεγάλης καὶ ἐπιφανοῦς πόλεως τῆς Σμύρνης καὶ τοῦ ἐμπιστεύθηκε τὸν Πολύκαρπο ὡς βοηθὸ καὶ συνεργάτη. Φθάνοντας στὴν Σμύρνη ὁ Πολύκαρπος χειροτονήθηκε πρεσβύτερος καὶ ἀνέλαβε τὴν φροντίδα τῶν ὀρφανῶν, ἕως τὴν ἡμέρα πού, προβλέποντας τὸν ἐπικείμενο θάνατό του, ὁ ἅγιος Βουκόλος ὅρισε τὸν ταπεινὸ Πολύκαρπο διάδοχό του.
Ὅταν μὲ θέλημα Θεοῦ καὶ πνευματικοῦ πατρὸς ἔγινε ποιμὴν τῆς Ἐκκλησίας τῆς Σμύρνης, ὁ Πολύκαρπος ἐπιδόθηκε στὸ ἔργο του μιμούμενος ἐν πᾶσι τὴν πολιτεία τῶν πατέρων του καὶ ἐπαναλαμβάνοντας πιστὰ τὰ δικὰ τοὺς λόγια, ὅπως καὶ ὅσα εἶχαν ταμιεύσει ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ στόμα τοῦ Κυρίου. Ἀπὸ τὴν ἐξορία του στὴν Πάτμο, ὁ ἅγιος Ἰωάννης ἀπεύθυνε τὰ ἐγκώμιά του τῷ ἀγγέλῳ τῆς ἐν Σμύρνης Ἐκκλησίας, ἐνθαρρύνοντάς τὸν νὰ μείνει πιστὸς ἄχρι θανάτου ὥστε νὰ λάβει τὸν στέφανο τῆς ζωῆς (Ἀπ. 2, 10). Ἐνδεδυμένος τὴν θεία χάρη, ὁ Πολύκαρπος ἐπιτέλεσε πλῆθος θαυμάτων: ἔσβησε μὲ τὴν προσευχὴ του μία πυρκαγιὰ ποὺ ἀπειλοῦσε τὸν τόπο ἐπὶ ἑπτὰ ἡμέρες, προκάλεσε εὐεργετικὴ βροχὴ μετὰ ἀπὸ μακρὰ ξηρασία, ἐλευθέρωσε δαιμονισμένους καὶ θεράπευσε ἀρρώστους μὲ ἀποτέλεσμα χάρις σὲ αὐτὸν νὰ μεταστραφοῦν στὴν ἀληθινὴ πίστη πολυάριθμοι εἰδωλολάτρες.
Ὅταν, πρὸς τὴν ἀρχὴ τῆς ἐπισκοπείας τοῦ Πολυκάρπου (περὶ τὸ 101), ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος καταδικάσθηκε σὲ θάνατο καὶ ἐστάλη ἁλυσοδεμένος στὴν Ρώμη γιὰ νὰ παραδοθεῖ στὰ θηρία, πέρασε ἀπὸ τῇ Σμύρνη καὶ εἶχε τὴν εὐτυχία νὰ ἀσπαστεῖ γιὰ τελευταία φορὰ τὸν ἅγιο ἐπίσκοπο. Φθάνοντας στὴν Τρῳάδα τοῦ ἀπηύθυνε ἐπιστολὴ γιὰ νὰ τὸν εὐχαριστήσει γιὰ τὴν φιλοξενία, τοῦ ἀνέθεσε τὴν φροντίδα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἀντιοχείας καὶ τοῦ μετέδωσε θεόπνευστες συμβουλὲς γιὰ τὰ καθήκοντα τοῦ ποιμενάρχη: «Σὲ ὑπερτιμῶ, ἀφοῦ ἀξιώθηκα νὰ δῶ τὸ ἄμωμο πρόσωπό σου. Σὲ παρακαλῶ στὸ ὄνομα τῆς χάριτος ποὺ ἐνεδύθης νὰ συνεχίσεις τὸν δρόμο σου καὶ νὰ τοὺς στηρίξεις ὅλους στὴν πίστη, ὥστε νὰ σωθοῦν. Φύλαττε τὴν τιμὴ τοῦ ἀξιώματός σου μὲ κάθε ἐπιμέλεια σώματος καὶ πνεύματος. Φρόντιζε γιὰ τὴν ἑνότητα διότι τίποτε δὲν ὑπάρχει ἀνωτέρω της. Βάσταζε τοὺς πάντες ὅπως ὁ Κύριος βαστάζει ἐσένα. Ἀφοσιώσου στὸ ἀδιαλείπτως προσεύχεσθαι. Νὰ ὑπομένεις ἐν ἀγάπη τὶς ἀσθένειες ὅλων ὡς τέλειος αθλητής… Οἱ περιστάσεις σὲ ἀποζητοῦν, ὅπως ἀποζητᾶ τὸν ἄνεμο ὁ κυβερνήτης τοῦ πλοίου καὶ ὁ χειμαζόμενος τὸ ἀσφαλὲς ὁρμητήριο, γιὰ νὰ ἀξιωθεῖς τὸν Θεό».
Ἐν συνεχεία, ὁ ἅγιος Πολύκαρπος ἔγραψε στοὺς χριστιανοὺς τῶν Φιλίππων γιὰ νὰ τοὺς συγχαρεῖ ποὺ δέχθηκαν τὸν Ἰγνάτιο καὶ τούς μάρτυρες, «τὰ μιμήματα τῆς ἀληθοῦς ἀγάπης, τοὺς ὁποίους ξεπροβοδίσατε ἀξίως, τοὺς ἁλυσοδεμένους μὲ ἀγιόπρεπα δεσμά, τὰ ὁποία ἀποτελοῦν διαδήματα ἐκείνων ποὺ εἶναι ἀληθινὰ ἐκλεγμένοι ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ Κύριο ἡμῶν». Τοὺς προτρέπει νὰ προσκαρτεροῦν μὲ τὴν ὑπομονὴ ἐκείνη ποὺ εἶδαν στοὺς μάρτυρες καὶ τοὺς ἐκθέτει τὶς ἀρχὲς μίας φιλάνθρωπης χριστιανικῆς κοινότητος: «Ἡ πίστις εἶναι μήτηρ πάντων ἡμῶν, ἀκολουθεῖ ἡ ἐλπίδα, ἐνῶ προπορεύεται ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸν καὶ τὸν Χριστὸ καὶ τὸν πλησίον. Ἐὰν κάποιος ζεῖ μὲ αὐτὲς τὶς ἀρετὲς ἐκπληρώνει τὴν ἐντολὴ τῆς δικαιοσύνης, διότι ὁ ἔχων ἀγάπη βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ κάθε ἁμαρτία».
Μὲ τὸν καθ’ ὅλα ἀποστολικὸ αὐτὸ τρόπο κυβέρνησε τὴν Ἐκκλησία του ἐπὶ περισσότερα ἀπὸ πενήντα ἔτη. Περὶ τὸ 160, γέροντας πλήρης ἡμερῶν, μετέβη στὴν Ρώμη γιὰ νὰ συσκεφθεῖ μὲ τὸν πάπα Ἀνίκητο γύρω ἀπὸ τὴν διαφορὰ ποὺ χώριζε τὴν Ρώμη ἀπὸ τὶς Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας ὅσον ἀφορᾶ στὸν καθορισμὸ τῆς ἡμέρας τοῦ ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα καὶ γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖ τὴν ὀρθὴ πίστη κατὰ τῶν αἱρέσεων. Ἡ ἀκτινοβολία τῆς ἁγιότητός του καὶ ἡ διδασκαλία του προκαλέσαν τὴν μεταστροφὴ πολλῶν ψυχῶν ποὺ εἶχαν παραπλανηθεῖ ἀπὸ τοὺς αἱρετικοὺς Μαρκίωνα καὶ Οὐαλεντίνο. Κατὰ τὴν ἀναχωρήσή του ἀπὸ τὴν Ρώμη, ὁ πάπας ἀπὸ σεβασμὸ τοῦ παρεχώρησε νὰ προΐσταται τῆς εὐχαριστιακῆς Συνάξεως· ἀφοῦ ἀσπάσθηκαν ἀλλήλους, χωρίσαν ἐν εἰρήνη, σεβόμενοι ἀμοιβαίως τὶς θεμιτὲς διαφορὲς μεταξὺ τῶν τοπικῶν Ἐκκλησιῶν.
Λίγο μετὰ τὴν ἐπιστροφὴ του στὴν Σμύρνη (165), ὁ ἀνθύπατος Στράτιος Κοδράτος ἐξαπέλυσε βίαιο διωγμὸ ὁ ὁποῖος ἀναστάτωσε ὅλες τὶς Ἐκκλησίες τῆς Ἀσίας καὶ κατὰ τὸν ὁποῖο ὁ ἅγιος Πολύκαρπος, ἡλικίας τότε ὀγδόντα ἕξι ἐτῶν, βρῆκε μαζὶ μὲ δώδεκα μάρτυρες ἀπὸ τὴν Φιλαδέλφεια ἔνδοξο θάνατο, τὸ Μεγάλο Σάββατο (23 Φεβρουαρίου 167), μὲ τρόπο παρόμοιο μὲ τὸ Πάθος τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἐνῶ οἱ γενναῖοι μάρτυρες τοῦ Χριστοῦ ὑφίσταντο κάθε εἴδους βασανιστήρια καὶ παραδίδονταν στὸ τέλος τροφὴ στὰ θηρία, ὁ πανόσιος Πολύκαρπος διατηροῦσε τὴν συνηθισμένη γαλήνη του καὶ ἤθελε μάλιστα νὰ παραμείνει στὴν πόλη, γιὰ νὰ μὴν ἐγκαταλείψει τὸ πνευματικὸ του ποίμνιο. Μὲ τὴν ἐπιμονή, ὅμως, τῶν συντρόφων του ποὺ τὸν ἱκέτευαν νὰ μὴν ἐκτεθεῖ πρόωρα στὸν θάνατο, ἀποσύρθηκε σὲ ἕνα μικρὸ κτῆμα κοντὰ στὴν πόλη καὶ μέρα-νύκτα προσευχόταν γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους καὶ ὅλες τὶς Ἐκκλησίες τοῦ κόσμου. Τρεῖς ἡμέρες μετὰ τὴν σύλληψή του, ἐνῶ προσευχόταν, εἶδε σὲ ὀπτασία τὸ προσκέφαλό του νὰ πιάνει φωτιὰ καὶ νὰ καίγεται. Στρεφόμενος πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, τοὺς ἀνήγγειλε ἤρεμα ὅτι ἔπρεπε νὰ προσφέρει τὴν ζωὴ του γιὰ τὸν Χριστὸ στὴν πυρά.
Ἀναγκασμένος νὰ ἀλλάξει κρησφύγετο, δὲν πρόλαβε νὰ φθάσει ἐκεῖ, ὅταν ὁπλισμένοι ἄνδρες ποὺ εἶχαν μάθει ποὺ βρίσκεται, βασανίζοντας ἕναν μικρὸ δοῦλο, εἰσέβαλαν στὸ σπίτι. Ὁ ἐπίσκοπος ἀρνήθηκε νὰ διαφύγει καὶ τοὺς δέχθηκε μὲ πρόσωπο ποὺ ἔλαμπε, γεμάτο γλυκύτητα, τοὺς κάλεσε νὰ φανὲ καὶ νὰ πιοῦνε ὅσο ἤθελαν καὶ τὸ μόνο ποὺ ζήτησε ἦταν νὰ τοῦ δώσουν λίγη ὥρα νὰ προσευχηθεῖ. Ἐκεῖνοι δέχθηκαν καὶ γιὰ δύο ὧρες ὁ γέροντας στεκόταν ὄρθιος, πλήρης θείας χάριτος, μνημονεύοντας ὅσους ἀνθρώπους εἶχε γνωρίσει, μικροὺς καὶ μεγάλους, ἐνδόξους καὶ ἀφανεῖς, ὅπως καὶ ἀνὰ τὴν οἰκουμένη καθολικὴ Ἐκκλησία. Ὅταν ἔφθασε ἡ ὥρα νὰ φύγουν, οἱ στρατιῶτες κυριευμένοι ἀπὸ μεγάλο φόβο καὶ μετανοημένοι γιὰ τὸ ἔργο ποὺ εἶχαν νὰ ἐκτελέσουν, τὸν ἔβαλαν νὰ καθήσει πάνω σὲ ὄνο γιὰ νὰ τὸν ὁδηγήσουν στὴν Σμύρνη. Ὁ εὶρήναρχος (ἀστυνόμος), ποὺ δικαίως ὀνομαζόταν Ἡρώδης, ἐμφανίσθηκε μπροστὰ του καὶ τὸν ἀνέβασε στὴν άμαξά του γιὰ νὰ τὸν πείσει νὰ σώσει τῇ ζωὴ του θυσιάζοντας στὸν Καίσαρα. Ὅταν ὅμως κατάλαβε ὅτι ματαίως κοπίαζε, τὸν πέταξε στὸν δρόμο καθυβρίζοντας τόν. Πληγωμένος στὸ πόδι, ὁ γέροντας συνέχισε παρὰ ταῦτα χαρούμενος τὸν δρόμο τοῦ πεζός. Ὅταν μπῆκε στὸ στάδιο τὸ ὁποῖο ἦταν γεμάτο ἀπὸ πλῆθος ποὺ οὔρλιαζε καὶ διψοῦσε γιὰ αἷμα, θεϊκὴ φωνὴ ἀκούστηκε ἀπὸ τοὺς μοναδικοὺς χριστιανοὺς ποὺ βρίσκονταν στὸ κέντρο τοῦ πλήθους καὶ ἔλεγε: «Ἴσχυε, Πολύκαρπε, καὶ ἀνδρίζου!» Ὁ ἀνθύπατος τὸν προέτρεψε νὰ ἀπαρνηθεῖ τὸν Χριστὸ λέγοντας: «Λυπήσου τὰ χρόνια σου» καὶ ἄλλα παρόμοια ποὺ οἱ διῶκτες συνηθίζουν σὲ τέτοιες περιστάσεις. «Ὁρκίσου στὴν τύχη τοῦ Καίσαρα καὶ πες: Αἶρε τοὺς ἀθέους!» τοῦ φώναξε. Περιφέροντας τότε τὸ βλέμμα του πάνω στὸ πλῆθος τῶν εἰδωλολατρῶν ποὺ γέμιζε τὸ ἀμφιθέατρο, ὁ Πολύκαρπος ἀναστέναξε καὶ στρέφοντας τὰ μάτια στὸν οὐρανὸ εἶπε: «Αἶρε τοὺς ἀθέους!» Στὶς δὲ πιέσεις ποὺ δεχόταν νὰ λοιδορήσει τὸν Χριστό, ἀποκρίθηκε: «Ὀγδοήκοντα καὶ ἐξ ἔτη δουλεύω αὑτῷ, καὶ οὐδὲν μὲ ἠδίκησεν· καὶ πὼς δύναμαι βλασφημῆσαι τὸν βασιλέα μου, τὸν σώσαντα μέ;»
Ὁ ἀνθύπατος εἶπε: «Ἔχω θηρία καὶ θὰ σὲ παραδώσω σὲ αὐτά, ἂν δὲν ἀλλάξεις γνώμη». Ὁ Πολύκαρπος ἀπάντησε: «Κάλεσε τά, γιατὶ εἶναι ἀδύνατο γιὰ μᾶς νὰ ἀλλάξουμε γνώμη καὶ νὰ περάσουμε ἀπὸ τὸ καλύτερο στὸ χειρότερο· ἀντίθετα, εἶναι καλὸ νὰ ἀλλάζεις γιὰ νὰ πᾶς ἀπὸ τὸ κακὸ στὸ δίκαιο». –«Θα σὲ κάψω στὴν πυρά, ἀφοῦ περιφρονεῖς τὰ θηρία», εἶπε ὁ δικαστής. Ὁ Πολύκαρπος τότε γεμάτος ὁρμὴ καὶ χαρὰ ἀποκρίθηκε: «Μὲ ἀπειλεῖς μὲ πῦρ τὸ ὁποῖο καίει προσωρινὰ καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγο σβήνει· διότι ἀγνοεῖς τὸ πῦρ τῆς μελλούσης κρίσεως καὶ αἰωνίου κολάσεως, ποὺ ἐπιφυλάσσεται γιὰ τοὺς ἀσεβεῖς. Ἀλλὰ γιατὶ ἀργοπορεῖς; Φέρε ὅτι θέλεις!»
Ὁ κήρυκας τότε ἀνήγγειλε, τρεῖς φορές, ὅτι ὁ Πολύκαρπος εἶχε ὁμολογήσει πὼς εἶναι χριστιανός. Τὸ πλῆθος μανιασμένο ἀπαίτησε νὰ ἐξαπολύσουν ἐναντίον τοὺς ἕνα λιοντάρι· ἐπειδὴ ὅμως οἱ θηριομαχίες εἶχαν τελειώσει, φώναζε: «Νὰ καεῖ ζωντανὸς στὴν πυρά!» Καὶ ἀμέσως εἰδωλολάτρες καὶ Ἑβραῖοι μαζὶ πῆγαν νὰ μαζέψουν ἀπὸ τὰ γύρω ἐργαστήρια καὶ λουτρὰ ξύλα καὶ φρύγανα. Ὅταν ὅλα ἦσαν ἕτοιμα στὴν μέση τοῦ σταδίου, ὁ Πολύκαρπος ἀπέθεσε ὁ ἴδιος τὰ ἱμάτιά του, τόσο γαλήνια σὰν νὰ ἐπρόκειτο νὰ προσφέρει τὴν ἁγία ἀναφορά, θέλησε μάλιστα νὰ βγάλει καὶ τὰ ὑποδήματά του, πράγμα ποὺ δὲν ἔκανε ποτέ, γιατὶ οἱ πιστοὶ ἔσπευδαν πάντα νὰ τοῦ φιλήσουν τὰ πόδια. Ὅταν ἑτοιμάσθηκαν νὰ τὸν καρφώσουν πάνω σ’ ἕναν πάσαλο, εἶπε: «Ἀφῆστε μὲ ἔτσι. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μοῦ δίνει τὴν δύναμη νὰ ὑπομείνω τὴν φωτιὰ θὰ μὲ ἱκανώσει ἐπίσης νὰ παραμείνω ἀκίνητος, δίχως τὴν ἀνάγκη τῶν καρφιῶν». Ὅταν τὸν ἀνέβασαν πάνω στὰ ξύλα, σὰν τὸν διαλεγμένο ἀπὸ τὸ κοπάδι κριὸ ποὺ προσφέρεται ὁλοκαύτωμα, ἔστρεψε τὰ μάτια πρὸς τὸν οὐρανὸ καὶ ἀναπέμποντας μία τελευταία προσευχὴ εὐχαρίστησε τὸν Θεὸ διότι τὸν ἀξίωσε, μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἁγίους μάρτυρες, νὰ λάβει μέρος στὸ ποτήριον τοῦ Χριστοῦ εἰς ἀνάστασιν ζωῆς αἰωνίου ψυχῆς τε καὶ σώματος ἐν ἀφθαρσία Πνεύματος Ἁγίου.
Ἀφοῦ ἀνέπεμψε τὸ Ἀμὴν καὶ ἐπλήρωσε τὴν εὐχή, ὁ δήμιος ἄναψε τὴν πυρά. Μία τεράστια φλόγα ἀναπήδησε· ἀλλά, ὦ, τοῦ θαύματος, ἡ φωτιὰ σχημάτισε αἴφνης μία κόγχη, σὰν ἱστίο ποὺ τὸ φουσκώνει ὁ ἄνεμος, περιβάλλοντας σὰν τεῖχος τὸ σῶμα τοῦ μάρτυρος. Ἐκεῖνος ἔστεκε στὸ κέντρο, ὄχι ὡς σάρκα ποὺ καίγεται, ἀλλ’ ὡς ἄρτος ψηνόμενος, ἡ ὡς χρυσὸς καὶ ἄργυρος ἐν καμίνῳ πυρούμενος. Καὶ ἡ εὐωδία ἦταν τόσο δυνατή, ὥστε οἱ παρευρισκόμενοι νόμιζαν ὅτι καιγόταν λίβανος ἢ ἄλλο πολύτιμο ἄρωμα.
Βλέποντας οἱ ἀσεβεῖς ὅτι τὸ σῶμα τοῦ ἁγίου δὲν μποροῦσε νὰ καεῖ, φώναξαν στὸν δήμιο νὰ τὸν ἀποτελειώσει μὲ τὸ ξίφος. Τὸ αἷμα τότε ξεπήδησε τόσο ἄφθονο, ποὺ ἔσβησε τὴν φωτιά, ἀφήνοντας ἄναυδο τὸ πλῆθος.
Τὰ τίμια λείψανα τοῦ ἁγίου μάρτυρος ἀποτεφρώθηκαν μὲ προτροπὴ τῶν Ἑβραίων, ἀλλὰ οἱ πιστοὶ μπόρεσαν παρὰ ταῦτα νὰ μαζέψουν μερικὰ ὀστὰ τὰ ὁποία ἀπέθεσαν σὲ κατάλληλο τόπο, ὅπου καὶ συνάζονταν κάθε χρόνο γιὰ νὰ ἑορτάσουν μὲ χαρὰ τὴν γενέθλιο ἡμέρα τοῦ στὸν οὐρανό. Τὸ ἔνδοξο μαρτύριο τοῦ ἁγίου Πολυκάρπου ἐπισφράγισε, ἂν καὶ προσωρινά, τὸν διωγμὸ κατὰ τῶν χριστιανῶν.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 6ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ|
ΚΥΡΙΑΚΗ 23 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ
Ματθ.κε’ 31-46
ΚΕΙΜΕΝΟ
31 Ὃταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ’ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ, 32 καὶ συναχθήσεται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ’ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, 33 καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων. 34 τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. 35 ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, 36 γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με. 37 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ οἱ δίκαιοι λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα καὶ ἐθρέψαμεν, ἢ διψῶντα καὶ ἐποτίσαμεν; 38 πότε δέ σε εἴδομεν ξένον καὶ συνηγάγομεν, ἢ γυμνὸν καὶ περιεβάλομεν; 39 πότε δέ σε εἴδομεν ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ ἤλθομεν πρός σε; 40 καὶ ἀποκριθεὶς ὁ βασιλεὺς ἐρεῖ αὐτοῖς· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε. 41 τότε ἐρεῖ καὶ τοῖς ἐξ εὐωνύμων· πορεύεσθε ἀπ’ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἡτοιμασμένον τῷ διαβόλῳ καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. 42 ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, 43 ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με. 44 τότε ἀποκριθήσονται αὐτῷ καὶ αὐτοὶ λέγοντες· κύριε, πότε σε εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα ἢ ξένον ἢ γυμνὸν ἢ ἀσθενῆ ἢ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐ διηκονήσαμέν σοι; 45 τότε ἀποκριθήσεται αὐτοῖς λέγων· ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ’ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε. 46 καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
31 «Όταν, λοιπόν, έρθει ο Γιος του Aνθρώπου μέσα στη δόξα του, και μαζί του όλοι οι άγιοι άγγελοί του, τότε θα καθίσει πάνω στον ένδοξο θρόνο του. 32Kαι θα συναχτούν μπροστά του όλα τα έθνη και θα τους ξεχωρίσει τον έναν από τον άλλο, όπως ξεχωρίζει ο βοσκός τα πρόβατα από τα γίδια. 33Kαι θα βάλει τα πρόβατα στα δεξιά του, ενώ τα γίδια θα τα βάλει στ’ αριστερά. 34Έπειτα ο βασιλιάς θα πει σ’ αυτούς που θα είναι στα δεξιά του: Eλάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία που έχει ετοιμαστεί για σας από τότε που θεμελιώθηκε ο κόσμος. 35Γιατί πείνασα, και μου δώσατε να φάω, δίψασα, και μου δώσατε να πιω, ξένος ήμουν, και με περιμαζέψατε, 36γυμνός ήμουν, και με ντύσατε, αρρώστησα, και με επισκεφτήκατε, στη φυλακή ήμουν, και ήρθατε κοντά μου. 37Tότε θα αποκριθούν οι δίκαιοι και θα του πούνε: Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς και σε θρέψαμε ή να διψάς και σου δώσαμε να πιεις; 38Kαι πότε σε είδαμε ξένο και σε περιμαζέψαμε ή γυμνό και σε ντύσαμε; 39Kαι πότε σε είδαμε άρρωστο ή στη φυλακή και σε επισκεφτήκαμε; 40Kαι θ’ αποκριθεί ο βασιλιάς και θα τους πει: Πραγματικά, σας λέω, καθόσο τα κάνατε αυτά σ’ έναν από τους αδελφούς μου αυτούς τους ασήμαντους, σ’ εμένα τα κάνατε.
41 «Kατόπιν θα πει και σ’ εκείνους που θα είναι στ’ αριστερά: Φύγετε από μένα εσείς οι καταραμένοι, στη φωτιά την αιώνια, που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους αγγέλους του. 42Γιατί πείνασα, και δε μου δώσατε να φάω, δίψασα, και δε μου δώσατε να πιω, 43ξένος ήμουν, και δε με περιμαζέψατε, γυμνός ήμουν, και δε με ντύσατε, άρρωστος και στη φυλακή, και δε με επισκεφτήκατε. 44Tότε θα του αποκριθούν κι αυτοί: Kύριε, πότε σε είδαμε να πεινάς ή να διψάς ή ξένο ή γυμνό ή άρρωστο ή στη φυλακή, και δε σε υπηρετήσαμε; 45Θα τους αποκριθεί τότε εκείνος: Πραγματικά, σας λέω, καθόσο δεν τα κάνατε αυτά σ’ έναν απ’ αυτούς τους ασήμαντους, ούτε σε μένα τα κάνατε. 46Kαι θ’ αναχωρήσουν αυτοί σε κόλαση αιώνια, και οι δίκαιοι σε ζωή αιώνια».

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’. Ταχὺ προκατάλαβε.
Τήν κλῆσιν τοῖς ἔργοις σου, ἐπισφραγίσας σοφέ, ἐλαία κατάκαρπος, ὤφθης ἐν οἴκῳ Θεοῦ, Πολύκαρπε ἔνδοξε∙ σύ γαρ ως Ἱεράρχης, καί στερρός Ἀθλοφόρος, τρέφεις τήν Ἐκκλησίαν, λογικῇ εὐκαρπίᾳ, πρεσβεύων Ἱερομάρτυς, ὑπέρ τῶν ψυχῶν ἡμῶν.


