
ΚΥΡΙΑΚΗ Ε’ ΛΟΥΚΑ – ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΞ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ, ΣΤΑΧΥΟΣ, ΑΠΕΛΛΟΥ, ΑΜΠΛΙΟΥ, ΟΥΡΒΑΝΟΥ, ΝΑΡΚΙΣΣΟΥ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΥ
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
(Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).
με θέμα λειτουργικού κηρύγματος: “Το θαύμα δεν θεραπεύει την απιστία”.
Διαβάστε την ακολουθία της
Κυριακής Ε’ ΛΟΥΚΑ – ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΞ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ, ΣΤΑΧΥΟΣ, ΑΠΕΛΛΟΥ, ΑΜΠΛΙΟΥ, ΟΥΡΒΑΝΟΥ, ΝΑΡΚΙΣΣΟΥ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΥ ΕΔΩ
ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΞ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ ΕΚ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ, ΣΤΑΧΥΟΣ, ΑΠΕΛΛΟΥ, ΑΜΠΛΙΟΥ, ΟΥΡΒΑΝΟΥ, ΝΑΡΚΙΣΣΟΥ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΟΒΟΥΛΟΥ
Ἀπό αὐτούς τούς πέντε Ἀποστόλους, ὁ μέν Ἅγιος Στάχυς ἔγινε πρῶτος Ἐπίσκοπος Βυζαντίου, δηλαδή τῆς νῦν Κωνσταντινουπόλεως, ἀπό τόμ πρωτόκλητο Ἀνδρέα. Αὐτός ἔκτισε Ἐκκλησία καί στήν Ἀργυρούπολι, ἡ ὁποία ἦταν κοντά στήν Κωνσταντινούπολι, καί δίδασκε τά πλήθη τῶν Χριστιανῶν, πού συγκεντρώνονταν σ’αὐτήν. Ἀφοῦ λοιπόν πέρασε δέκα ἕξι χρόνια στό ἀποστολικό κήρυγμα, ἀνεπάυθη ἐν Κυρίω. Ὁ Ἀπελλῆς ἔγινε Ἐπίσκοπος Ἡρακλείας καί ἀφοῦ ἔφερε πολλούς στόν Χριστό, ἔλαβε τέλος μακάριο. Ὅ Ἀμπλίας καί Οὐρβανός Ἑπίσκοποι καί αὐτοί ἔγιναν ἀπό τόν πρωτόκλητο Ἀνδρέα. Ὁ Ἀμπλίας τῆς Ὁδυσσουπόλεως καί ὁ Οὐρβανός τῆς Μακεδονίας.Ἐπειδή ὅμως κήρυταν τόν Χριστό, γκρέμιζαν τά εἴδωλα, γι’ αὐτό θανατώθηκαν οἱ μακάριοι. Καί ἔτσι οἱ ἀοίδιμοι παρέδωσαν τίς ψυχές τους στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ὅ Νάρκισσος χειροτονήθηκε Ἐπίσκοπος Ἀθηνῶν. Καί, ἔπειδή δίδασκε τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου, γι’αὐτό δέχθηκε διάφορα βασανιστήρια καί ἔτσι μαρτυρικά τέλειωσε τόν δρόμο τῆς ἀποστολῆς του. Ὁ Ἀριστόβουλος χειροτονήθηκε καί αὐτός ποιμένας λογικοῦ ποιμνίου καί κηρύττοντας τόν Χριστό σέ ὅλους, ἔλαβε μακάριο τέλος τῶν πόνων του.
Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος Α΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α’» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 31 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
Λουκ.ιστ’ 19-31
ΚΕΙΜΕΝΟ
19 Ἄνθρωπος δέ τις ἦν πλούσιος, καὶ ἐνεδιδύσκετο πορφύραν καὶ βύσσον εὐφραινόμενος καθ’ ἡμέραν λαμπρῶς. 20 πτωχὸς δέ τις ἦν ὀνόματι Λάζαρος, ὃς ἐβέβλητο πρὸς τὸν πυλῶνα αὐτοῦ ἡλκωμένος 21 καὶ ἐπιθυμῶν χορτασθῆναι ἀπὸ τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπὸ τῆς τραπέζης τοῦ πλουσίου· ἀλλὰ καὶ οἱ κύνες ἐρχόμενοι ἀπέλειχον τὰ ἕλκη αὐτοῦ. 22 ἐγένετο δὲ ἀποθανεῖν τὸν πτωχὸν καὶ ἀπενεχθῆναι αὐτὸν ὑπὸ τῶν ἀγγέλων εἰς τὸν κόλπον Ἀβραάμ· ἀπέθανε δὲ καὶ ὁ πλούσιος καὶ ἐτάφη. 23 καὶ ἐν τῷ ᾅδῃ ἐπάρας τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ, ὑπάρχων ἐν βασάνοις, ὁρᾷ τὸν Ἀβραὰμ ἀπὸ μακρόθεν καὶ Λάζαρον ἐν τοῖς κόλποις αὐτοῦ. 24 καὶ αὐτὸς φωνήσας εἶπε· πάτερ Ἀβραάμ, ἐλέησόν με καὶ πέμψον Λάζαρον ἵνα βάψῃ τὸ ἄκρον τοῦ δακτύλου αὐτοῦ ὕδατος καὶ καταψύξῃ τὴν γλῶσσάν μου, ὅτι ὀδυνῶμαι ἐν τῇ φλογὶ ταύτῃ. 25 εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι· 26 καὶ ἐπὶ πᾶσι τούτοις μεταξὺ ἡμῶν καὶ ὑμῶν χάσμα μέγα ἐστήρικται, ὅπως οἱ θέλοντες διαβῆναι ἔνθεν πρὸς ὑμᾶς μὴ δύνωνται, μηδὲ οἱ ἐκεῖθεν πρὸς ἡμᾶς διαπερῶσιν. 27 εἶπε δέ· ἐρωτῶ οὖν σε, πάτερ, ἵνα πέμψῃς αὐτὸν εἰς τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου· 28 ἔχω γὰρ πέντε ἀδελφούς· ὅπως διαμαρτύρηται αὐτοῖς, ἵνα μὴ καὶ αὐτοὶ ἔλθωσιν εἰς τὸν τόπον τοῦτον τῆς βασάνου. 29 λέγει αὐτῷ Ἀβραάμ· ἔχουσι Μωυσέα καὶ τοὺς προφήτας· ἀκουσάτωσαν αὐτῶν. 30 ὁ δὲ εἶπεν· οὐχί, πάτερ Ἀβραάμ, ἀλλ’ ἐάν τις ἀπὸ νεκρῶν πορευθῇ πρὸς αὐτούς, μετανοήσουσιν. 31 εἶπε δὲ αὐτῷ· εἰ Μωυσέως καὶ τῶν προφητῶν οὐκ ἀκούουσιν, οὐδὲ ἐάν τις ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ πεισθήσονται.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
19 «Yπήρχε κάποτε ένας πλούσιος, που ντυνόταν με πορφύρα και λινά ρούχα, απολαμβάνοντας κάθε μέρα τη ζωή του μεγαλόπρεπα. 20Yπήρχε κι ένας φτωχός που ονομαζόταν Λάζαρος, ο οποίος ήταν εγκαταλειμμένος κοντά στην αυλόπορτα του πλουσίου, με το σώμα του γεμάτο πληγές, 21και λαχταρούσε να χορτάσει από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλουσίου. Παράλληλα έρχονταν και τα σκυλιά και έγλειφαν τις πληγές του. 22Kάποτε, λοιπόν, πέθανε ο φτωχός και τον μετέφεραν οι άγγελοι στην αγκαλιά του Aβραάμ. Πέθανε επίσης κι ο πλούσιος και τον έθαψαν. 23Kαι στον άδη, καθώς βασανιζόταν, σήκωσε τα μάτια του και βλέπει τον Aβραάμ από μακριά και στην αγκαλιά του το Λάζαρο! 24Φώναξε τότε και είπε: Πατέρα μου Aβραάμ, σπλαχνίσου με και στείλε το Λάζαρο να βρέξει την άκρη του δαχτύλου του στο νερό και να δροσίσει τη γλώσσα μου, γιατί υποφέρω μέσα σ’αυτή τη φλόγα! 25Kι ο Aβραάμ απάντησε: Παιδί μου, θυμήσου ότι απόλαυσες εσύ τα αγαθά σου στη ζωή σου και παρόμοια ο Λάζαρος τα κακά. Tώρα, λοιπόν, αυτός ανακουφίζεται εδώ κι εσύ υποφέρεις. 26Kι εκτός απ’όλα αυτά, ανάμεσα σε μας και σε σας υπάρχει μεγάλο χάσμα, έτσι που όσοι θέλουν να περάσουν από εδώ σε σας, να μην μπορούν, κι ούτε οι από εκεί μπορούν να περάσουν σε μας. 27Kι εκείνος είπε: Tότε, σε παρακαλώ, πατέρα, να τον στείλεις στο πατρικό μου σπίτι, 28γιατί έχω πέντε αδέλφια, για να τους προειδοποιήσει, ώστε να μην έρθουν κι αυτοί στον τόπο αυτόν του βασανισμού. 29Tου λέει ο Aβραάμ: Έχουν το Mωυσή και τους προφήτες. Aς ακούσουν αυτούς. 30Kι εκείνος είπε: Όχι, πατέρα Aβραάμ, αλλά αν πάει σ’αυτούς κάποιος από τους νεκρούς, θα μετανοήσουν. 31Tότε ο Aβραάμ του είπε: Aν το Mωυσή και τους προφήτες δεν ακούνε, ούτε κι αν αναστηθεί κάποιος από τους νεκρούς δεν πρόκειται να πειστούνε».

Ἀπολυτίκιον
Ήχος πλ. α’. Τον συνάναρχον Λόγον.
Την κιθάραν του Πνεύματος την έξάχορδον, τήν μελωδήσασαν κόσμω τας υπέρ νουν δωρεάς, ως έκφάντορας Χριστού άνευφημήσωμεν, Στάχυν Άμπλίαν Άπελλήν συν Ναρκίσσω, Ούρβανόν, και Άριστόβουλον άμα’ ως γαρ Απόστολοι θείοι, χάριν αίτούνται ταις ψυχαίς ημών.


