
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΓΕΝΕΘΛΙΟΥ ΤΗΣ ΥΠΕΡΑΓΙΑΣ ΔΕΣΠΟΙΝΗΣ ΗΜΩΝ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΚΑΙ ΑΕΙΠΑΡΘΕΝΟΥ ΜΑΡΙΑΣ
Ὁ Θεὸς ἔπλασε τὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν ἔβαλε στὸν παράδεισο, γιὰ νὰ ἀσχολεῖται μόνον μὲ τὴν καλλιέργεια τοῦ καλοῦ καὶ τὴν θεωρία τοῦ δημιουργοῦ μέσα ἀπὸ τὰ ἔργα του. Ὁ φθονερὸς ὅμως διάβολος παρέπεισε τοὺς πρωτοπλάστους νὰ παραβοῦν τὴν θεία ἐντολὴ καὶ ἐπέτυχε νὰ ἐκδιωχθοῦν ἀπὸ τὸν παράδεισο τῆς τρυφῆς. Ἐν συνεχεία ὁ Θεὸς διὰ τοῦ Μωυσέως ἔδωσε τὸν Νόμο του στοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τῶν προφητῶν κατέστησε γνωστὸ σὲ αὐτοὺς τὸ θέλημά του, ὥστε νὰ τοὺς προετοιμάσει γιὰ μιὰ μεγαλύτερη εὐεργεσία: τὴν ἐνσάρκωση τοῦ μονογενοῦς Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θὰ ἐλευθέρωνε τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὰ δίκτυα τοῦ πονηροῦ.
Προσλαμβάνοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση ὁ Χριστός, θέλησε νὰ συμμετάσχει στὴν πεπτωκυῖα κατάστασή μας κατὰ πάντα, πλὴν τῆς ἁμαρτίας. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς τοῦ εὐτρέπισε μία ἄμωμη κατοικία, μία παρθενικὴ κιβωτό, τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο, ἡ ὁποία, ἂν καὶ ὑπέκειτο στὸ θάνατο καὶ στὴν καταδίκη τῶν προπατόρων μας, εἶχε ἐκλεγεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ πρὸ τῶν αἰώνων, γιὰ νὰ γίνει ἡ νέα Εὔα, ἡ μητέρα τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ, τὸ αἴτιον τῆς ἀπολυτρώσεώς μας καὶ τὸ πρότυπο τῆς χριστιανικῆς ἁγιότητος.
Ὁ πατέρας της ὀνομαζόταν Ἰωακείμ καὶ κατήγετο ἀπὸ τὸ γένος τοῦ Νάθαν, υἱοῦ τοῦ βασιλέως Δαβίδ. Ὁ Νάθαν ἐγέννησε τὸν Λευί, ὁ Λευί ἐγέννησε τὸν Μελχί καὶ τὸν Πάνθηρα, ὁ Πάνθηρας ἐγέννησε τὸν Βαρπάνθηρα, πατέρα τοῦ Ἰωακείμ. Ἡ Ἄννα, ἡ γυναίκα τοῦ Ἰωακείμ, ὡς ἐγγονὴ τοῦ Ματθᾶν, ἀπογόνου τοῦ Δαβὶδ ἀπὸ τὸν Σολομώντα, κατήγετο καὶ αὐτὴ ἀπὸ τὴν ἴδια βασιλικὴ φυλή. Ὁ Ματθάν νυμφεύθηκε τὴν Μαρία ἀπὸ τὴν φυλὴ τοῦ Ἰούδα καὶ ἐγέννησε τὸν Ἰακώβ, πατέρα τοῦ μνήστορος Ἰωσήφ, καὶ τρεῖς κόρες: τὴν Μαρία, τὴν Σοβή καὶ τὴν Ἄννα. Ἡ Μαρία ἐγέννησε τὴ Σαλώμη τὴ μαία, ἡ Σοβή τὴν Ἐλισάβετ, ἡ μητέρα τοῦ Προδρόμου, ἡ δὲ Ἄννα τὴν Θεοτόκο Μαρία, ποὺ ἔφερε τὸ ὄνομα τῆς γιαγιᾶς της καὶ τῆς θείας της. Ἑπομένως ἡ Ἐλισάβετ καὶ ἡ Σαλωμη ἦσαν ἀνηψιές τῆς Ἄννας καὶ ἐξαδέλφες τῆς Θεοτόκου.
Γιὰ νὰ καταδεχθεῖ ἡ στειρότης τῆς ἀνθρώπινης φύσεως πρὶν ἀπὸ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ, ὁ Θεὸς κατ’ οἰκονομίαν ἐπέτρεψε νὰ μείνουν ἄτεκνοι ὁ Ἰωακείμ καὶ ἡ Ἄννα ὡς τὰ γεράματά τους. Ὁ εὐσεβὴς καὶ πλούσιος Ἰωακείμ δὲν σταμάτησε νὰ προσφέρει διπλὰ τὰ δῶρα του στὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν ἱκετεύει νὰ τοὺς λυτρώσει ἀπὸ τὸ ὄνειδος τῆς ἀτεκνίας. Μία ἐόρτιο ἡμέρα, καθὼς πρόσφερε τὰ δῶρα του, κάποιος Ἰουδαῖος τοῦ εἶπε: «Δὲν σοῦ ἐπιτρέπεται νὰ προσφέρεις τὰ δῶρα σου, διότι δὲν ἔδωσες ἀπογόνους στὸν Ἰσραὴλ» Ὁ Ἰωακείμ, λυπημένος πολύ, δὲν ἐπέστρεψε στὸ σπίτι του ἀλλὰ ἀνέβηκε στὸ ὄρος, γιὰ νὰ προσευχηθεῖ καὶ νὰ κλάψει, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Τὸν ἴδιο καιρὸ καὶ ἡ Ἄννα μέσα στὸν κῆπο ἔχυσε ἄφθονα δάκρυα καὶ ἀνέπεμπε θερμὲς ἱκεσίες πρὸς τὸν οὐρανό. Ὁ Θεός, «πλούσιος ὢν ἐν ἐλέει καὶ οἰκτιρμοῖς», εἰσήκουσε τὶς προσευχὲς του καὶ ἀπέστειλε στὴν Ἄννα τὸν ἀρχάγγελο Γαβριήλ, τὸν ἄγγελο τῆς εὐδοκίας τοῦ Θεοῦ, γιὰ νὰ τῆς ἀναγγείλει ὅτι στὰ γηρατειὰ της θὰ γεννήσει παιδί, γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ μιλᾶ ὅλη ἡ οἰκουμένη. Γεμάτη ἔκπληξη καὶ χαρὰ ἡ Ἄννα ἀνεφώνησε: «Ζῆ Κύριος ὁ Θεὸς μου∙ ἐὰν γεννήσω εἴτε ἄρρεν εἴτε θῆλυ, προσάξω αὐτὸ δῶρον Κυρίω τῶ Θεῶ μου, καὶ ἔσται λειτουργοῦν αυτῶ πάσας τὰς ἡμέρας τῆς ζωῆς αὐτοῦ». Ἄγγελος ἐπισκέφθηκε καὶ τὸν Ἰωακείμ στὸ ὄρος καὶ τοῦ εἶπε νὰ ἐπιστρέψει στὸ σπίτι του καὶ νὰ χαρεῖ μὲ τὴ γυναίκα του, διότι ὁ Θεὸς θὰ θέσει τέλος στὴ λύπη τους…
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 1ος. Εκδόσεις Ορμύλια.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 8 ΣΕΠΤΕΜΒΡΊΟΥ
Ιωαν. γ’ 13-17
ΚΕΙΜΕΝΟ
13 καὶ οὐδεὶς ἀναβέβηκεν εἰς τὸν οὐρανὸν εἰ μὴ ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς, ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ὁ ὢν ἐν τῷ οὐρανῷ. 14 καὶ καθὼς Μωυσῆς ὕψωσε τὸν ὄφιν ἐν τῇ ἐρήμῳ, οὕτως ὑψωθῆναι δεῖ τὸν υἱὸν τοῦ ἀνθρώπου, 15 ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 16 οὕτω γὰρ ἠγάπησεν ὁ Θεὸς τὸν κόσμον, ὥστε τὸν υἱὸν αὐτοῦ τὸν μονογενῆ ἔδωκεν, ἵνα πᾶς ὁ πιστεύων εἰς αὐτὸν μὴ ἀπόληται, ἀλλ’ ἔχῃ ζωὴν αἰώνιον. 17 οὐ γὰρ ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς τὸν υἱὸν αὐτοῦ εἰς τὸν κόσμον ἵνα κρίνῃ τὸν κόσμον, ἀλλ’ ἵνα σωθῇ ὁ κόσμος δι’ αὐτοῦ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
13Όταν, μάλιστα, στον ουρανό δεν ανέβηκε κανένας, παρά μόνο αυτός που κατέβηκε από τον ουρανό, ο Γιος του Aνθρώπου, που διαμένει στον ουρανό; 14Kι όπως ύψωσε ο Mωυσής το χάλκινο φίδι στην έρημο, έτσι πρέπει να υψωθεί ο Γιος του ανθρώπου, 15ώστε να μη χαθεί ο καθένας που πιστεύει σ’ αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια. 16Γιατί ο Θεός αγάπησε με μια τέτοια αγάπη τον κόσμο, ώστε πρόσφερε το Γιο του το Mονογενή, για να μη χαθεί ο καθένας που πιστεύει σ’ αυτόν αλλά να έχει ζωή αιώνια. 17Διότι το Γιο του ο Θεός δεν τον έστειλε στον κόσμο για να καταδικάσει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος μέσω αυτού

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Ἡ γέννησίς σου Θεοτόκε, χαρὰν ἐμήνυσε πάσῃ τῇ οικουμένῃ, ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, καὶ λύσας τὴν κατάραν, ἔδωκε τὴν εὐλογίαν, καὶ καταργήσας τὸν θάνατον, ἐδωρήσατο ἡμῖν ζωὴν τὴν αἰώνιον.


