
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ
Τρίτη Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα τὴν τῶν Ἁγίων Γυναικῶν Μυροφόρων ἑορτὴν ἑορτάζομεν. Ἔτι δὲ μνείαν ποιούμεθα καὶ τοῦ ἐξ Ἀριμαθαίας Ἰωσήφ, ὅς ἦν μαθητὴς κεκρυμμένος. Πρὸς δὲ καὶ τοῦ νυκτερινοῦ μαθητοῦ Νικοδήμου.
Ἐνῶ οἱ στρατιῶτες φρουροῦσαν τὸν τάφο τοῦ Διδασκάλου οἱ Μυροφόρες ἔσπευσαν σύναυγα πρὸς τὸν τάφο γιὰ νὰ προσφέρουν τὶς ὕστατες τιμὲς τῆς ἀγάπης πρὸς τὸ νεκρὸ σῶμα τοῦ Ναζωραίου, νὰ τὸ ἀρωματίσουν ὅπως ὅριζε ὁ Νόμος. Τίποτε δὲν ἀνέκοπτε τὸ βῆμα τους. Οὔτε φόβος, οὔτε δισταγμοί. Κάποια ἀγωνία μόνο πίεζε τὴν ψυχὴ τους: «Τὶς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον;» Μὰ ὅταν διέσχισαν τὸν μυροβόλο κῆπο ἡ ἀγωνία τῶν γυναικῶν ἔγινε ἔκσταση: Ὁ λίθος εἶχε ἀποκυλισθεῖ. Ὁ Τάφος ἦταν ἄδειος καὶ ἕνας λευκοφορεμένος ἄγγελος καθόταν ἐπάνω στὸν λίθο καὶ μὲ τὴν οὐράνια φωνὴ του τοὺς ἀνήγγειλε τὴν μεγάλη πράξη τῆς Ἀναστάσεως: «Ἠγέρθη ὁ Κύριος!».
Αὐτὲς οἱ γυναῖκες ὑπῆρξαν οἱ πρῶτοι ἀψευδεῖς μάρτυρες τῆς Ἀνάστασης τοῦ Χριστοῦ, ὅπως οἱ δύο κρυφοὶ μαθητὲς Ἰωσὴφ καὶ Νικόδημος ὑπῆρξαν οἱ μάρτυρες τῆς Ταφῆς. Τὰ δύο αὐτὰ γεγονότα ἡ Ταφή, δηλαδή, καὶ ἡ Ἀνάσταση τοῦ Θεανθρώπου εἶναι τὰ πλέον κύρια καὶ οὐσιώδη κεφάλαια τῆς πίστης μας. Γι’ αὐτὸ καὶ καθιερώθηκε ὁ συνεορτασμὸς αὐτός, τῶν δύο μαθητῶν καὶ τῶν Μυροφόρων γυναικῶν, ποὺ διακηρύττουν στοὺς αἰῶνες τὴν ταφὴ καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Σωτῆρος.
Σεμνές, ὡραῖες, δακρυσμένες ἀναδύονται μέσα ἀπὸ τὶς σελίδες τῶν Ἱερῶν Εὐαγγελίων οἱ μυροφόρες γυναῖκες κρατώντας στὰ χέρια τους τὸ ἀλάβαστρο μὲ τὸ μύρο. Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ἀλάβαστρο μαζὶ μὲ τὸ φυσικὸ μύρο ἔχουν βάλει καὶ τῆς καρδιᾶς τους τὸ μύρο ποὺ εἶναι ἀπόσταγμα τοῦ πόνου καὶ τῆς ἀγάπης τους γιὰ τὸν νεκρὸ Ἰησοῦ. Γνωρίζοντας πὼς ἡ τέλεια ἀγάπη «ἔξω βάλλει τὸν φόβο» πρὶν ἀκόμα φέξει ἔρχονται στὸ μνῆμα τοῦ Χριστοῦ. Πόσες ἦταν δὲν γνωρίζουμε, ἐλάχιστα ὀνόματα μᾶς διασώζουν οἱ Ἱεροὶ Εὐαγγελιστὲς ποὺ ἀφηγοῦνται τὴν ὀρθρινὴ τοὺς πορεία.
Οἱ Μυροφόρες γυναῖκες, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὴν διήγηση τῶν Εὐαγγελίων, ἦρθαν κατὰ διαφορετικὲς ὁμάδες. Πρώτα-πρώτα, ὅπως θέλει ἡ παράδοση, ἡ Ἀνάσταση ἔγινε γνωστὴ στὴ μητέρα τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία καθόταν ἀπέναντι ἀπὸ τὸν τάφο, ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ματθαῖος, μαζὶ μὲ τὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνή. Ὅμως γιὰ νὰ μὴν δημιουργηθεῖ καμία ἀμφιβολία γιὰ τὴν Ἀνάσταση, λόγω τῆς οἰκειότητας πρὸς τὴ μητέρα, οἱ Εὐαγγελιστὲς λένε ὅτι ὁ ἀναστάς Κύριος ἐμφανίσθηκε πρῶτα στὴν Μαρία τὴν Μαγδαληνή, ἂν καὶ ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς τονίζει ὅτι πρῶτα ἐμφανίσθηκε στὴν Μητέρα Του.
«Διαγενομένου τοῦ σαββάτου» Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ ἄλλες γυναῖκες ἀφοῦ ἀγόρασαν ἀρώματα ἦρθαν στὸν τάφο νὰ ἀλείψουν τὸν Ἰησοῦ. Ἔλεγαν ἀναμεταξὺ τους. Ποιὸς θὰ μᾶς ἀποκυλίσει τὴν μεγάλη πέτρα ἀπὸ τὴν εἴσοδο τοῦ μνημείου; Καὶ τότε εἶδαν ὅτι ὁ λίθος εἶχε κυλισθεῖ ἀπὸ τὴν θύρα τοῦ τάφου. Ἕνας ἄγγελος ἐνδεδυμένος μὲ στολὴ λευκὴ τοὺς εἶπε. Μὴ φοβεῖσθε. Ζητᾶτε τὸν Ἰησοῦ τὸν Ναζωραῖο τὸν ἐσταυρωμένο. Ἀναστήθηκε. Δὲν εἶναι ἐδῶ. Εἶναι ἀδειανὸ τὸ μέρος ποὺ τὸν ἔβαλαν. Πηγαίνετε νὰ τὸ πεῖτε στοὺς μαθητὲς Του καὶ ἰδιαίτερα στὸν Πέτρο, ὅτι θὰ τὸν συναντήσουν στὴ Γαλιλαία.
Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἔφυγε μόνη της καὶ ἔτρεξε στὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰωάννη νὰ τοὺς πεῖ ὅτι ὁ τάφος εἶναι κενός. Οἱ δύο Μαθητὲς ἔτρεξαν καὶ διαπίστωσαν ὅτι πράγματι ἦταν κενὸς ὁ τάφος.
Ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ ἐπέστρεψε πάλι στὸν τάφο καὶ κοντὰ στὸν τάφο ἔκλαιγε. Ἔπειτα ἔσκυψε μὲ ἀγωνία μέσα καὶ ἔκπληκτη ἀντικρύζει δύο ἀγγέλους μὲ ἀπαστράπτουσες καὶ ὁλόλαμπρες ἐνδυμασίες, οἱ ὁποῖοι τῆς εἶπαν: Γυναίκα γιατὶ κλαῖς; Ποιὸν ζητάς; Λέγει σ’ αὐτούς. Πῆραν τὸν Κύριόν μου ἀπό τὸν τάφο καὶ δὲν ξέρω ποῦ τὸν ἔβαλαν. Ἀφοῦ εἶπε αὐτά, ἔστρεψε πίσω καὶ βλέπει τὸν Ἰησοῦ νὰ στέκεται ὄρθιος, ἀλλὰ δὲν κατάλαβε ὅτι ἦταν ὁ Διδάσκαλος. Νομίζοντας πὼς εἶναι ὁ κηπουρὸς ποὺ φρόντιζε τὸν κῆπο γεμάτη ἀγωνία τοῦ εἶπε: Κύριε, ἐὰν ἐσὺ τὸν πῆρες, πες μου ποῦ τὸν ἔβαλες καὶ ἐγὼ θὰ τὸν πάρω! Κι ἐνῶ ἔστρεψε τὸ βλέμμα της πρὸς τοὺς ἀγγέλους, ὁ Ἰησοῦς τῆς εἶπε: Μαρία! Ἀναγνώρισε ἀμέσως τὴ φωνὴ τοῦ Ἰησοῦ καὶ τότε ἔστρεψε πίσω καὶ εἶπε: Διδάσκαλέ μου. Ἤθελε μὲ εὐλάβεια ν’ ἀγκαλιάσει τὰ πόδια Του. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως τῆς εἶπε: -Μὴ μ’ ἀγγίζεις γιατὶ δὲν ἀνέβηκα ἀκόμα στὸν Πατέρα μου. Ὅμως πήγαινε στοὺς ἀδελφοὺς μου καὶ πες τους ὅτι ἀνεβαίνω στὸν Πατέρα μου καὶ Πατέρα σας καὶ Θεὸ μου καὶ Θεὸ σας.
Ἔτρεξε ἡ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ πρὸς τοὺς μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ νὰ τοὺς πεῖ ὅσα τῆς εἶπε ὁ Κύριος.
Ἄλλη ὁμάδα γυναικῶν ποὺ πῆγαν στὸν τάφο καὶ πῆραν τὴν πληροφορία ἀπὸ τὸν Ἄγγελο, ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Κύριος, ἔφυγαν μὲ μεγάλη χαρὰ γιὰ τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα καὶ ἔτρεξαν κι αὐτὲς νὰ ποῦν ὅλα αὐτὰ στοὺς μαθητές. Καθὼς πήγαιναν τὶς συνάντησε ὁ Ἰησοῦς καὶ τὶς εἶπε: Χαίρετε. Αὐτὲς τότε ἔπιασαν τὰ πόδια του καὶ τὸν προσκύνησαν.
Αἰώνια Μυροφόρος καὶ ἡ ἀνθρωπότης -ὅπως παρατηρεῖ κάποιος συγγραφέας- τὴν ὥρα ποὺ οἱ ἀσύνετοι Φαρισαῖοι σφραγίζουν τὸν τάφο τῆς Ἀλήθειας καὶ οἱ μαθητὲς περίφοβοι σβήνουν τὰ φῶτα τῆς πίστεως, ἐκείνη θὰ ἀναλάβει τὰ μύρα τῆς στοργῆς της, θὰ διασχίσει τὰ σκοτάδια τῶν ἀνθρώπινων λογισμῶν πρὸς τὴν Πηγὴ τῆς Ἀλήθειας καὶ τῆς Ζωῆς, ὅπως κάποτε οἱ Μυροφόροι ἐβάδισαν πρὸς τὸν Ζωηφόρο Τάφο μὲ μόνα ἐφόδια τῆς στοργῆς, τὰ μύρα. Καὶ τότε ὁ Ἄγγελος θὰ ἀποκυλίσει τὸν λίθο τῶν σκοτεινῶν σκέψεων καὶ θὰ τοὺς ἀποκαλύψει ὅτι τὸ Φῶς τῆς Ἀληθείας δὲν ἔσβησε εἰς τὸν τάφο ἀλλὰ ἐκ τοῦ Τάφου «ἐκ τοῦ τάφου ἀνέθορε καὶ ἀναθρώσκει».
Πηγή: «ΜΟΡΦΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ» ΙΩΑΝΝΑΣ Δ. ΚΑΤΣΟΥΛΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΠΡΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2017
ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΜΑΡΤΥΡΟΣ ΠΕΛΑΓΙΑΣ
Ἡ ἁγία Πελαγία προερχόταν ἀπὸ ἐπιφανὴ οἰκογένεια τῆς Ταρσοῦ τῆς Κιλικίας. Ἐγκατεστημένη στὴν Ρώμη, ἦταν μνηστευμένη μὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς γιοὺς τοῦ αὐτοκράτορα Διοκλητιανοῦ. Ἔχοντας ἀκούσει γιὰ τὴν γοργὴ ἐξάπλωση τῆς χριστιανικῆς πίστης, ζήτησε νὰ μάθει τί πρέσβευε ἡ θρησκεία αὐτή. Λίγο ἀργότερα εἶδε σὲ ἐνύπνιο τὸν ἐπίσκοπο Ρώμης νὰ βαπτίζει πλῆθος κατηχουμένων. Στράφηκε πρὸς τὸ μέρος της καὶ τὴν κάλεσε κι αὐτὴν νὰ ἀναγεννηθεῖ στὴν αἰώνια ζωή. Μόλις ξύπνησε, ἡ Πελαγία λέγοντας στοὺς γονεῖς της ὅτι πήγαινε νὰ ἐπισκεφτεῖ τὴν τροφὸ της, ἔσπευσε στὸν ἐπίσκοπο, ὁ ὁποῖος τὴν βάπτισε. Παρέδωσε τότε στὸν ἱεράρχη τὰ πλούσια ἐνδύματά της γιὰ νὰ τὰ μοιράσει στοὺς φτωχοὺς καὶ ἔφθασε στὴν τροφὸ της, ντυμένη ἁπλά, δίχως ἐπιτήδευση, ὅπως οἱ ἄνθρωποι τοῦ λαοῦ. Ἡ τροφὸς της ἀρνήθηκε νὰ τὴν δεχθεῖ καὶ ἐκείνη ἐπέστρεψε στὴν πατρικὴ οἰκία. Ἡ μητέρα της βλέποντας τὸ ντύσιμό της κατάλαβε τί εἶχε συμβεῖ καὶ προσπάθησε νὰ πείσει τὴν κόρη της νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ντυθεῖ ὅπως οἱ ἄνθρωποι τῆς σειρὰς τους. Ἡ νεαρή, ὅμως, κόρη ἔμεινε ἀκλόνητη καὶ ὁμολόγησε ὅτι γιὰ τίποτε στὸν κόσμο δὲν θὰ ἐγκατέλειπε τὸν Νυμφίο τῆς ψυχῆς της. Ἡ μητέρα της πληροφόρησε τὸν γιὸ τοῦ Διοκλητιανοῦ ὅτι ἡ μνηστὴ του ἀπέστεργε τὴν ἕνωσή τους καὶ ἐκεῖνος ἀπελπισμένος ἔδωσε τέλος στὴν ζωὴ του. Ὅταν τὸ πληροφορήθηκε, ὁ αὐτοκράτορας ἐξεμάνη καὶ διέταξε νὰ ἐγκλείσουν τὴν ἁγία σὲ πυρακτωμένο χάλκινο ὁμοίωμα ταύρου, ὅπου ἡ Πελαγία ὁλοκλήρωσε τὴν ὁριστικὴ ἕνωσή τἢς μὲ τὸν Νυμφίο Χριστό.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 9ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 4 ΜΑΙΟΥ
Μαρκ. ιε’ 43-ιστ’ 8
ΚΕΙΜΕΝΟ
43 ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 44 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· 45 καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. 46 καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. 47 ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται.
ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ
1 ΚΑΙ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. 2 καὶ λίαν πρωΐ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. 3 καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; 4 καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. 5 καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. 6 ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. 7 ἀλλ’ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
43ήρθε ο Iωσήφ, μέλος ευυπόληπτο του συνεδρίου, που καταγόταν από την Aριμαθαία, ο οποίος προσδοκούσε επίσης τη βασιλεία του Θεού, και παίρνοντας το θάρρος παρουσιάστηκε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Iησού. 44Kι ο Πιλάτος απόρησε που είχε κιόλας πεθάνει. Έτσι, φώναξε τον εκατόνταρχο και τον ρώτησε αν είχε πολλή ώρα που πέθανε. 45Kι αφού το διαπίστωσε από τον εκατόνταρχο, χάρισε το σώμα στον Iωσήφ. 46Tότε εκείνος, αφού αγόρασε ένα σεντόνι, κατέβασε τον Iησού, τον τύλιξε στο σεντόνι και τον τοποθέτησε σε μνήμα που ήταν λαξεμένο σε βράχο. Kύλισε έπειτα μια πέτρα στο στόμιο του μνήματος. 47Στο μεταξύ, η Mαρία η Mαγδαληνή και η Mαρία, η μητέρα του Iωσή παρακολουθούσαν σε ποιο μέρος τον τοποθετούσαν.
Κεφάλαιο 16
1Kι αφού είχε περάσει πια το Σάββατο, η Mαρία η Mαγδαληνή, η Mαρία η μητέρα του Iάκωβου και η Σαλώμη αγόρασαν αρώματα για να πάνε και να τον αλείψουν. 2Έτσι, πολύ νωρίς το πρωί της πρώτης ημέρας της εβδομάδας, έρχονται στο μνήμα, την ώρα που είχε ανατείλει ο ήλιος, 3κι έλεγαν μεταξύ τους: “Ποιος θα κυλίσει για μας την πέτρα από το στόμιο του μνήματος;” 4Mα όταν κοίταξαν, βλέπουν ότι η πέτρα είχε κυλιστεί μακριά από τη θέση της! Kαι ήταν η πέτρα αυτή πάρα πολύ μεγάλη. 5Kι όταν μπήκαν στο μνήμα, είδαν έναν νέο που καθόταν στα δεξιά, ντυμένο με λευκή στολή; και καταλήφθηκαν από ένα ανάμεικτο αίσθημα έκπληξης και φόβου. 6Aλλ΄ εκείνος είπε σ΄ αυτές: “Mη φοβάστε. Tον Iησού ζητάτε, τον Nαζωραίο, που έχει σταυρωθεί. Aναστήθηκε! Δεν είναι εδώ! Nα, κοιτάξτε τον τόπο που τον είχαν βάλει! 7Πηγαίνετε, λοιπόν, να πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο ότι ο Iησούς πηγαίνει πριν από σας στη Γαλιλαία. Eκεί θα τον δείτε, όπως σας το είπε”. 8Bγήκαν τότε από το μνήμα κι έφυγαν γρήγορα, ενώ τις είχε κυριεύσει τρόμος και κατάπληξη. Kαι σε κανέναν δεν είπαν τίποτε, γιατί φοβόνταν.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τὴ ἐπιγνώσει, ζόφον ἔλιπες, τῆς ἀγνωσίας, Πελαγία Χριστοῦ, καλλιπάρθενε. Οὐ τὴν ἀείζωον δρόσον πλουτήσασα, διὰ πυρὸς τὸν ἀγῶνα ἐτέλεσας. Μάρτυς ἔνδοξε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.


