
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ – ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ
Ζωντανή μετάδοση από την Ιστοσελίδα μας ΕΔΩ
(Ραδιοτηλεοπτική μετάδοση).
με θέμα λειτουργικού κηρύγματος:
«Αναμονἠ»
Διαβάστε την ακολουθία της Κυριακής του Τυφλού ΕΔΩ
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΤΥΦΛΟΥ
Τὴν ἕκτη Κυριακὴ ἀπὸ τοῦ Πάσχα τὸ εἰς τὸν ἐκ γενετῆς τυφλὸν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ θαῦμα.
Ὅταν ὁ Χριστὸς μίλησε στοὺς Ἰουδαίους καὶ τοὺς εἶπε ὅτι εἶναι ἴσος μὲ τὸν πατέρα καὶ τοὺς διαβεβαίωσε ὅτι πρὶν γεννηθεῖ ὁ Ἀβραάμ Αὐτὸς ὑπῆρχε, ἐκεῖνοι ἅρπαξαν πέτρες καὶ τὶς πέτακαν καταπάνω Του. Ὁ Χριστὸς ὅμως χάθηκε ἀπὸ τὰ μάτια τους κι ἀπαρατήρητος ἔφυγε ἀπὸ μπροστά τους. Ἐνῶ περπατοῦσε μέσα στὴν πόλη συνάντησε ἕναν τυφλό, ποὺ βάδιζε μὲ δυσκολία. Οἱ μαθητές του ποὺ γνώριζαν πὼς ἡ ἁμαρτία εἶναι αἰτία τῶν κακῶν, τὸν ρώτησαν ποιὸς φταίει γιὰ τὴ δυστυχία αὐτοῦ τοῦ ἀνθρώπου, οἱ γονεῖς του ἤ αὐτὸς ὁ ἴδιος. ἔκπληκτοι ὅμως ἀκοῦνε ὅτι δὲν φταίει κανένας κι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος γεννήθηκε τυφλὸς γιὰ νὰ δοξασθεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ Πατρὸς μὲ ἕνα νέο θαῦμα. Μὲ συμπόνια ὁ Χριστὸς σταμάτησε μπροστά του χωρὶς νὰ τοῦ τὸ ζητήσει ὁ τυφλός καί θέλησε νὰ τὸν θεραπεύσει. Ἀφοῦ ἔπτυσε κάτω, μὲ τὸ σάλιο του ἔκανε πηλὸ κι μ´ αὐτὸν ἄλειψε τὶς κόγχες τοῦ τυφλοῦ. Πλάθει πηλὸ χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει νερὸ ἀλλὰ μὲ τὸ σάλιο του, γιὰ νὰ κάνει σὲ ὅλους ἔτσι γνωστὸ ὅτι ἀπὸ τὸ Θεϊκό Του στόμα πήγασε ὅλη ἡ χάρη ποὺ φώτισε τὸν κόσμο πρὸς τὴν σωτηρία. Κι ἀκόμα νὰ δείξει ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Δημιουργὸς ποὺ ἔπλασε στὴν ἀρχὴ τὸν ἄνθρωπο παίρνοντας χῶμα ἀπὸ τὴ γῆ. Κι ἐδῶ τώρα παίρνει χῶμα, κάνει πηλὸ κι ἔτσι ἀναπλάθει τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ. Μάλιστα γιὰ νὰ ἔχει πολλὺς μάρτυρες τῆς θεραπείας του στὴ συνέχεια ὁ Κύριος τὸν πρόσταξε νὰ πάει στὴ κολυμβήθρα τοῦ Σιλωὰμ καὶ νὰ πλυθεῖ. Τὸν στέλνει στὴν πηγὴ αὐτὴ διότι ἡ πηγὴ ἦταν δῶρο τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὰ χρόνια τοῦ Προφήτη Ἠσαΐα κι ὅποιος πήγαινε νὰ πάρει νερὸ χωρὶς τὴν ἄδεια τοῦ προφήτη ἡ πηγὴ δὲν ἔδινε νερὸ ἐνὼ ὅταν πήγαινε μὲ τὴν εὐλογία Του, τότε ἔδινε νερό καί μάλιστα ἄφθονο. Γιὰ νὰ δείξει ὁ Κύριος ὅτι κι Αὐτὸς προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεὸ, ὅπως κι ὁ Προφήτης Ἠσαΐας, τὸν στέλνει σ´ αὐτήν τὴν Πηγὴ. Ὁ τυφλὸς μὲ ὑπακοὴ ἔκανε ὅ,τι τὸν πρόσταξε ὁ Ἰησοῦς καὶ βρῆκε τὸ φῶς του.
Ὅλοι ὅσοι τὸν γνώριζαν ὡς τυφλὸ ἐξεπλάγησαν καὶ μάλιστα ἀμφέβαλαν ὅτι εἶναι ὁ τυφλὸς ποὺ ἤξεραν. Ἐκεῖνος ὅμως τοὺς ἔλεγε ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ πρώην τυφλὸς ποὺ μέχρι τώρα γνώριζαν, ἀλλὰ τὸν θεράπευσε ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ὀνομάζεται Χριστός. Καὶ ποῦ εἶναι αὐτὸς ὁ ἄνθρωπος αὐτός; Τὸν ρωτοῦσαν μὲ θαυμασμό. -Δὲν ξέρω, τοὺς ἀπαντᾷ αὐτός μὲ ἁπλὀτητα. Τὰ γεγονότα τρέχουν σὰν τὴν κρυστάλλινη πηγή. Ποιὸς μποροῦσε νὰ τ´ ἀμφισβητήσει; Τὸ συνταρακτικὸ γεγονὸς ἀναταράσσει τὸν κοινωνικό του περίγυρο καὶ φθάνει μέχρι τὸ Ἰουδαϊκὸ συνέδριο, τὸ ὁποῖο καλεῖ σὲ ἀνάκριση τὸν πρώην τυφλό. Μὲ θάρρος διακηρύσσει τόν τρόπο πού ἔγινε τὸ θαῦμα τῆς θεραπείας του. Μὰ οἱ Φαρισαῖοι δὲν πείθονται ὅτι πράγματι ἦταν τυφλὸς καὶ καλοῦν τοὺς γονεῖς του νὰ καταθέσουν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ γιός τους κι ὅτι ὄντως γεννήθηκε τυφλός.Οἱ γονεῖς του ὁμολογοῦν ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ γιός τους καὶ γεννήθηκε τυφλός, ἀλλὰ τὸ πῶς τώρα βλέπει δὲν τὸ γνωρίζουν καί πρέπει νὰ ρωτήσουν τὸν ἴδιο, γιατί εἶναι ὁ μόνος σὲ θέσει νὰ τοὺς πεῖ.
Τὸν καλοῦν καὶ πάλι οἱ Φαρισαῖοι γιὰ νέα ἀνάκριση ποὺ ἔχει σκοπὸ νὰ τὸν φοβίσει, γι᾽ αὐτὸ καὶ τοῦ λέγουν:- Ὁ ἄνθρωπος αὐτός πού σε θεράπευσε εἶναι ἀντίθεος, διότι καταπατεῖ τὴν ἀργία τοῦ Σαββάτου». Τότε κάποιοι ἀναρρωτήθηκαν: -Πῶς μπορεῖ ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς νὰ κάνει τέτοια θαύματα; Κι ἀμέσως «σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς». Ἔτσι ἕνας πρώην τυφλὸς ἦλθε τώρα κι τάρακε τὰ τελματώδη νερὰ τῆς Φαρισαϊκῆς σκέψης. Ὅταν ἀπεγνωσμένα τὸν ρωτοῦν «Σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ;» ἐκεῖνος μὲ τόλμη ἀπάντησε α᾽θόρμητα «Εἶναι Προφήτης!».
Ἐνοχλημένοι οἱ Φαρισαῖοι τὸν καλοῦν νὰ ὁμολογήσει τὴν πλάνη του, διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτὸς εἶναι κακός. -Ἄν εἶναι κακός, διατρανώνει ὁ πρώην τυφλός, δὲν τὸ γνωρίζω. Ἕνα γνωρίζω, τυφλὸς ἤμουν καὶ τώρα χάριν σ´ αὐτόν βλέπω. Οἱ Φαρισαῖοι ἐμμένουν ἀγέρωχα στὰ δικά τους φῶτα πολεμῶντας μὲ πάθος τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ ποὺ τοὺς τυφλώνει καὶ ζητοῦν ἀπὸ τὸν πρώην τυφλὸ νὰ τοὺς ξαναπεῖ πῶς ἔγινε τὸ θαῦμα. Ἐκεῖνος θαρραλέα ὀρθώνεται μπροστά τους καὶ τοὺς ἀπαντᾷ; -Σᾶς τὸ εἶπα ἐπανειλημμένως. Δὲν τὸ ἀκούσατε; Γιατί θέλετε νὰ σᾶς τὸ ξαναπῶ, μήπως θέλετε νὰ γίνετε μαθητές Του; Τὸν εἰρωνεύθηκαν καὶ τοῦ λέγουν:- Σὺ ἄς εἶσαι μαθητής Του, ἐμεῖς εἴμαστε μαθητὲς τοῦ Μωϋςῆ! Περίεργο, τοὺς ἀπαντᾷ ὁ πρώην τυφλός, νὰ μὴ γνωρίζετε αὐτὸν τὸν ἄνθρωπο πού μοῦ ἔδωσε τὸ φῶς μου, γιατί ὅπως μᾶς διδάσκετε, ὁ Θεὸς δὲν ἀκούει ἁμαρτωλοὺς παρὰ μόνο τους Θεοσεβεῖς. Πῶς μπόρεσε λοιπὸν νὰ μοῦ δώσει τὸ φῶς μου, ἄν δὲν ἦταν ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ; Ὀργισμένοι οἱ Φαρισαῖοι τὸν ἔδιωξαν, τὸν ἔδιωξαν, τὸν κήρυξαν ἀποσυνάγωγο. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ συναντάει τὸν Ἰησοῦ, ποὺ τόσο νοσταλγοῦσε ἡ ψυχή του νὰ γνωρίσει κι ὅταν ἄκουσε ἀπὸ τὸ Θεϊκό Του στόμα ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ Υἷός του Θεοῦ ποὺ τὸν θεράπευσε, ὁ πρώην τυφλὸς μὲ ἄπειρη εὐγνωμοσύνη τὸν προσκύνησε. Ἀπὸ τότε μὲ θάρρος καὶ παρρησία κήρυττε σὲ ὅλους τὴν μεγάλη εὐεργεσία ποὺ τοῦ πρόσφερε ὁ Χριστός. Ἡ κραυγὴ τοῦ πρώην τυφλοῦ ἠχεῖ στοὺς αἰῶνες «ἕν οἶδα ὅτι τυφλὸς ὦν ἄρτι βλέπω» διατρανώνοντας τὸ θαῦμα, τόν φωτισμό, τὴν ὁμολογία.
Πηγή: Μορφές από το Συναξάρι, Ιωάννας Κατσούλα, Εκδόσεις ΑΘΩΣ, ΑΘΗΝΑ 2010.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 17 ΜΑΙΟΥ
Ιωαν.θ’ 1-38
ΚΕΙΜΕΝΟ
1 ΚΑΙ παράγων εἶδεν ἄνθρωπον τυφλὸν ἐκ γενετῆς. 2 καὶ ἠρώτησαν αὐτὸν οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ λέγοντες· ραββί, τίς ἥμαρτεν, οὗτος ἢ οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἵνα τυφλὸς γεννηθῇ; 3 ἀπεκρίθη Ἰησοῦς· οὔτε οὗτος ἥμαρτεν οὔτε οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ἀλλ’ ἵνα φανερωθῇ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ ἐν αὐτῷ. 4 ἐμὲ δεῖ ἐργάζεσθαι τὰ ἔργα τοῦ πέμψαντός με ἕως ἡμέρα ἐστίν· ἔρχεται νὺξ ὅτε οὐδεὶς δύναται ἐργάζεσθαι. 5 ὅταν ἐν τῷ κόσμῳ ᾦ, φῶς εἰμι τοῦ κόσμου. 6 ταῦτα εἰπὼν ἔπτυσε χαμαὶ καὶ ἐποίησε πηλὸν ἐκ τοῦ πτύσματος, καὶ ἐπέχρισε τὸν πηλὸν ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς τοῦ τυφλοῦ 7 καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὕπαγε νίψαι εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωάμ, ὃ ἑρμηνεύεται ἀπεσταλμένος. ἀπῆλθεν οὖν καὶ ἐνίψατο, καὶ ἦλθε βλέπων. 8 Οἱ οὖν γείτονες καὶ οἱ θεωροῦντες αὐτὸν τὸ πρότερον ὅτι τυφλὸς ἦν, ἔλεγον· οὐχ οὗτός ἐστιν ὁ καθήμενος καὶ προσαιτῶν; 9 ἄλλοι ἔλεγον ὅτι οὗτός ἐστιν· ἄλλοι δὲ ὅτι ὅμοιος αὐτῷ ἐστιν. ἐκεῖνος ἔλεγεν ὅτι ἐγώ εἰμι. 10 ἔλεγον οὖν αὐτῷ· πῶς ἀνεῴχθησάν σου οἱ ὀφθαλμοί; 11 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· ἄνθρωπος λεγόμενος Ἰησοῦς πηλὸν ἐποίησε καὶ ἐπέχρισέ μου τοὺς ὀφθαλμοὺς καὶ εἶπέ μοι· ὕπαγε εἰς τὴν κολυμβήθραν τοῦ Σιλωὰμ καὶ νίψαι· ἀπελθὼν δὲ καὶ νιψάμενος ἀνέβλεψα. 12 εἶπον οὖν αὐτῷ· ποῦ ἐστιν ἐκεῖνος; λέγει· οὐκ οἶδα. 13 Ἄγουσιν αὐτὸν πρὸς τοὺς Φαρισαίους, τόν ποτε τυφλόν. 14 ἦν δὲ σάββατον ὅτε τὸν πηλὸν ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἀνέῳξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμούς. 15 πάλιν οὖν ἠρώτων αὐτὸν καὶ οἱ Φαρισαῖοι πῶς ἀνέβλεψεν. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· πηλὸν ἐπέθηκέ μου ἐπὶ τοὺς ὀφθαλμούς, καὶ ἐνιψάμην, καὶ βλέπω. 16 ἔλεγον οὖν ἐκ τῶν Φαρισαίων τινές· οὗτος ὁ ἄνθρωπος οὐκ ἔστι παρὰ τοῦ Θεοῦ, ὅτι τὸ σάββατον οὐ τηρεῖ. ἄλλοι ἔλεγον· πῶς δύναται ἄνθρωπος ἁμαρτωλὸς τοιαῦτα σημεῖα ποιεῖν; καὶ σχίσμα ἦν ἐν αὐτοῖς. 17 λέγουσι τῷ τυφλῷ πάλιν· σὺ τί λέγεις περὶ αὐτοῦ, ὅτι ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; ὁ δὲ εἶπεν ὅτι προφήτης ἐστίν. 18 οὐκ ἐπίστευσαν οὖν οἱ Ἰουδαῖοι περὶ αὐτοῦ ὅτι τυφλὸς ἦν καὶ ἀνέβλεψεν, ἕως ὅτου ἐφώνησαν τοὺς γονεῖς αὐτοῦ τοῦ ἀναβλέψαντος 19 καὶ ἠρώτησαν αὐτοὺς λέγοντες· οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ὑμῶν, ὃν ὑμεῖς λέγετε ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη; πῶς οὖν ἄρτι βλέπει; 20 ἀπεκρίθησαν δὲ αὐτοῖς οἱ γονεῖς αὐτοῦ καὶ εἶπον· οἴδαμεν ὅτι οὗτός ἐστιν ὁ υἱὸς ἡμῶν καὶ ὅτι τυφλὸς ἐγεννήθη· 21 πῶς δὲ νῦν βλέπει οὐκ οἴδαμεν, ἢ τίς ἤνοιξεν αὐτοῦ τοὺς ὀφθαλμοὺς ἡμεῖς οὐκ οἴδαμεν· αὐτὸς ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε, αὐτὸς περὶ ἑαυτοῦ λαλήσει. 22 ταῦτα εἶπον οἱ γονεῖς αὐτοῦ, ὅτι ἐφοβοῦντο τοὺς Ἰουδαίους· ἤδη γὰρ συνετέθειντο οἱ Ἰουδαῖοι ἵνα, ἐάν τις αὐτὸν ὁμολογήσῃ Χριστόν, ἀποσυνάγωγος γένηται. 23 διὰ τοῦτο οἱ γονεῖς αὐτοῦ εἶπον ὅτι ἡλικίαν ἔχει, αὐτὸν ἐρωτήσατε. 24 ἐφώνησαν οὖν ἐκ δευτέρου τὸν ἄνθρωπον ὃς ἦν τυφλός, καὶ εἶπον αὐτῷ· δὸς δόξαν τῷ Θεῷ· ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἁμαρτωλός ἐστιν. 25 ἀπεκρίθη οὖν ἐκεῖνος καὶ εἶπεν· εἰ ἁμαρτωλός ἐστιν οὐκ οἶδα· ἓν οἶδα, ὅτι τυφλὸς ὢν ἄρτι βλέπω. 26 εἶπον δὲ αὐτῷ πάλιν· τί ἐποίησέ σοι; πῶς ἤνοιξέ σου τοὺς ὀφθαλμούς; 27 ἀπεκρίθη αὐτοῖς· εἶπον ὑμῖν ἤδη, καὶ οὐκ ἠκούσατε· τί πάλιν θέλετε ἀκούειν; μὴ καὶ ὑμεῖς θέλετε αὐτοῦ μαθηταὶ γενέσθαι; 28 ἐλοιδόρησαν αὐτὸν καὶ εἶπον· σὺ εἶ μαθητὴς ἐκείνου· ἡμεῖς δὲ τοῦ Μωυσέως ἐσμὲν μαθηταί. 29 ἡμεῖς οἴδαμεν ὅτι Μωυσεῖ λελάληκεν ὁ Θεός· τοῦτον δὲ οὐκ οἴδαμεν πόθεν ἐστίν. 30 ἀπεκρίθη ὁ ἄνθρωπος καὶ εἶπεν αὐτοῖς· ἐν γὰρ τούτῳ θαυμαστόν ἐστιν, ὅτι ὑμεῖς οὐκ οἴδατε πόθεν ἐστί, καὶ ἀνέῳξέ μου τοὺς ὀφθαλμούς. 31 οἴδαμεν δὲ ὅτι ἁμαρτωλῶν ὁ Θεὸς οὐκ ἀκούει, ἀλλ’ ἐάν τις θεοσεβὴς ᾖ καὶ τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιῇ, τούτου ἀκούει. 32 ἐκ τοῦ αἰῶνος οὐκ ἠκούσθη ὅτι ἤνοιξέ τις ὀφθαλμοὺς τυφλοῦ γεγεννημένου. 33 εἰ μὴ ἦν οὗτος παρὰ Θεοῦ, οὐκ ἠδύνατο ποιεῖν οὐδέν. 34 ἀπεκρίθησαν καὶ εἶπον αὐτῷ· ἐν ἁμαρτίαις σὺ ἐγεννήθης ὅλος, καὶ σὺ διδάσκεις ἡμᾶς; καὶ ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω. 35 Ἤκουσεν ὁ Ἰησοῦς ὅτι ἐξέβαλον αὐτὸν ἔξω, καὶ εὑρὼν αὐτὸν εἶπεν αὐτῷ· σὺ πιστεύεις εἰς τὸν υἱὸν τοῦ Θεοῦ; 36 ἀπεκρίθη ἐκεῖνος καὶ εἶπε· καὶ τίς ἐστι, Κύριε, ἵνα πιστεύσω εἰς αὐτόν; 37 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· καὶ ἑώρακας αὐτὸν καὶ ὁ λαλῶν μετὰ σοῦ ἐκεῖνός ἐστιν. 38 ὁ δὲ ἔφη· πιστεύω, Κύριε· καὶ προσεκύνησεν αὐτῷ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
1Kι ενώ βάδιζε, είδε έναν άνθρωπο που είχε γεννηθεί τυφλός. 2Tον ρώτησαν τότε οι μαθητές του: «Δάσκαλε, ποιος αμάρτησε ώστε να γεννηθεί τυφλός; Aυτός ή οι γονείς του;» 3O Iησούς απάντησε: «Γεννήθηκε τυφλός, όχι γιατί αμάρτησε αυτός ούτε γιατί αμάρτησαν οι γονείς του, αλλά για να φανερωθούν τα έργα του Θεού στην περίπτωσή του. 4Eίναι ανάγκη για μένα να εκτελώ τα έργα εκείνου που με απέστειλε όσο είναι ακόμα ημέρα. Έρχεται νύχτα, οπότε κανένας δεν μπορεί να εργάζεται. 5Eνόσω βρίσκομαι στον κόσμο, είμαι το φως του κόσμου». 6Aφού τα είπε αυτά, έφτυσε κι έφτιαξε πηλό με το φτύσιμο και άλειψε τον πηλό στα μάτια του τυφλού 7και του είπε: «Πήγαινε και νίψου στη δεξαμενή του Σιλωάμ», που ελληνικά σημαίνει «Aπεσταλμένος». Πήγε, λοιπόν, και νίφτηκε και επέστρεψε βλέποντας! 8Oι γείτονες, λοιπόν, κι όσοι τον έβλεπαν προηγουμένως που ήταν τυφλός, έλεγαν: «Aυτός δεν είναι ο άνθρωπος που καθόταν και ζητιάνευε;» 9άλλοι έλεγαν ότι είναι ο ίδιος κι άλλοι ότι είναι κάποιος που του μοιάζει. Eκείνος όμως έλεγε: «Eγώ είμαι». 10Tον ρωτούσαν λοιπόν: «Πώς άνοιξαν τα μάτια σου;» 11Eκείνος απάντησε: «Kάποιος, που ονομάζεται Iησούς, έφτιαξε πηλό και άλειψε μ’ αυτό τα μάτια μου και μου είπε: Πήγαινε στη δεξαμενή του Σιλωάμ και νίψου. Aφού, λοιπόν, πήγα και νίφτηκα, απέκτησα την όρασή μου». 12Tότε τον ρώτησαν: «Πού είναι αυτός;» Tους απάντησε: «Δεν ξέρω».
13Tον πηγαίνουν τότε, τον πρώην τυφλό, στους Φαρισαίους. 14Kι ήταν Σάββατο τη μέρα που έφτιαξε ο Iησούς τον πηλό κι άνοιξε τα μάτια του. 15Tον ρωτούσαν, λοιπόν, και οι Φαρισαίοι ξανά, πώς απέκτησε το φως του. Kι εκείνος τους απάντησε: «Έβαλε πηλό πάνω στα μάτια μου και νίφτηκα και βλέπω». 16Έλεγαν, λοιπόν, μερικοί από τους Φαρισαίους: «O άνθρωπος αυτός δεν είναι σταλμένος από τον Θεό, αφού δεν τηρεί το Σάββάτο». άλλοι πάλι έλεγαν: «Mα πώς μπορεί ένας αμαρτωλός άνθρωπος να κάνει τέτοια θαύματα;» Έτσι, υπήρχε διχογνωμία μεταξύ τους. 17Ξαναλένε τότε στον τυφλό: «Eσύ, που σου άνοιξε τα μάτια σου, τι λες γι’ αυτόν;» Kι εκείνος είπε: «Eίναι προφήτης». 18Mα οι Iουδαίοι δεν πίστεψαν τελικά πως αυτός ήταν τυφλός κι απέκτησε το φως του, ώσπου φώναξαν τους γονείς του ανθρώπου που απέκτησε το φως του 19και τους ρώτησαν: «Aυτός είναι ο γιος σας, που εσείς λέτε πως γεννήθηκε τυφλός; Πώς γίνεται, λοιπόν, και τώρα βλέπει;» 20Tους αποκρίθηκαν οι γονείς του: «Ξέρουμε ότι αυτός είναι ο γιος μας κι ότι γεννήθηκε τυφλός. 21Mα πώς βλέπει τώρα δεν το ξέρουμε, ή ποιος άνοιξε τα μάτια του εμείς δεν το ξέρουμε. Δεν είναι ανήλικος ο ίδιος, αυτόν να ρωτήστε. Θα σας μιλήσει ο ίδιος για λογαριασμό του». 22Tα είπαν αυτά οι γονείς του, γιατί φοβόνταν τους Iουδαίους, επειδή οι Iουδαίοι ήταν κιόλας συνεννοημένοι, αν κανείς παραδεχτεί πως αυτός είναι ο Xριστός, να αποβάλλεται από τη συναγωγή. 23Γι’ αυτό είπαν οι γονείς του: «Δεν είναι ανήλικος, ρωτήστε τον ίδιο». 24Φώναξαν, λοιπόν, για δεύτερη φορά τον άνθρωπο που ήταν πρώτα τυφλός, και του είπαν: «Tο Θεό να δοξάσεις. Eμείς ξέρουμε πως ο άνθρωπος αυτός είναι αμαρτωλός». 25Aποκρίθηκε τότε εκείνος και είπε: «Aν είναι αμαρτωλός, δεν το ξέρω. Ένα πράγμα ξέρω, πως, ενώ ήμουν τυφλός, τώρα βλέπω!» 26Tότε τον ξαναρώτησαν: «Tι σου έκανε; Πώς σου άνοιξε τα μάτια;» 27Eκείνος απάντησε: «Mα, σας το είπα πρωτύτερα αλλά δε δώσατε σημασία. Γιατί θέλετε να το ακούσετε πάλι; Mήπως θέλετε να γίνετε κι εσείς μαθητές του;» 28Tον περιγέλασαν τότε και είπαν: «Eσύ είσαι μαθητής εκείνου. Eμείς είμαστε μαθητές του Mωυσή. 29Eμείς ξέρουμε πως στο Mωυσή έχει μιλήσει ο Θεός, ενώ γι’ αυτόν δεν ξέρουμε από πού κατάγεται». 30Aποκρίθηκε ο άνθρωπος και τους είπε: «Mα, ακριβώς αυτό είναι το καταπληκτικό, ότι εσείς δεν ξέρετε καν από πού είναι, κι όμως αυτός μου άνοιξε τα μάτια! 31Kαι ξέρουμε βέβαια ότι αμαρτωλούς ο Θεός δεν ακούει, αλλά αν κανείς είναι θεοσεβής και εκτελεί το θέλημά του, αυτόν τον ακούει. 32Aπό τη δημιουργία του κόσμου κι εδώ δεν ξανακούστηκε να έχει ανοίξει κανείς τα μάτια κάποιου που γεννήθηκε τυφλός! 33Aν αυτός δεν προερχόταν από τον Θεό, τίποτε δε θα μπορούσε να κάνει». 34Aποκρίθηκαν εκείνοι: «Eσύ γεννήθηκες βουτηγμένος ολόκληρος μέσα σε αμαρτίες, και διδάσκεις εσύ εμάς;» Kαι τον πέταξαν έξω. 35Tο άκουσε ο Iησούς, ότι τον πέταξαν έξω, κι αφού τον βρήκε του είπε: «Eσύ πιστεύεις στο Γιο του Θεού;» 36Eκείνος αποκρίθηκε: «Kαι ποιος είναι, Kύριε, για να πιστέψω σ’ αυτόν;» 37O Iησούς του είπε: «Eίναι αυτός, που, και τον έχεις δει, και μιλάει τώρα μαζί σου». 38Tότε εκείνος είπε: «Πιστεύω, Kύριε!» Kαι τον προσκύνησε.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος α’. Τὸν τάφον σου Σωτὴρ. (ψάλεται ως κάθισμα)
Δυὰς φωτοειδής, ἱερῶν Ἀποστόλων, καὶ κήρυκες Χριστοῦ, ἀνεδείχθητε κόσμω, τοὶς πάσι κατασπείραντες, τὸ τῆς χάριτος κήρυγμα, ὅθεν σήμερον, ἠμᾶς πιστῶς εὐφημοῦμεν, ὢ Ἀνδρόνικε, καὶ Ἰουνία θεόφρον, Χριστὸν μεγαλύνοντες.


