
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΒΑΪΩΝ
Κυριακὴ τῶν Βαΐων τὴν λαμπρὰν καὶ ἔνδοξον πανήγυριν τῆς εἰς Ἱερουσαλὴμ εἰσόδου τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἑορτάζομεν.
Τὴν ἕκτη Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἁγία Ἐκκλησία μας γιορτάζει τὴν ἔνδοξη ἑορτὴ τῶν Βαΐων, τὴν θριαμβευτικὴ εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα. Μετὰ τὴν ἐκ νεκρῶν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου, πολλοὶ ποὺ εἶδαν τὸ θαυμαστὸ καὶ ὑπερφυσικὸ αὐτὸ γεγονὸς πιστεῦσαν στὸν Χριστό. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ τὸ συνέδριο τῶν Ἰουδαίων ποὺ ἔβλεπε νὰ ἁπλώνεται ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ θανατώσει τόσο τὸν Χριστό, ὅσο καὶ τὸν ἀναστημένο Λάζαρο. Ὁ Ἰησοῦς ὅμως ἔφυγε ἀπὸ ἀνάμεσα τους καὶ πῆγε στὴν περιοχὴ ποὺ εἶναι κοντὰ στὴν ἔρημο, στὴν πόλη ποὺ ὀνομαζόταν Ἐφραίμ. Μετὰ λίγες μέρες, ὅπως λέγει ὁ Ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, «πρὸ ἐξ ἡμερῶν τοῦ Πάσχα ἧλθεν εἰς Βηθανίαν» ὅπου ὁ Λάζαρος ὁ ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν, τοῦ παρέθεσε δεῖπνο. Ἀπὸ ἐκεῖ μετὰ τὸ δεῖπνο στὸ σπίτι τοῦ Λαζάρου, ὁ Κύριος ἔστειλε δύο μαθητὲς του καὶ τοῦ ἔφεραν «τὴν ὄνον καὶ τὸν πῶλον» καὶ τὴν Κυριακή, καθισμένος ἐπὶ τοῦ πώλου ὄνου, μπῆκε στὰ Ἱεροσόλυμα. Τότε τὰ πλήθη τῶν Ἑβραίων μέσα σὲ μιὰ ἀτμόσφαιρα χαρὰς κι ἀγαλλιάσεως βγῆκαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν. Ἔτσι ὁ ἔχων τὸν θρόνο στὸν οὐρανό, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀνέβηκε πάνω σὲ ἕνα μικρὸ πουλάρι καὶ θριαμβευτικὰ ἔμπαινε στὰ Ἱεροσόλυμα, ὅπου τὰ πλήθη τῶν Ἑβραίων τὸν ὑποδέχονταν μὲ ζωηροὺς ἀλαλαγμοὺς: «Ὡσαννὰ τῶ Υἱῶ Δαβίδ, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ!» Πολλοί, καὶ κυρίως μικρὰ παιδιά, ἔστρωναν τὸν δρόμο μὲ τὰ ἱμάτιά τους καὶ τὸν ὑποδέχονταν μὲ κλάδους φοινίκων, τὰ ὁποία ἄλλα ἔριχναν κάτω στὸ δρόμο κι ἄλλα τὰ ἀνέμιζαν στὰ χέρια τους ζητωκραυγάζοντας μὲ ἐνθουσιασμό. Τὸ «ὡσαννὰ» ἀκουγόταν μυριόστομο ἀπ’ ὅλους τοὺς Ἑβραίους μὰ πιὸ πολὺ ἀπὸ τὰ μικρὰ παιδιά, ἀκόμα καὶ τὰ θηλάζοντα βρέφη, γιὰ νὰ ἐκπληρωθεῖ ἡ προφητεία τοῦ Δαβὶδ: «ἐκ στόματος νηπίων καὶ θηλαζόντων κατηρτίσω αἶνον». Μὲ τὸ στόμα δηλαδὴ τῶν νηπίων καὶ τῶν μικρῶν παιδιῶν ποὺ θηλάζουν ἀκόμη, σενέθεσες, ὦ Θεὲ μου, τέλειο ὕμνο. Καὶ ὅλος ὁ κόσμος χαιρόταν καὶ πανηγύριζε καὶ ἐπαναλάμβανε μὲ ἀλλαλαγμό τὸ «Ὡσαννά». Τοῦτο βέβαια ἔγινε διότι τὶς γλῶσσες τους πρὸς ἐξύμνηση καὶ δοξολογία τοῦ Χριστοῦ τὶς ὑποκινοῦσε τὸ Πανάγιο Πνεῦμα. Μὲ τὰ βάγια, τοὺς κλάδους δηλαδὴ τῶν φοινίκων, τὰ πλήθη τῶν Ἰουδαίων προϋπάντησαν τὸν Κύριο κατὰ τὴν θριαμβευτικὴ Του εἴσοδο στὰ Ἱεροσόλυμα. Βέβαια ἦταν συνηθισμένο τὴν ἐποχὴ ἐκείνη νὰ τιμοῦν μὲ κλάδους ἀειθαλῶν δέντρων τοὺς νικητὲς κυρίως σὲ ἀθλητικοὺς ἀγῶνες, καθὼς ἐπίσης καὶ νὰ κρατοῦν τέτοιους κλάδους κατὰ τὶς ἐπινίκιες προπομπές νικητῶν σὲ πολέμους. Βεβαίως ὁ Κύριος ἐδῶ ἐπρόκειτο νὰ διεξαγάγει τὴν μεγάλη μάχη μὲ διαφορετικὴ νίκη, τὴν νίκη κατὰ τοῦ θανάτου.
Ὅταν μπῆκε ὁ Ἰησοῦς στὰ Ἱεροσόλυμα ὁλόκληρη ἡ πόλη ἀναστατώθηκε καὶ οἱ κάτοικοι μὲ ἀπορία ρωτοῦσαν: -Ποιὸς εἶναι αὐτός; Οἱ Ἀρχιερεῖς ὅμως ἐνοχλήθηκαν καὶ προσπάθησαν νὰ μετατρέψουν τὸν ἐνθουσιασμὸ τοῦ ὄχλου σὲ ἐχθρότητα καὶ μίσος κατὰ τοῦ Ἰησοῦ. Κι αὐτὸ τὸ ἔκαναν γιατὶ σχεδίαζαν νὰ φονεύσουν τὸν Κύριο κι ὡς ἐκ τούτου ἤθελαν νὰ ἔχουν τὸ λαὸ μὲ τὸ μέρος τους. Ὁ δὲ Ἰησοῦς, ποὺ γνώριζε τὶς προθέσεις τους, ἄλλοτε δὲν ἐμφανιζόταν ἀνάμεσά τους καὶ ξέφευγε ἀπὸ τὴν προσοχὴ τους κι ἄλλοτε πάλι ἐμφανιζόταν καὶ τοὺς μιλοῦσε μὲ παραβολές.
Γιὰ τὴν ἑορτὴ αὐτὴ τῆς Βαϊοφόρου, πολλὰ χρόνια πρὶν μίλησε ὁ προφήτης Ζαχαρίας, τότε δηλαδὴ ποὺ οἱ Ἰουδαῖοι ἐπέστρεψαν στὰ Ἱεροσόλυμα, ὕστερα ἀπὸ τὴν μακροχρόνια Βαβυλωνία αἰχμαλωσία τους. Χαρακτηριστικὰ εἶπε: «Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιών. Ἰδοὺ ὁ Βασιλεὺς σου ἔρχεται σοι πραΰς καὶ ἐπιβεβηκώς ἐπὶ ὑποζύγιον καὶ πῶλον νέον». Νὰ χαίρεσαι, δηλαδή, πάρα πολύ κόρη μου Σιών. Ὕψωσε τὴ φωνὴ σου, κόρη μου Ἱερουσαλήμ. Ἰδοὺ ὁ Βασιλιὰς Σου ἔρχεται σ’ ἐσένα δίκαιος καὶ λυτρωτὴς αὐτὸς καὶ πράος, καθήμενος σὲ ἕνα πουλάρι ὄνου.
Ἀλλὰ καὶ ὁ ὑμνογράφος μᾶς δείχνει τὴν πνευματικὴ ὁδὸ καὶ μᾶς προσκαλεῖ νὰ καθαρίσουμε πρῶτα τὶς ψυχὲς μας, νὰ τὶς κάνουμε καθαρὲς ὅπως τῶν νηπίων καὶ ὕστερα βαστάζοντας νοητῶς τὰ κλαδιὰ (ποὺ ἐδῶ σημαίνουν τὶς ἀρετές, νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν Χριστὸ μὲ ὕμνους καὶ κραυγὲς χαρὰς κι ἀγαλλιάσεως, ὅπως χαρακτηριστικὰ ἀναφέρεται στὸν ὕμνο τοῦ ὄρθρου: «Μετὰ κλάδων νοητώς…» νὰ ὑποδεχθοῦμε τὸν Χριστὸ ποὺ ἔρχεται σὰν νέος Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος μᾶς σώζει ἀπὸ τὴν ἀρχαία κατάρα.
Οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὡς «πῶλον» ἐννοοῦν τὰ ἔθνη, τοὺς εἰδωλολάτρες. Ὁ Χριστὸς παίρνει δηλαδὴ τὸ ἄλογο τοῦτο ζῶο γιὰ νὰ δείξει πὼς θὰ λύσει τὴν ἀλογία τῶν εἰδωλολατρῶν, ποὺ ἡ κακία μερικῶν τὴν εἶχε καταντήσει χέρσο χωράφι, δίχως καλλιέργεια καὶ δίχως καρπούς. Ἔτσι καθισμένος πάνω στὸ γαϊδουράκι ὁ Χριστὸς μπῆκε στὴν πόλη ὡς νικητὴς τροπαιοφόρος. Ὁ θρίαμβος καὶ ἡ νίκη τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἐνάντια στὸν θάνατο. Κάθισε ὁ Χριστὸς πάνω στὸ γαϊδουράκι μὲ τὴν νέα Θρησκεία τῆς Ἀγάπης καὶ ἔτσι ἀναγορεύθηκε Βασιλιὰς ὅλης τῆς Οἰκουμένης.
Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ πατέρες μᾶς προτρέπουν: Τώρα ποὺ περιμένουμε τὸν Νικητὴ Χριστὸ νὰ μπει στὴν Ἱερουσαλὴμ τοῦ καθενὸς μας καὶ στὴ στέγη τῆς ψυχῆς μας μὲ τὰ Ἄχραντα Μυστήρια, πρέπει μὲ μιὰ εἰλικρινὴ μετάνοια νὰ πετάξουμε τὰ παλαιὰ ἐνδύματα τῶν ἁμαρτιῶν μας, ποὺ τόσο καιρὸ ἐφορούσαμε. Νὰ ἀφήσουμε δηλαδὴ κάθε παλιὰ κακὴ συνήθεια καὶ νὰ ἀπεκδυθοῦμε τὸν παλιὸ μας ἄνθρωπο «σὺν ταῖς πράξεσιν αὐτοῦ καὶ ταῖς ἐπιθυμίαις». Ὕστερα, μὲ μιὰ τέλεια πνευματικὴ ἀλλαγὴ ζωῆς, νὰ πάρουμε στὰ χέρια μας τὰ βάγια τῆς νίκης, δηλαδὴ τὶς ἀειθαλεῖς πνευματικὲς ἀρετές, μὲ τὶς ὁποῖες θὰ νικήσουμε τοὺς τρεῖς μεγάλους ἐχθροὺς μας: τὴν σάρκα, τὸν κόσμο καὶ τὸν διάβολο. Ἔπειτα μὲ ἄρρητη χαρὰ καὶ ἀγαλλίαση νὰ πλησιάσουμε τὴν Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ἄρτου τῆς Ζωῆς, λέγοντας μαζὶ μὲ τοὺς ἀνυμνοῦντας παῖδας τοῦ Εὐαγγελίου: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου»!
Πηγή: «ΜΟΡΦΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ» ΙΩΑΝΝΑΣ Δ. ΚΑΤΣΟΥΛΑ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΠΡΗΣ, ΑΘΗΝΑ 2017
ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΕΝΝΕΑ ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΤΩΝ ΕΝ ΚΥΖΙΚΩ ΜΑΡΤΥΡΗΣΑΝΤΩΝ: ΘΕΟΓΝΙΔΟΣ, ΡΟΥΦΟΥ, ΑΝΤΙΠΑΤΡΟΥ, ΘΕΟΣΤΙΧΟΥ, ΑΡΤΕΜΑ, ΜΑΓΝΟΥ, ΔΕΟΔΟΥΛΟΥ, ΘΑΥΜΑΣΙΟΥ ΚΑΙ ΦΙΛΗΜΟΝΟΣ.
Οἱ ἔνδοξοι ἐννέα αὐτοὶ μάρτυρες κατάγονταν ἀπὸ διάφορους τόπους καὶ συνελήφθησαν στὴν Κύζικο (σημ. Μπαλουκχισάρ), πόλη στὰ παράλια τῆς Προποντίδος, τὴν ἐποχὴ τῶν διωγμῶν. Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἀνάκρισης, ἀπάντησαν μὲ θάρρος, ἐμπαίζοντας τὴν πλάνη τῶν εἰδώλων. Ὑπεβλήθησαν σὲ διάφορα βασανιστήρια, προτίμησαν ὡστόσο νὰ προσφέρουν ἑαυτοὺς ὡς θυσία ζῶσα στὸν Κύριο διὰ τοῦ ἀποκεφαλισμοῦ, παρὰ νὰ θυσιάσουν στὰ εἴδωλα. Γιὰ τὸν λόγο αὐτό, κατέστησαν μετὰ θάνατον ἀόρατοι ἰατροὶ τῶν παθὼν τῆς ψυχῆς καὶ τοῦ σώματος ὅσων μὲ πίστη προστρέχουν στὸν τάφο τους.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 8ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 28 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
Ιω.ιβ’ 1-18
ΚΕΙΜΕΝΟ
1 Ο οὖν Ἰησοῦς πρὸ ἓξ ἡμερῶν τοῦ πάσχα ἦλθεν εἰς Βηθανίαν, ὅπου ἦν Λάζαρος ὁ τεθνηκώς, ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 2 ἐποίησαν οὖν αὐτῷ δεῖπνον ἐκεῖ, καὶ ἡ Μάρθα διηκόνει· ὁ δὲ Λάζαρος εἷς ἦν τῶν ἀνακειμένων σὺν αὐτῷ. 3 ἡ οὖν Μαρία, λαβοῦσα λίτραν μύρου νάρδου πιστικῆς πολυτίμου, ἤλειψε τοὺς πόδας τοῦ Ἰησοῦ καὶ ἐξέμαξε ταῖς θριξὶν αὐτῆς τοὺς πόδας αὐτοῦ· ἡ δὲ οἰκία ἐπληρώθη ἐκ τῆς ὀσμῆς τοῦ μύρου. 4 λέγει οὖν εἷς ἐκ τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, Ἰούδας Σίμωνος Ἰσκαριώτης, ὁ μέλλων αὐτὸν παραδιδόναι· 5 διατί τοῦτο τὸ μύρον οὐκ ἐπράθη τριακοσίων δηναρίων καὶ ἐδόθη πτωχοῖς; 6 εἶπε δὲ τοῦτο οὐχ ὅτι περὶ τῶν πτωχῶν ἔμελεν αὐτῷ, ἀλλ’ ὅτι κλέπτης ἦν, καὶ τὸ γλωσσόκομον εἶχε καὶ τὰ βαλλόμενα ἐβάσταζεν. 7 εἶπεν οὖν ὁ Ἰησοῦς· ἄφες αὐτήν, εἰς τὴν ἡμέραν τοῦ ἐνταφιασμοῦ μου τετήρηκεν αὐτό. 8 τοὺς πτωχοὺς γὰρ πάντοτε ἔχετε μεθ’ ἑαυτῶν, ἐμὲ δὲ οὐ πάντοτε ἔχετε. 9 Ἔγνω οὖν ὄχλος πολὺς ἐκ τῶν Ἰουδαίων ὅτι ἐκεῖ ἐστι, καὶ ἦλθον οὐ διὰ τὸν Ἰησοῦν μόνον, ἀλλ’ ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἴδωσιν ὃν ἤγειρεν ἐκ νεκρῶν. 10 ἐβουλεύσαντο δὲ οἱ ἀρχιερεῖς ἵνα καὶ τὸν Λάζαρον ἀποκτείνωσιν, 11 ὅτι πολλοὶ δι’ αὐτὸν ὑπῆγον τῶν Ἰουδαίων καὶ ἐπίστευον εἰς τὸν Ἰησοῦν. 12 Τῇ ἐπαύριον ὄχλος πολὺς ὁ ἐλθὼν εἰς τὴν ἑορτήν, ἀκούσαντες ὅτι ἔρχεται Ἰησοῦς εἰς Ἱεροσόλυμα, 13 ἔλαβον τὰ βαΐα τῶν φοινίκων καὶ ἐξῆλθον εἰς ὑπάντησιν αὐτῷ, καὶ ἔκραζον· ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, ὁ βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ. 14 εὑρὼν δὲ ὁ Ἰησοῦς ὀνάριον ἐκάθισεν ἐπ’ αὐτό, καθώς ἐστι γεγραμμένον· 15 μὴ φοβοῦ, θύγατερ Σιών· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεται καθήμενος ἐπὶ πῶλον ὄνου. 16 Ταῦτα δὲ οὐκ ἔγνωσαν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ τὸ πρῶτον, ἀλλ’ ὅτε ἐδοξάσθη ὁ Ἰησοῦς, τότε ἐμνήσθησαν ὅτι ταῦτα ἦν ἐπ’ αὐτῷ γεγραμμένα, καὶ ταῦτα ἐποίησαν αὐτῷ. 17 Ἐμαρτύρει οὖν ὁ ὄχλος ὁ ὢν μετ’ αὐτοῦ ὅτε τὸν Λάζαρον ἐφώνησεν ἐκ τοῦ μνημείου καὶ ἤγειρεν αὐτὸν ἐκ νεκρῶν. 18 διὰ τοῦτο καὶ ὑπήντησεν αὐτῷ ὁ ὄχλος, ὅτι ἤκουσαν τοῦτο αὐτὸν πεποιηκέναι τὸ σημεῖον.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1O Iησούς, λοιπόν, έξι μέρες πριν από το Πάσχα ήρθε στη Bηθανία, όπου βρισκόταν ο Λάζαρος που είχε πεθάνει και τον είχε αναστήσει από τους νεκρούς. 2Tου παρέθεσαν, λοιπόν, δείπνο εκεί και η Mάρθα υπηρετούσε, ενώ ο Λάζαρος ήταν ένας απ’ αυτούς που παρακάθονταν στο τραπέζι μαζί με τον Iησού. 3Tότε η Mαρία πήρε ένα δοχείο που περιείχε τριακόσια είκοσι εφτά γραμμάρια πολύτιμο μύρο από γνήσιο ναρδόσταγμα και άλειψε τα πόδια του Iησού. Kατόπιν σκούπισε με τα μαλλιά της τα πόδια του και όλο το σπίτι γέμισε από την ευωδιά του μύρου. 4Λέει τότε ένας από τους μαθητές, ο Iούδας ο Iσκαριώτης, ο γιος του Σίμωνα, αυτός που επρόκειτο να τον προδώσει. 5 «Γιατί τάχα να μην πουληθεί το μύρο αυτό για τριακόσια δηνάρια και να μη δοθεί στους φτωχούς;» 6Aυτό όμως το είπε, όχι γιατί τον ένοιαζε για τους φτωχούς, μα γιατί ήταν κλέφτης και γιατί κρατούσε το ταμείο κι έκλεβε τα χρήματα που έβαζαν σ’ αυτό. 7Tου είπε τότε ο Iησούς: «άφησέ την. Tο έχει φυλάξει αυτό για την ημέρα του ενταφιασμού μου. 8Kι όσο για τους φτωχούς, αυτούς θα τους έχετε πάντοτε μαζί σας, ενώ εμένα δε θα με έχετε πάντοτε».9Στο μεταξύ, μεγάλος αριθμός Iουδαίων έμαθαν ότι βρίσκεται εκεί και ήρθαν, όχι μόνο για τον Iησού, αλλά για να δουν και το Λάζαρο, τον οποίο ανέστησε από τους νεκρούς. 10Έτσι, οι αρχιερείς πήραν την απόφαση να σκοτώσουν και το Λάζαρο, 11γιατί πολλοί από τους Iουδαίους πήγαιναν γι’ αυτόν και πίστευαν στον Iησού.12Tην επόμενη μέρα, ένα μεγάλο πλήθος που είχε έρθει στη γιορτή, σαν άκουσε ότι ο Iησούς έρχεται στα Iεροσόλυμα, 13πήρε φοινικόκλαδα και βγήκε να τον προϋπαντήσει κραυγάζοντας: «Δοξολογείστε: Eυλογημένος αυτός που έρχεται στο όνομα του Kυρίου, ο βασιλιάς του Iσραήλ»! 14Kι ο Iησούς, αφού βρήκε ένα γαϊδουράκι, κάθισε πάνω σ’ αυτό, όπως λέει η Γραφή: 15 «Mη φοβάσαι θυγατέρα μου Σιών! Δες! Έρχεται ο βασιλιάς σου καθισμένος πάνω σε γαϊδουράκι!» 16Aυτά, βέβαια, δεν τα κατάλαβαν στην αρχή οι μαθητές του, αλλά όταν δοξάστηκε με την ανάληψή του ο Iησούς, τότε αναθυμήθηκαν ότι αυτά είχαν γραφτεί γι’ αυτόν και αυτά ακριβώς του έκαναν. 17Tο πλήθος, λοιπόν, που ήταν μαζί του όταν φώναξε το Λάζαρο από τον τάφο και τον ανέστησε, βεβαίωναν, σαν αυτόπτες μάρτυρες, το γεγονός αυτό. 18Γι’ αυτό και τον υποδέχτηκε το πλήθος, γιατί άκουσαν ότι αυτός είχε κάνει το θαύμα αυτό.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ’. Θείας πίστεως.
Θείας πίστεως, τὴ συμφωνία, ἐννεάριθμος, Μαρτύρων δῆμος, ἐν Κυζίκῳ ἱερῶς ἠνδραγάθησε, τὸν γὰρ Ὑπέρθεον Λόγον κηρύξαντες, ὑπὲρ αὐτοῦ ὡς ἀμνοὶ σφαγιάζονται, ὅθεν ἄφεσιν, αἰτοῦνται ἠμὶν καὶ ἔλεος, τοὶς μέλπουσιν αὐτῶν τὴν θείαν ἄθλησιν.


