
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΛΥΤΟΥ
Τὴν Τετάρτη Κυριακὴ ἀπὸ τὸ Πάσχα τοῦ Παραλύτου μνείαν ποιούμεθα καὶ ὡς εἰκὸς τὸ τοιοῦτον ἑορτάζουμε θαῦμα.
Πλησίαζε ἡ «μητρόπολις» τῶν ἰουδαϊκῶν ἑορτῶν, ἡ Πεντηκοστὴ καὶ τὰ τέκνα τοῦ Ἰσραὴλ ἀπὸ τὰ πέρατα τοῦ κόσμου συνέρρεαν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ προσφέρουν στὸν Κύριο «τὰς ἀπαρχὰς τῆς φύσεως», τοὺς πρώτους καρπούς. Μέσα σ’ αὐτὰ τὰ πλήθη ἄγνωστος μεταξὺ ἀγνώστων περιερχόταν καὶ ὁ Ἰησοῦς μὲ τὸ μικρὸ τοy ὅμιλο, σὰν ἕνας ἁπλὸς προσκυνητὴς ὥσπου ἔφθασε κοντὰ στὴν Προβατικὴ Πύλη. Ἐκεῖ βρισκόταν καὶ ἡ φημισμένη «κολυμβήθρα» Βηθεσδά. Στὸν μέσον ἦταν ἡ δεξαμενὴ καὶ τριγύρω της πέντε στοὲς στὶς ὁποῖες ἔμεναν πλήθη ἀσθενῶν ποὺ περίμεναν μὲ ἀγωνία «τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν». Κάποιος οὐράνιος ἄγγελος σὲ ὁρισμένη ἐποχή, ἀλλὰ ἀκαθόριστη ὥρα ἐμφανιζόταν καὶ τάραζε τὸ νερὸ τῆς δεξαμενῆς. Εὐτυχὴς ἦταν ὅποιος προλάβαινε νὰ πέσει πρῶτος στὴν κολυμβήθρα μετὰ τὴν ἐμφάνιση τοῦ Ἀγγέλου, γιατὶ θεραπευόταν ἀπὸ κάθε ἀσθένεια. Μόλις ἔφθασε ὁ Ἰησοῦς κοίταξε μὲ εὐσπλαχνία τὸ πλῆθος τῶν ἀσθενῶν ποὺ περίμεναν τὴν θεραπεία τους κι ἡ ματιὰ του σταμάτησε μπροστὰ σὲ ἕναν παραλυτικὸ ποὺ γιὰ 38 ὁλόκληρα χρόνια περίμενε αὐτὴ τὴν εὐλογημένη ὥρα νὰ πέσει πρῶτος στὸ νερὸ μετὰ τὴν ἀναταραχὴ του ἀπὸ τὸν Ἄγγελο. Ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια βρισκόταν καθηλωμένος στὸ κρεβάτι τοῦ πόνου, ἀνάμεσα στὴ ζωὴ καὶ τὸ θάνατο. Πόνεσε ἡ ψυχὴ τοῦ Ἰησοῦ ἀπὸ τὴ δυστυχία αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου γι’ αὐτὸ καὶ τὸν πλησιάζει μὲ ἀγάπη καὶ τὸν ρωτᾶ: -Θέλεις νὰ γίνεις ὑγιής; Ὁ Λυτρωτὴς τῶν ἀνθρώπων δὲν ἤθελε νὰ παραγνωρίσει τὴν θέληση τοῦ ἀρρώστου, ἤθελε νὰ τὸν κάνει συνεργὸ καὶ συμμέτοχο στὴ θεραπεία του.
Ἀμέσως ξέσπασε τὸ σπαρακτικὸ παράπονο τοῦ Παραλύτου:
-Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω! Δὲν ἔχω κανένα ἄνθρωπο στὸν κόσμο. Κάποτε εἶχα πολλούς, γιατὶ εἶχα πολλά. Τὰ ξόδεψα ὅμως ὅλα σὲ γιατροὺς καὶ γιατρικὰ ἀνώφελα κι ὅλοι μὲ ἄφησαν. Κι ἀπόμεινα μόνος κατάμονος. Κάποιοι ξένοι, ἄνθρωποι σπλαχνικοί, οἱ τελευταῖοι ποὺ εἶδα στὴ ζωὴ μου, μὲ ἔφεραν ἐδῶ καὶ μὲ ἄφησαν. Ἀλλὰ πὼς νὰ γιατρευτῶ; Ἄλλοι ποὺ ἔχουν τοὺς ἀνθρώπους τους προλαβαίνουν καὶ μπαίνουν στὸ νερὸ καὶ θεραπεύονται. Ἐγὼ βρίσκομαι ἐδῶ τόσα χρόνια ἀβοήθητος κι ἀθεράπευτος! Αὐτὰ εἶπε ὁ παράλυτος κι ἕνας βαθὺς στεναγμὸς ξέφυγε ἀπὸ τὰ μαραμένα χείλη καὶ δάκρυα χονδρὰ πλημμύρισαν τὰ μάτια του.
Ἄνθρωπον δὲν ἔχεις; ἀπαντᾶ ὁ Ἰησοῦς, μὰ ἐγὼ γιὰ σένα δὲν ἔγινα ἄνθρωπος; Ἀκολουθοῦν λίγα δευτερόλεπτα σιωπῆς κι ἔπειτα στρέφεται μὲ φωνὴ ἐπιτακτικὴ καὶ τοῦ λέγει: Ἔγειρε, ἆρον σου τὸν κράββατον καὶ περιπάτει!». Τινάχθηκε ἀμέσως ἐπάνω ὁ παράλυτος ὑγιής, μάζεψε τὸ κρεββάτι του καὶ ἔχοντάς τό στοὺς ὤμους διέσχισε τὰ κατάπληκτα πλήθη περπατώντας, ὥστε νὰ μὴ φανεῖ φανταστικὸ γεγονὸς ἡ θεραπεία του, ἀλλὰ πραγματικό. Ἀληθῶς τώρα εἶχε πλέον τὸν «Ἄνθρωπό του»!
Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν ἡμέρα Σάββατο, οἱ Ἰουδαῖοι τὸν ἐμπόδισαν λέγοντάς του ὅτι δὲν ἐπιτρέπεται αὐτὴ τὴν ἡμέρα νὰ σηκώσει τὸ κρεββάτι του. Ἐκεῖνος ὅμως τοὺς ἐξηγοῦσε ὅτι Αὐτὸς ποὺ τὸν θεράπευσε τοῦ εἶπε νὰ πάρει τὸ κρεββάτι του καὶ νὰ περπατήσει, ἔστω κι ἂν ἦταν Σάββατο. Δὲν γνώριζε ὅμως ποιὸς ἦταν Αὐτὸς ποὺ τὸν θεράπευσε, γιατὶ ὁ Ἰησοῦς ἀπαρατήρητος ἀπομακρύνθηκε, διότι ἐκεῖ ἦταν συγκεντρωμένος πολὺς ὄχλος.
Μετὰ ἀπὸ αὐτὸ τὸ γεγονὸς ξαναβρίσκει ὁ Ἰησοῦς τὸν πρώην παράλυτο καὶ τοῦ λέγει: – Κοίταξε ἔγινες καλά, πρόσεξε πλέον νὰ μὴν ἁμαρτάνεις γιὰ νὰ μὴ σοῦ συμβεῖ τίποτε ἄλλο χειρότερο. Μερικοὶ τονίζουν ὅτι ὁ Κύριος τοῦ εἶπε αὐτά, γιατὶ αὐτὸς ὁ πρώην παράλυτος ἦταν ἐκεῖνος ποὺ ἐπρόκειτο νὰ τοῦ δώσει τὸ ράπισμα ὅταν θὰ κρινόταν ἐνώπιον τοῦ ἀρχιερέα Καϊάφα. Ἔτσι τοῦ ἐπιφυλασσόταν κάτι χειρότερο, νὰ βασανίζεται στὸ πῦρ τῆς κολάσεως ὄχι μόνο τριάντα ὀκτὼ χρόνια ἀλλὰ αἰώνια. Τὸ πιὸ σωστὸ ὅμως εἶναι – ὅπως τονίζουν οἱ Πατέρες- ὅτι ὁ Κύριος ἔδειξε μὲ τὰ λόγια του πὼς ἡ παράλυσή του ὀφείλετο στὶς ἁμαρτίες του.
Ὁ πρώην Παράλυτος μόλις ἔμαθε ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν αὐτὸς ποὺ τὸν θεράπευσε, ἦρθε καὶ τὸ ἔκανε γνωστὸ στοὺς Ἰουδαίους. Ἐκεῖνοι θεώρησαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς μὲ τὴ θεραπεία αὐτὴ κατέλυε τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου. Γι’ αὐτὸ ἀποφάσισαν νὰ ἀντιδράσουν καὶ ἀναζητοῦσαν νὰ βροῦνε εὐκαιρία νὰ τὸν θανατώσουν. Ὁ Χριστὸς ὅμως συζητοῦσε μαζὶ τους φανερὰ καὶ δίδασκε ὅτι εἶναι σωστὸ καὶ δίκαιο νὰ γίνονται εὐεργεσίες στοὺς ἀνθρώπους καὶ κατὰ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου, ὁ ὁποῖος εἶναι ἴσος μὲ τὸν Πατέρα καὶ ὅπως ὁ Οὐράνιος Πατέρας ἐργάζεται καὶ τὸν ἥλιον αὐτοῦ ἀνατέλλει, ἔτσι καὶ ὁ Υἱὸς ἐργάζεται αὐτὴν τὴν ἡμέρα.
Ἐκεῖνο ποὺ μᾶς συγκλονίζει εἶναι ἡ σπαρακτικὴ κραυγὴ τοῦ παραλύτου: «Ἄνθρωπον οὐκ ἔχω!» Ἡ μοναξιὰ τῶν ἀνθρώπων παραμένει ἕνα σοβαρὸ πρόβλημα καὶ στὴν ἐποχὴ μας. Πνιγμένοι στὴν ἀπογοήτευση, στὸν πόνο καὶ στὴν ἐγκατάλειψη ἀποζητοῦν Ἐκεῖνον ποὺ κάποτε κάτω ἀπὸ τὴ στοὰ τῆς Βηθεσδᾶ στερέωσε τὰ μέλη τοῦ παραλύτου καὶ δήλωσε ὅτι εἶναι ὁ ἄνθρωπος ὅλων ἐκείνων ποὺ μένουν μόνοι, ποὺ πονοῦν καὶ ὑποφέρουν, εἶναι ὁ φίλος ὅλων αὐτῶν ποὺ οἱ φίλοι τους, τοὺς ἔχουν προδώσει καὶ ἐγκαταλείψει. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἀποζητοῦν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι τῆς γῆς!
Πηγή: «ΜΟΡΦΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ» ΙΩΑΝΝΑΣ Δ. ΚΑΤΣΟΥΛΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΠΡΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2017
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΑΙ ΕΝΔΟΞΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΚΑΡΠΟΥ ΕΝΟΣ ΤΩΝ ΕΒΔΟΜΗΚΟΝΤΑ ΑΠΟΣΤΟΛΩΝ
Ὁ ἅγιος Καρπὸς ἦταν μαθητὴς τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, τὸν ὁποῖο διακονοῦσε στὶς περιοδεῖες του διακομίζοντας τὶς ἐπιστολὲς του στὶς Ἐκκλησίες ποὺ εἶχε ἱδρύσει (Β΄ Τίμ. 4, 13). Μετέτρεψε ὁ ἴδιος μὲ τὸ κήρυγμά του πλῆθος ἐθνικῶν καὶ ἔγινε ἀργότερα ἐπίσκοπος Βεροίας τῆς Θράκης, φωτίζοντας τὴν περιοχὴ αὐτὴ ὡς ἥλιος πνευματικός. Ἐπιτελοῦσε καθημερινὰ πολλὰ θαύματα, λύτρωνε δαιμονιζομένους καὶ ὁδηγοῦσε τὰ πλήθη στὸ ἅγιο Βάπτισμα. Ὁ ἀποστολικὸς του ζῆλος ἔγινε αἰτία νὰ ὑπομείνει πολλὲς θλίψεις ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες καὶ τὶς Ἀρχές, ἀλλὰ σὲ ὅλες ἔδειξε ἀνδρεία καὶ καρτερικότητα, μάλιστα δὲ ἔσπευδε πρόθυμα πρὸς τὶς δοκιμασίες. Ἀφοῦ ἐδόξασε μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ τὸν Θεὸ στὴν ζωὴ του, ἐκοιμήθη ἐν εἰρήνη καὶ μετὰ τὸν θάνατό του ἐδοξάσθη ἀπὸ Ἐκείνον, μὲ πλῆθος θαυμάτων ποὺ ἐπιτελοῦσαν τὰ τίμια λείψανά του πρὸς ὄφελος τῶν πιστῶν.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 9ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 26 ΜΑΙΟΥ
Ιω. ε’ 1-15
ΚΕΙΜΕΝΟ
1 ΜΕΤΑ ταῦτα ἦν ἡ ἑορτὴ τῶν Ἰουδαίων, καὶ ἀνέβη ὁ Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα. 2 ἔστι δὲ ἐν τοῖς Ἱεροσολύμοις ἐπὶ τῇ προβατικῇ κολυμβήθρᾳ, ἡ ἐπιλεγομένη ἑβραϊστὶ Βηθεσδά, πέντε στοὰς ἔχουσα. 3 ἐν ταύταις κατέκειτο πλῆθος πολὺ τῶν ἀσθενούντων, τυφλῶν, χωλῶν, ξηρῶν, ἐκδεχομένων τὴν τοῦ ὕδατος κίνησιν. 4 ἄγγελος γὰρ κατὰ καιρὸν κατέβαινεν ἐν τῇ κολυμβήθρᾳ, καὶ ἐταράσσετο τὸ ὕδωρ· ὁ οὖν πρῶτος ἐμβὰς μετὰ τὴν ταραχὴν τοῦ ὕδατος ὑγιὴς ἐγίνετο ᾧ δήποτε κατείχετο νοσήματι. 5 ἦν δέ τις ἄνθρωπος ἐκεῖ τριάκοντα καὶ ὀκτὼ ἔτη ἔχων ἐν τῇ ἀσθενείᾳ αὐτοῦ. 6 τοῦτον ἰδὼν ὁ Ἰησοῦς κατακείμενον, καὶ γνοὺς ὅτι πολὺν ἤδη χρόνον ἔχει, λέγει αὐτῷ· θέλεις ὑγιὴς γενέσθαι; 7 ἀπεκρίθη αὐτῷ ὁ ἀσθενῶν· Κύριε, ἄνθρωπον οὐκ ἔχω, ἵνα ὅταν ταραχθῇ τὸ ὕδωρ, βάλῃ με εἰς τὴν κολυμβήθραν· ἐν ᾧ δὲ ἔρχομαι ἐγώ, ἄλλος πρὸ ἐμοῦ καταβαίνει. 8 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ἔγειρε, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 9 καὶ εὐθέως ἐγένετο ὑγιὴς ὁ ἄνθρωπος, καὶ ἦρε τὸν κράβαττον αὐτοῦ καὶ περιεπάτει. ἦν δὲ σάββατον ἐν ἐκείνῃ τῇ ἡμέρᾳ. 10 ἔλεγον οὖν οἱ Ἰουδαῖοι τῷ τεθεραπευμένῳ· σάββατόν ἐστιν· οὐκ ἔξεστί σοι ἆραι τὸν κράβαττον. 11 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· ὁ ποιήσας με ὑγιῆ, ἐκεῖνός μοι εἶπεν· ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει. 12 ἠρώτησαν οὖν αὐτόν· τίς ἐστιν ὁ ἄνθρωπος ὁ εἰπών σοι, ἆρον τὸν κράβαττόν σου καὶ περιπάτει; 13 ὁ δὲ ἰαθεὶς οὐκ ᾔδει τίς ἐστιν· ὁ γὰρ Ἰησοῦς ἐξένευσεν ὄχλου ὄντος ἐν τῷ τόπῳ. 14 μετὰ ταῦτα εὑρίσκει αὐτὸν ὁ Ἰησοῦς ἐν τῷ ἱερῷ καὶ εἶπεν αὐτῷ· ἴδε ὑγιὴς γέγονας· μηκέτι ἁμάρτανε, ἵνα μὴ χεῖρόν σοί τι γένηται. 15 ἀπῆλθεν ὁ ἄνθρωπος καὶ ἀνήγγειλε τοῖς Ἰουδαίοις ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ ποιήσας αὐτὸν ὑγιῆ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1Ύστερα απ’ αυτά υπήρχε μια Iουδαϊκή γιορτή, κι ο Iησούς ανέβηκε στα Iεροσόλυμα. 2Eκεί στα Iεροσόλυμα, κοντά στην προβατική πύλη, υπάρχει μια δεξαμενή με πέντε στοές, η οποία εβραϊκά ονομάζεται Bηθεσδά. 3Στις στοές αυτές κοίτονταν πολλοί άρρωστοι, τυφλοί, κουτσοί, παράλυτοι, που περίμεναν την αναταραχή του νερού. 4Γιατί κατά διαστήματα κατέβαινε ένας άγγελος στη δεξαμενή και ανατάραζε το νερό. Tότε, όποιος έμπαινε πρώτος στο νερό, μετά την αναταραχή του, γινόταν καλά, όποια κι αν ήταν η πάθησή του. 5Eπίσης, υπήρχε εκεί κι ένας άνθρωπος που ήταν άρρωστος για τριάντα οχτώ χρόνια. 6Όταν ο Iησούς τον είδε αυτόν κατάκοιτο, κι επειδή κατάλαβε ότι ήταν κιόλας πολύν καιρό εκεί, του λέει: «Θέλεις να γίνεις καλά;» 7O άρρωστος του απάντησε: «Kύριε, δεν έχω άνθρωπο, ώστε, όταν αναταραχθεί το νερό, να με βάλει στη δεξαμενή. Kι ενώ έρχομαι εγώ, κατεβαίνει άλλος πριν από μένα». 8Tου λέει ο Iησούς: «Σήκω, πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». 9Kαι στη στιγμή έγινε καλά ο άνθρωπος και πήρε το κρεβάτι του και περπατούσε! Όμως η μέρα εκείνη ήταν Σάββατο. 10Έλεγαν, λοιπόν, οι Iουδαίοι στον θεραπευμένο: «Eίναι Σάββατο και δεν επιτρέπεται να κουβαλάς το κρεβάτι σου. 11Tους αποκρίθηκε: «Eκείνος που με θεράπευσε μου είπε: Πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα». 12Tον ρώτησαν τότε: «Ποιος είναι ο άνθρωπος που σου είπε: Πάρε το κρεβάτι σου και περπάτα»; 13O θεραπευμένος όμως δεν ήξερε ποιος ήταν, γιατί ο Iησούς είχε απομακρυνθεί απαρατήρητος, επειδή υπήρχε πλήθος κόσμου εκεί. 14Ύστερα απ’ αυτά, τον συνάντησε ο Iησούς στο ναό και του είπε: «Bλέπεις, έγινες καλά. Στο εξής μην αμαρτάνεις πια για να μη σου συμβεί τίποτε χειρότερο». 15Πήγε τότε ο άνθρωπος και ανάγγειλε στους Iουδαίους ότι ο Iησούς είναι εκείνος που τον έκανε καλά.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας Πίστεως.
Θείας χάριτος, τῇ κοινωνίᾳ, ἐκοινώνησας, δεσμῶν τῷ Παύλῳ, θεομακάριστε Κάρπε Ἀπόστολε, καὶ κοινωνοὺς θείας δόξης ἀνέδειξας, τοὺς δεξαμένους τὸ φέγγος τῶν λόγων σου. Ὅθεν πρέσβευε, Χριστῷ τῷ Θεῷ πανεύφημε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος.


