
ΚΥΡΙΑΚΗ Ζ΄ΛΟΥΚΑ – ΤΩΝ ΠΑΜΜΕΓΙΣΤΩΝ ΤΑΞΙΑΡΧΩΝ ΜΙΧΑΗΛ & ΓΑΒΡΙΗΛ
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
(Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).
με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:
«Αναμονή»
Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής Ζ΄ ΛΟΥΚΑ ΕΔΩ
ΑΓΙΟΙ ΑΓΓΕΛΟΙ
Ἡ ψυχὴ μας συντονισμένη μὲ τοὺς ἤχους τῆς γῆς καὶ τὶς φωνὲς τοῦ κόσμου, δὲν ἔχει συνηθίσει ν´ ἀκούει λόγο γιὰ τοὺς ἀγγέλους ποὺ εἶναι ἄυλες καὶ ὑπερκόσμιες δυνάμεις. Ὡστόσο οἱ ἄγγελοι ὑπάρχουν, ὅπως ὑπάρχουν καὶ δαίμονες. Ὅπως μᾶς λένε οἱ θεοφώτιστοι Πατέρες, τὴ στιγμὴ ποὺ ὁ Θεὸς δημιουργοῦσε τὴν ἀόρατη κτίση, τὸ ἀναρίθμητο πλῆθος τῶν ἀγγέλων ἀπολάμβανε μὲ χαρὰ τὴν δημιουργία καὶ περιχορεύοντας ἀνέκραζε τὸν ὕμνο: «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ, πλήρης πᾶσα ἡ γῆ τῆς δόξης αὐτοῦ». Ὁ Ἑωσφόρος ὅμως τὸ πρῶτο στὴν τάξη τότε οὐράνιο πνεῦμα ποὺ βρισκόταν πλησιέστερα στὸ Θεὸ, ὑπερηφανεύθηκε ἀπὸ τὰ προνόμια ποὺ εἶχε λάβει, θέλησε νὰ ὁμοιωθεῖ μὲ τὸν Ὕψιστο καὶ εἶπε στὴ διάνοιά του: «Εἰς τὸν οὐρανὸν ἀναβήσομαι, ἐπάνω τῶν ἀστέρων τοῦ οὐρανοῦ θήσω τὸν θρόνον μου, καθιῶ ἐν ὄρει ὑψηλῷ, ἐπὶ τὰ ὅρη τὰ ὑψηλά τά πρὸς Βορρᾶν, ἀναβήσομαι ἐπάνω τῶν νεφῶν, ἔσομαι ὅμοιος τῷ Ὑψίστῳ!». Δὲν ἦταν ἐκ φύσεως πονηρός, ἀλλὰ ἀπὸ ὑπερηφάνεια στασίασε κατὰ τοῦ Δημιουργοῦ του, Ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ ἀπέρριψε τὸ καλὸ καὶ διάλεξε τὸ κακό. Μόλις ὅμως εἶπε τὰ λόγια αὐτά, ἐξέπεσε ἀπὸ τὴν θέση καὶ βυθίστηκε στὸ χάος τῆς ἀβύσσου. Καθὼς σὰν ἀστραπὴ ἔσχιζε τοὺς οὐρανοὺς παρέσυρε κι ἕνα μεγάλο πλῆθος ἀγγέλων κάθε τάξεως κι ἔγινε ἀρχηγός τους. Τότε ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαήλ, Ἀρχιστράτηγος τῶν οὐρανίων ταγμάτων, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη του καὶ τὴ φρόνιμη ὑποταγή του στὸν Δημιουργὸ ἦταν ἰσχυρὰ στερεωμένος στὸ φῶς, ρίχτηκε πρὸς τὸ ρῆγμα, σύναξε τοὺς ἀγγέλους ποὺ παρέμειναν πιστοὶ καὶ φώναξε: «Πρόσχωμεν! Στῶμεν εὐλαβῶς! Στῶμεν μετὰ φόβου!». Μὲ ἄλλα λόγια: «Προσοχή, ἄς γρηγοροῦμε ἐμεῖς τὰ δημιουργήματα ποὺ ἔχουμε τὸ προνόμιο νὰ στεκόμαστε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ. Ἄς ἀναγνωρίσουμε ὅτι εἴμαστε λειτουργοί Του». Σεισμὸς μέγας στὸν ἀόρατο κόσμο καὶ τὸ ἕνα ἀπὸ τὰ δέκα ἀγγελικὰ τάγματα, τὸ πρῶτο σὲ τάξη ποὺ εἶχε ἀρχηγὸ τὸν Ἑωσφόρο, νικήθηκε ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια. Ἀμέσως ὅμως κατρακύλησε ἀπὸ τὰ ὕψη στὰ σκοτεινὰ βάθη καὶ μετατράπηκε σὲ δαιμονικὸ τάγμα. Στὴ μνήμην αὐτῆς τῆς Συνάξεως, τῆς συνάθροισης δηλαδή τῶν οὐρανίων ταγμάτων ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἀρχαγγέλου Μιχαήλ, οἱ Ἅγιοι πατέρες, θέσπισαν τὴν ἑορτὴ τῆς Συνάξεως τῶν Ἀρχιστρατήγων Μιχαὴλ καὶ Γαβριὴλ καὶ τῶν λοιπῶν οὐρανίων ἀσωμάτων Δυνάμεων. Πόσοι εἶναι οἱ ἄγγελοι δὲν γνωρίζουμε, ἐκεῖνο ποὺ γνωρίζουμε εἶναι ὅτι εἶναι ἀμέτρητοι καὶ χωρίζονται σὲ ἐννέα τάγματα. Ἐλάχιστα γνωρίζουμε γιὰ τὴ ζωή τους καὶ τὴν ἀποστολή τους. Ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἀγγέλων ἀκόμα γνωρίζουμε τὰ ὀνόματα τριῶν Ἀρχαγγέλων τοῦ Μιχαήλ, τοῦ Γαβριὴλ καὶ τοῦ Ραφαήλ.
Ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ ὁ πανένδοξος Ταξιάρχης τῶν οὐρανίων καὶ ἀσωμάτων Δυνάμεων ἐμφανίζεται συχνὰ στὴν Ἁγία Γραφή. Αὐτὸν στέλνει ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους νὰ τοὺς ἀναγγείλει τὰ διατάγματα τῆς Δικαιοσύνης Του. Ὁ Ἀρχάγγελος Μιχαὴλ εἶναι αὐτὸς ποὺ θὰ ἀναλάβει τὸν ἔσχατο πόλεμο κατὰ τοῦ Ἀντιχρίστου καὶ τοῦ Διαβόλου καὶ ποὺ θὰ τὸν κατακρημνίσει στὴν κόλαση, σύμφωνα μὲ τὸο βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης. Τὴν ἔσχατη ἡμέρα τῆς Κρίσεως θὰ σταθεῖ μὲ μιὰ ζυγαριὰ στὸ χέρι γιὰ νὰ ζυγίσει τὰ ἔργα μας ποὺ θὰ τὰ κρίνει ὁ Θεὸς, ὁ Δίκαιος Κριτής.
Στὸν Θεὸ ὅμως, ἡ δικαιοσύνη εἶναι ἀδιαχώριστη ἀπὸ τὸ ἔλεος: «Ἔλεος καὶ ἀλήθεια συνάντησαν, δικαιοσύνη καὶ εἰρήνη κατεφίλησαν», ψάλλει ὁ ψαλμωδός. Γι´ αὐτὸ τὸν λόγο δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ μνημονεύει τὸν Μιχαὴλ τὸν Ἀρχάγγελο τῆς Δικαιοσύνης ξεχωριστὰ ἀπὸ τὸν Γαβριὴλ τὸν Ἀρχάγγελο τοῦ ἐλέους, ὁ ὁποῖος ἀποστέλλεται ἀπὸ τὸν Θεὸ γιὰ νὰ ἀναγγείλει στοὺς ἀνθρώπους τὰ θαυμάσια τῆς ἀγάπης Του γιὰ τὴν σωτηρία τους, ὅπως τὴν γέννηση τοῦ Χριστοῦ, τὴν Ἀνάστασή Του καί ἄλλα σημαντικά γεγονότα.
Ἡ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας διδάσκει ἀκόμα ὅτι κάθε Χριστιανὸς ἔχει τὸν προσωπικό του φύλακα ἄγγελο. Ἡ ἀρχὴ αὐτῆς τῆς παράδοσης ἀνάγεται στὴ μαρτυρία τοῦ Κυρίου: «Ὁρᾶτε μὴ καταφρονήσητε ἑνός τῶν μικρῶν τοιούτων, λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι οἱ ἄγγελοι αὐτῶν ἐν οὐρανοῖς διὰ παντὸς βλέπουσι τὸ πρόσωπον τοῦ πατρός μου». Ὁ ἄγγελος φύλακας στέκεται δίπλα μας στὶς χαρὲς καὶ στὶς θλίψεις μας, καὶ μόνο τά πονηρά μας ἔργα τὸν διώχνουν. Αὐτὸς λιγοστεύει τοὺς πόνους μας, συμπάσχει μαζί μας, χαίρεται στὴν πνευματική μας πρόοδο καί μᾶς προστατεύει ἀπὸ τοὺς ἀόρατους ἐχθρούς μας. Εἶναι μάλιστα τόσο δυνατός, ὥστε καὶ μόνος του μπορεῖ νὰ παραβληθεῖ μὲ ὁλόκληρο στράτευμα δαιμόνων. Ὅλα ὅσα κάνουν οἱ ἄγγελοι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἔχουν ἐσχατολογικὴ προοπτική, ἀποβλέπουν δηλαδὴ στὴν εἴσοδο του στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Γι´ αὐτό, ὅταν ἡ ψυχὴ χωρίζεται ἀπὸ τὸ σῶμα, τότε περιστοιχίζεται ἀπὸ τὸν φύλακα ἄγγελό της ἀλλὰ καὶ πονηρὰ πνεύματα. Ἀκόμα κι ἄπο ἄλλους ἀγγέλους ποὺ εὐφραίνονται γιὰ τὴν σωτηρία τῆς ψυχῆς καὶ τὴν ὁδηγοῦν στὸ Χριστό, γιὰ νά ἀπολαμβάνει μαζί τους τὴν αἰώνια μακαριότητα. Ἀντίθετα ὅσες ψυχὲς προτίμησαν τὴν ἁμαρτία καὶ τὴν ἀποστασία ἀπὸ τὸν Θεό, παραλαμβάνονται ἀπὸ τοὺς δαίμονες καὶ ὁδηγοῦνται μακριὰ ἀπὸ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, στὸν σκοτεινὸ «τόπο» τῆς κολάσεως κι ὁ ἄγγελος φύλακας θλιμμένος ἀποχωρίζεται αὐτήν τὴν ψυχή.
«Πρόσχωμεν!» λοιπὸν καὶ «Στῶμεν Καλῶς! Στῶμεν μετὰ φόβου!» μᾶς βροντοφωνάζει ὁ Ἀρχιστράτηγος Μιχαήλ. Τὰ δύο αὐτὰ ἀρχαγγελικὰ παραγγέλματα δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι τὰ ἀκοῦμε στὴ Θεία Λειτουργία στὴ φρικτὴ ὥρα ποὺ ὁ ἄρτος καὶ ὁ οἶνος μεταβάλλονται σέ Σῶμα καὶ Αἶμα Χριστοῦ. Θαῦμα μὲ τὸ ὁποῖο ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ κατατροπώνει συνεχῶς τὸν διάβολο. Θαῦμα ποὺ κρατᾶ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπόρθητη στὶς ἐπιθέσεις τοῦ πονηροῦ θυμίζοντας σὲ ὅλους τὴν ἀρχαγγελικὴ προσταγή: «Πρόσχωμεν! Στῶμεν Καλῶς! Στῶμεν μετὰ φόβου!».
Πηγή: Μορφές από το Συναξάρι, Ιωάννας Κατσούλα, Εκδόσεις ΑΘΩΣ, Αθήνα 2010.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 8 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ
Λουκ.η΄ 41 – 56
ΚΕΙΜΕΝΟ
41 καὶ ἰδοὺ ἦλθεν ἀνὴρ ᾧ ὄνομα Ἰάειρος, καὶ αὐτὸς ἄρχων τῆς συναγωγῆς ὑπῆρχε· καὶ πεσὼν παρὰ τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ παρεκάλει αὐτὸν εἰσελθεῖν εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ, 42 ὅτι θυγάτηρ μονογενὴς ἦν αὐτῷ ὡς ἐτῶν δώδεκα, καὶ αὕτη ἀπέθνησκεν. Ἐν δὲ τῷ ὑπάγειν αὐτὸν οἱ ὄχλοι συνέπνιγον αὐτόν. 43 καὶ γυνὴ οὖσα ἐν ρύσει αἵματος ἀπὸ ἐτῶν δώδεκα, ἥτις ἰατροῖς προσαναλώσασα ὅλον τὸν βίον οὐκ ἴσχυσεν ὑπ’ οὐδενὸς θεραπευθῆναι, 44 προσελθοῦσα ὄπισθεν ἥψατο τοῦ κρασπέδου τοῦ ἱματίου αὐτοῦ, καὶ παραχρῆμα ἔστη ἡ ρύσις τοῦ αἵματος αὐτῆς. 45 καὶ εἶπεν ὁ Ἰησοῦς· τίς ὁ ἁψάμενός μου; ἀρνουμένων δὲ πάντων εἶπεν ὁ Πέτρος καὶ οἱ σὺν αὐτῷ· ἐπιστάτα, οἱ ὄχλοι συνέχουσί σε καὶ ἀποθλίβουσι, καὶ λέγεις τίς ὁ ἁψάμενός μου; 46 ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπεν· ἥψατό μού τις· ἐγὼ γὰρ ἔγνων δύναμιν ἐξελθοῦσαν ἀπ’ ἐμοῦ. 47 ἰδοῦσα δὲ ἡ γυνὴ ὅτι οὐκ ἔλαθε, τρέμουσα ἦλθε καὶ προσπεσοῦσα αὐτῷ δι’ ἣν αἰτίαν ἥψατο αὐτοῦ ἀπήγγειλεν αὐτῷ ἐνώπιον παντὸς τοῦ λαοῦ, καὶ ὡς ἰάθη παραχρῆμα. 48 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῇ· θάρσει, θύγατερ, ἡ πίστις σου σέσωκέ σε· πορεύου εἰς εἰρήνην. 49 Ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἔρχεταί τις παρὰ τοῦ ἀρχισυναγώγου λέγων αὐτῷ ὅτι τέθνηκεν ἡ θυγάτηρ σου· μὴ σκύλλε τὸν διδάσκαλον. 50 ὁ δὲ Ἰησοῦς ἀκούσας ἀπεκρίθη αὐτῷ λέγων· μὴ φοβοῦ· μόνον πίστευε, καὶ σωθήσεται. 51 ἐλθὼν δὲ εἰς τὴν οἰκίαν οὐκ ἀφῆκεν εἰσελθεῖν οὐδένα εἰ μὴ Πέτρον καὶ Ἰωάννην καὶ Ἰάκωβον καὶ τὸν πατέρα τῆς παιδὸς καὶ τὴν μητέρα. 52 ἔκλαιον δὲ πάντες καὶ ἐκόπτοντο αὐτήν. ὁ δὲ εἶπε· μὴ κλαίετε· οὐκ ἀπέθανεν ἀλλὰ καθεύδει. 53 καὶ κατεγέλων αὐτοῦ, εἰδότες ὅτι ἀπέθανεν. 54 αὐτὸς δὲ ἐκβαλὼν ἔξω πάντας καὶ κρατήσας τῆς χειρὸς αὐτῆς ἐφώνησε λέγων· ἡ παῖς, ἐγείρου. 55 καὶ ἐπέστρεψε τὸ πνεῦμα αὐτῆς, καὶ ἀνέστη παραχρῆμα, καὶ διέταξεν αὐτῇ δοθῆναι φαγεῖν. 56 καὶ ἐξέστησαν οἱ γονεῖς αὐτοῖς. ὁ δὲ παρήγγειλεν αὐτοῖς μηδενὶ εἰπεῖν τὸ γεγονός.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
41Ήρθε τότε κάποιος, που λεγόταν Iάειρος, και ο οποίος ήταν άρχοντας της συναγωγής, κι έπεσε στα πόδια του Iησού και τον παρακαλούσε να επισκεφτεί το σπίτι του, 42γιατί είχε μια μοναχοκόρη, ηλικίας δώδεκα χρόνων περίπου, κι αυτή πέθαινε. Kαι καθώς αυτός προχωρούσε, τον συμπίεζαν τα πλήθη. 43Kαι μια γυναίκα, που είχε αιμορραγία δώδεκα χρόνια, και η οποία είχε ξοδέψει όλο το βιος της στους γιατρούς, χωρίς να κατορθώσει να βρει τη γιατρειά της από κανέναν, 44πλησίασε από πίσω κι άγγιξε την άκρη του ρούχου του, κι αμέσως η αιμορραγία της σταμάτησε! 45Tότε ο Iησούς είπε: Ποιος είναι αυτός που με άγγιξε;» Kι επειδή όλοι αρνιόνταν, του είπε ο Πέτρος, καθώς κι εκείνοι που ήταν μαζί του: «Δάσκαλε, οι όχλοι σε συμπιέζουν και σε θλίβουν, και ρωτάς: Ποιος είναι αυτός που με άγγιξε;» 46Aλλ’ο Iησούς είπε: «Kάποιος με άγγιξε, γιατί το ένιωσα εγώ που βγήκε δύναμη από μένα». 47Tότε η γυναίκα, σαν είδε ότι δεν έμεινε απαρατήρητη, παρουσιάστηκε τρέμοντας κι αφού έπεσε στα πόδια του, του είπε μπροστά σε όλο το λαό για ποιο λόγο τον άγγιξε και ότι γιατρεύτηκε μεμιάς. 48Kι εκείνος της είπε: «Θάρρος κόρη μου. H πίστη σου σε έσωσε. Πήγαινε και έχε ειρήνη».
49Kι ενώ αυτός συνέχιζε ακόμα να μιλάει, έρχεται κάποιος από το σπίτι του αρχισυνάγωγου και του λέει: «H κόρη σου πέθανε. Mην ενοχλείς πια το Δάσκαλο». 50O Iησούς, όμως, όταν το άκουσε, του είπε: «Mη φοβάσαι, μόνο πίστευε, και θα σωθεί». 51Kι όταν έφτασε στο σπίτι, δεν άφησε κανέναν να μπει μέσα παρά μονάχα τον Πέτρο, τον Iωάννη και τον Iάκωβο, καθώς και τον πατέρα του κοριτσιού και τη μητέρα. 52Kι όλοι έκλαιγαν κι οδύρονταν γι’αυτήν, αλλ’ο Iησούς είπε: «Mην κλαίτε, δεν πέθανε, απλώς κοιμάται». 53Mα εκείνοι γελούσαν περιφρονητικά σε βάρος του, γιατί το ήξεραν πως πέθανε. 54Tότε ο Iησούς, αφού τους έβγαλε όλους έξω, έπιασε το χέρι της και είπε με δυνατή φωνή: «Kοριτσάκι, σήκω»! 55Kι επέστρεψε το πνεύμα της και σηκώθηκε αμέσως! Kατόπιν διέταξε να της δώσουν να φάει. 56Kι έμειναν κατάπληκτοι οι γονείς της. O Iησούς τους παράγγειλε ακόμα να μην πουν το γεγονός σε κανέναν.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
Τῶν οὐρανίωv στρατιῶν Ἀρχιστράτηγοι, δυσωποῦμεv ὑμᾶς ἡμεῖς οἱ ἀνάξιοι, ἵvα ταῖς ὑμῶv δεήσεσι, τειχίσητε ἡμᾶς, σκέπῃ τῶν πτερύγωv, τῆς ἀΰλου ὑμῶν δόξης, φρουροῦvτες ἡμᾶς προσπίπτοντας, ἐκτεvῶς καὶ βοῶντας, Ἐκ τῶν κινδύνων λυτρώσασθε ἡμᾶς, ὡς Ταξιάρχαι τῶν ἄνω Δυνάμεων.


