Φόρτωση Εκδηλώσεις

« ΟΛΑ

  • This εκδήλωση has passed.

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ – ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΕΚ ΜΕΤΣΟΒΟΥ (Ζωντανή μετάδοση)

Εκκλησία

ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ
Λεωφ.Κ.Καραμανλή καί Αρκαδίου
ΛΑΡΙΣΑ, ΛΑΡΙΣΗΣ 41336 Ελλάδα
Phone:
2410280569
Website:
galilea.gr

Περιγραφή

Ημ/νια:
16/05/2021
Ώρα:
7:30 πμ - 5:00 μμ

Κυριακή ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ (ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΚ ΜΕΤΣΟΒΟΥ)

Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ

 (Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).

με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:  “Τα μύρα της Θ. Χάριτος”

Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής των Μυροφόρων ΕΔΩ

ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΚ ΜΕΤΣΟΒΟΥ

Αὐτός ὁ ἀθλητής τοῦ Χριστοῦ εἶχε Πατρίδα του τό Μέτσοβο, πού βρίσκεται στήν Ἤπειρο τῆς Ἑλλάδας. Ἦταν γεννημένος ἀπό γονεῖς εὐσεβεῖς καί, ἐνῶ ἦταν ἀκόμη νέος, ἄναχώρησε γιά τά Τρίκαλα καί ἐκεῖ συμφώνησε γιά ἐργασία μέ ἕναν ἀρτοποιό, στόν ὁποῖο καί δούλευε μέ μισθό. Καί μετά ἀπό πολύν καιρό, μερικοί Ἀγαρηνοί ἄλλοτε μέ ἀπάτη καί ὑποσχέσεις καί ἄλλοτε μέ φοβέρες καί συκοφαντίες, τόν ἔκαναν καί ἀρνήθηκε ἀλλοίμονο! τόν Χριστό. Ὅταν ὅμως ἦλθε στά λογικά του, ἔφυγε καί πῆγε στήν πατρίδα του καί ζοῦσε πάλι χριστιανική ζωή. Καί ὕστερα ἀπό πολύ καιρό, ἀφοῦ φόρτωσε τό ἄλογό του δαδί, πῆγε μέ ἄλλους συμπατριῶτες του στά Τρίκαλα, γιά νά τό πουλήση καί ἐκεῖ τόν ἀναγνώρισε ἕνας Τοῦρκος κουρέας, πού ἦταν γείτονας μέ τόν προαναφερθέντα ἀρτοποιό καί, ἀφοῦ τόν ἔπιασε, τόν ἔσερνε καί τόν κατηγοροῦσε πώς ἀρνήθηκε τήν πίστι τους καί ἔγινε Χριστιανός. Τότε ὁ Νικόλαος, ἐπειδή φοβήθηκε, ἔδωσε σ’αὐτόν τό φορτίο τοῦ δαδιοῦ καί τόν παρακαλοῦσε νά μή τόν φανερώση. Ἐκεῖνος ὅμως τοῦ ἔλεγε, ὅτι ἐάν τοῦ ἔφερνε κάθε χρόνο, ὅσο ζοῦσε, ἄπό ἕνα φορτίο δαδί δέν θά τόν φανέρωνε. Καί ὁ Νικόλαος τοῦ ὑποσχέθηκε καί κάθε χρόνο τοῦ πήγαινε τό δαδί, σύμφωνα μέ τήν ὑπόσχεσί του.
Ὕστερα ὅμως ἀπό λίγο, καθώς μετάνοιωσε ὁ Νικόλαος γιά τήν ὑπόσχεσι, πού τοῦ ἔδωσε, δέν ἤθελε πλέον νά τοῦ δώση τό δαδί, ἀλλά μάλιστα ἀποφάσισε καί νά πεθάνη, γιά νά θεραπεύση τήν προηγούμενη ἄρνησι τοῦ Χριστοῦ, πού ἔκανε καί πῆγε ἀμέσως στόν πνευματικό του καί φανέρωσε τόν σκοπό του. Ἐκεῖνος ὅμως τόν ἐμπόδιζε καί τόν συμβούλευε νά ξεχάση αὐτόν τόν σκοπό, γιά νά μή τύχη καί δέν μπορέση νά ἀντέξη τά βασανιστήρια τοῦ Μαρτυρίου καί ὑποπέση πάλι σέ δεύτερη ἄρνησι, λέγοντάς του, ὅτι τό μέν πνεῦμα εἶναι πρόθυμο, ἄλλά τό σῶμα εἶναι ἀδύνατο. Ἀλλά αὐτός ὁ εὐλογημένος παρέμενε σταθερός στήν γνώμη του καί ἔλεγε, ὅτι ἔχει σίγουρες τίς ἐλπίδες του στόν Κύριο, ὅτι θά τόν δυναμώση γιά νά ὑπομείνη γενναῖα ὅλα τά παιδέματα, πού θά τοῦ κάνουν γιά τήν ἀγάπη του καί θά μαίνη ἀσάλευτος στήν πίστι του, καταπατῶντας κάθε ἐχθρό καί πολέμιο. Βλέποντας λοιπόν ὁ πνευματικός τόν ζῆλο καί τήν προθυμία, πού εἶχε γιά τό Μαρτύριο, ἀφοῦ τόν στήριξε μέ πολλές συμβουλές καί εὐχές, τόν ἄφησε νά φύγη.
Μέ τέτοια λοιπόν σταθερή γνώμη καί ἀπόφασι πῆγε στά Τρίκαλα καί, ἀφοῦ τόν συνέλαβε ὁ κουρέας, τόν ἔπνιγε λέγοντας «Ποῦ εἶναι, ἄπιστε, τό δαδί, πού μοῦ ἔταξες;». Τότε ὁ Νικόλαος τοῦ απαντοῦσε∙ «Δέν σοῦ χρωστάω τίποτε». Τότε ἐκεῖνος, ἐπειδή θύμωσε, φώναξε μεγαλόφωνα καί τόν μαρτύρησε. Τότε, ἀφοῦ ἔτρεξαν πολλοί Τοῦρκοι καί πληροφορήθηκαν τήν ὑπόθεσι, συνέλαβαν ἀμέσως τόν εὐλογημένο μέ πολύ θυμό καί χτυπῶντας τον καί σπρώχνοντάς τόν τόν πῆγαν στό δικαστήριο καί μαρτύρησαν, ὅτι ἀρνήθηκε τήν πίστι τῶν Χριστιανῶν καί δέχθηκε τήν δική τους. Ὁ Μάρτυρας ὅμως, ὅταν τόν ρώτησαν, ἀποκρίθηκε, ὅτι “Χριστιανός γεννήθηκα καί Χριστιανός εἶμαι καί Χριστιανός θέλω νά πεθάνω καί δέν ἀρνοῦμαι ποτέ τήν πίστι μου μέ ὄσα μαρτύρια καί ἄν μοῦ κάνετε”. Καί ἐπειδή λοιπόν οὔτε μέ κολακεῖες, οὔτε μέ φοβέρες μπόρεσαν νά τόν φέρουν στήν γνώμη τους, τόν ξυλοκόπησαν αὐστηρά γιά πολλή ὥρα καί ἔπειτα τόν ἔρριξαν σέ μία σκοτεινή φυλακή καί ἔκεῖ μέσα τόν παίδευαν γιά πολλές ἡμέρες μέ πεῖνα καί δίψα καί μέ ἄλλα διάφορα βασανιστήρια, ἀλλά ὁ Μάρτυρας τά ὑπέμενε ὅλα μέ ἄνδρεία καί μέ μεγάλη του χαρά.
Καί ἐπειδή ἔμενε ἀσάλευτος σέ ὅλα. τόν ἔβγαλαν ἀπό τήν φυλακή καί τόν παρουσίασαν γιά δεύτερη φορά στό δικαστήριο και πάλι κήρυξε μεγαλόφωνα τόν Χριστό, πώς εἶναι Θεός ἀληθινός καί αὐτόν πιστεύει καί δέν τόν ἀρνεῖται ποτέ. Βλέποντας λοιπόν ὁ δικαστής τό ἀμετάθετο τῆς γνώμης του, πρόσταξε νά ἀνάψουν μεγάλη πυρκαϊά στήν μέση τῆς ἀγορᾶς καί νά τόν ρίξουν μέσα σ’αὐτήν. Ἔτσι, ἀφοῦ τόν μετἐφεραν στόν τόπο τῆς καταδίκης, τόν ἔρριξαν στήν πυρκαγιά, πού ἄναψαν καί ἐκεῖ ὅλος χαρά καί δοξολογῶντας τόν Θεό, παρέδωσε τό πνεῦμα του. 

Πηγή: Συναξαριστής Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, Τόμος Ε΄. Εκδόσεις: Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Ιερά Καλύβη «Άγιος Σπυρίδωνας Α’» Νέα Σκήτη, Άγιον Όρος.

ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 16 ΜΑΪΟΥ
Μαρκ.ιε’ 46 – ιστ’ 8

ΚΕΙΜΕΝΟ

43 ἐλθὼν Ἰωσὴφ ὁ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, εὐσχήμων βουλευτής, ὃς καὶ αὐτὸς ἦν προσδεχόμενος τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, τολμήσας εἰσῆλθε πρὸς Πιλᾶτον καὶ ᾐτήσατο τὸ σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. 44 ὁ δὲ Πιλᾶτος ἐθαύμασεν εἰ ἤδη τέθνηκε, καὶ προσκαλεσάμενος τὸν κεντυρίωνα ἐπηρώτησεν αὐτὸν εἰ πάλαι ἀπέθανε· 45 καὶ γνοὺς ἀπὸ τοῦ κεντυρίωνος ἐδωρήσατο τὸ σῶμα τῷ Ἰωσήφ. 46 καὶ ἀγοράσας σινδόνα καὶ καθελὼν αὐτὸν ἐνείλησε τῇ σινδόνι καὶ κατέθηκεν αὐτὸν ἐν μνημείῳ, ὃ ἦν λελατομημένον ἐκ πέτρας, καὶ προσεκύλισε λίθον ἐπὶ τὴν θύραν τοῦ μνημείου. 47 ἡ δὲ Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία Ἰωσῆ ἐθεώρουν ποῦ τίθεται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΣΤ

1 ΚΑΙ διαγενομένου τοῦ σαββάτου Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσιν αὐτόν. 2 καὶ λίαν πρωΐ τῆς μιᾶς σαββάτων ἔρχονται ἐπὶ τὸ μνημεῖον, ἀνατείλαντος τοῦ ἡλίου. 3 καὶ ἔλεγον πρὸς ἑαυτάς· τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον ἐκ τῆς θύρας τοῦ μνημείου; 4 καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσιν ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος· ἦν γὰρ μέγας σφόδρα. 5 καὶ εἰσελθοῦσαι εἰς τὸ μνημεῖον εἶδον νεανίσκον καθήμενον ἐν τοῖς δεξιοῖς, περιβεβλημένον στολὴν λευκήν, καὶ ἐξεθαμβήθησαν. 6 ὁ δὲ λέγει αὐταῖς· μὴ ἐκθαμβεῖσθε· Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον· ἠγέρθη, οὐκ ἔστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν. 7 ἀλλ’ ὑπάγετε εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν· ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν. 8 καὶ ἐξελθοῦσαι ἔφυγον ἀπὸ τοῦ μνημείου· εἶχε δὲ αὐτὰς τρόμος καὶ ἔκστασις, καὶ οὐδενὶ οὐδὲν εἶπον· ἐφοβοῦντο γάρ.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ

43 Ήρθε ο Iωσήφ, μέλος ευυπόληπτο του συνεδρίου, που καταγόταν από την Aριμαθαία, ο οποίος προσδοκούσε επίσης τη βασιλεία του Θεού, και παίρνοντας το θάρρος παρουσιάστηκε στον Πιλάτο και ζήτησε το σώμα του Iησού. 44Kι ο Πιλάτος απόρησε που είχε κιόλας πεθάνει. Έτσι, φώναξε τον εκατόνταρχο και τον ρώτησε αν είχε πολλή ώρα που πέθανε. 45Kι αφού το διαπίστωσε από τον εκατόνταρχο, χάρισε το σώμα στον Iωσήφ. 46Tότε εκείνος, αφού αγόρασε ένα σεντόνι, κατέβασε τον Iησού, τον τύλιξε στο σεντόνι και τον τοποθέτησε σε μνήμα που ήταν λαξεμένο σε βράχο. Kύλισε έπειτα μια πέτρα στο στόμιο του μνήματος. 47Στο μεταξύ, η Mαρία η Mαγδαληνή και η Mαρία, η μητέρα του Iωσή παρακολουθούσαν σε ποιο μέρος τον τοποθετούσαν.   

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΣΤ

1Kι αφού είχε περάσει πια το Σάββατο, η Mαρία η Mαγδαληνή, η Mαρία η μητέρα του Iάκωβου και η Σαλώμη αγόρασαν αρώματα για να πάνε και να τον αλείψουν. 2Έτσι, πολύ νωρίς το πρωί της πρώτης ημέρας της εβδομάδας, έρχονται στο μνήμα, την ώρα που είχε ανατείλει ο ήλιος, 3κι έλεγαν μεταξύ τους: “Ποιος θα κυλίσει για μας την πέτρα από το στόμιο του μνήματος;” 4Mα όταν κοίταξαν, βλέπουν ότι η πέτρα είχε κυλιστεί μακριά από τη θέση της! Kαι ήταν η πέτρα αυτή πάρα πολύ μεγάλη. 5Kι όταν μπήκαν στο μνήμα, είδαν έναν νέο που καθόταν στα δεξιά, ντυμένο με λευκή στολή? και καταλήφθηκαν από ένα ανάμεικτο αίσθημα έκπληξης και φόβου. 6Aλλ’ εκείνος είπε σ’ αυτές: “Mη φοβάστε. Tον Iησού ζητάτε, τον Nαζωραίο, που έχει σταυρωθεί. Aναστήθηκε! Δεν είναι εδώ! Nα, κοιτάξτε τον τόπο που τον είχαν βάλει! 7Πηγαίνετε, λοιπόν, να πείτε στους μαθητές του και στον Πέτρο ότι ο Iησούς πηγαίνει πριν από σας στη Γαλιλαία. Eκεί θα τον δείτε, όπως σας το είπε”. 8Bγήκαν τότε από το μνήμα κι έφυγαν γρήγορα, ενώ τις είχε κυριεύσει τρόμος και κατάπληξη. Kαι σε κανέναν δεν είπαν τίποτε, γιατί φοβόνταν.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.

Τοῦ Μετσόβου τὸν γόνον καὶ Τρικκάλων τὸ καύχημα,
καὶ τῶν πάλαι Μαρτύρων, μιμητὴν καὶ ὁμότροπον,
Νικόλαον τιμήσωμεν πιστοί, τὸν νέον τοῦ Σωτῆρος Ἀθλητήν,
ὡς λυτρούμενον κινδύνων πολυειδῶν, τοὺς πίστει ἀνακράζοντας·
δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι,
δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

0