
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΟΥ ΘΩΜΑ
Ἡ δεύτερη Κυριακή τοῦ Πάσχα λέγεται Κυριακή τοῦ Θωμᾶ, διότι αὐτή τήν ἡμέρα ἑορτάζεται ἡ ἐμφάνιση τοῦ Κυρίου στό Θωμᾶ, πού ἀρνιόταν νά πιστεύσει αὐτά πού τοῦ ἀνέφεραν οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι γιά τήν Ἀνάστασή τοῦ Κυρίου καί τήν ἐμφάνισή Του σ’ αὐτούς κατά τήν ὥρα τῆς συμπτωματικῆς (;) ἀπουσίας του: Μέ κλεισμένες τίς πόρτες ἦλθε ὁ Χριστός, μᾶς χαιρέτισε μέ τό «Εἰρήνη ὑμῖν» καί μᾶς ἔδειξε τά χέρια, τά πόδια καί τήν πλευρά Του. Ἔφαγε μάλιστα ἕνα ψάρι καί κηρομέλι καί πεισθήκαμε γιά τήν Ἀνάστασή Του.
Ὁ Θωμᾶς ὅμως δέν ἐπίστευσε καί εἶπε: «Ἄν δέ δῶ καί ψηλαφίσω τά τρυπημένα Του χέρια καί τή λογχισμένη Του πλευρά, δέ θά πιστεύσω». Μετά ὀκτώ ἡμέρες σάν σήμερα ἐμφανίζεται πάλι ὁ Ἰησοῦς καί καλεῖ τό Θωμᾶ νά πραγματοποιήσει τήν ἐπιθυμία του. Ὁπότε αὐτός ἀφοῦ εἶδε καί ἐψηλάφησε τά χέρια καί τήν πλευρά τοῦ Δεσπότου, ἀνεβόησε: «Ὁ Κύριος μου καί ὁ Θεός μου!» (Ἰω. κ΄ 28). Αὐτή ἡ ἐκδοχή περί ψηλαφήσεως εἶναι πιθανότερη, σ’ ἀντίθεση μέ τήν ἄλλη, πού λέει ὅτι ὁ Θωμᾶς μόλις εἶδε τόν Κύριο, χωρίς νά τόν ψηλαφήσει, ἐπίστευσε.
Πηγή: ΛΑΤΡΕΥΤΙΚΟ ΕΓΧΕΙΡΙΔΙΟ Στοιχεῖα Ἀγωγῆς γιά τήν τάξη καί τή Λατρεία τῆς Ἐκκλησίας , Γεώργιος Σ. Κουγιουμτζόγλου Πρεσβύτερος, ΣΤ΄ΕΚΔΟΣΗ
ΜΝΗΜΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΝΔΟΞΟΥ ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΡΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΤΟΥ ΤΡΟΠΑΙΟΦΟΡΟΥ
Ὁ μέγας καὶ θαυμαστὸς ἀθλητὴς τοῦ Χριστοῦ Γεώργιος ἦταν γόνος πλούσιας καὶ ὑψηλὰ ἱστάμενης οἰκογενείας τῆς Καππαδοκίας. Ὁ πατέρας του Γερόντιος ἐκοιμήθη ὅταν ὁ Γεώργιος ἦταν δέκα ἐτῶν καὶ ἡ μητέρα του Πολυχρόνια, ποὺ εἶχε ἀσπασθεῖ τὸν χριστιανισμὸ ἐν ἀγνεία τοῦ συζύγου της, ἐπέστρεψε στὴ γενέτειρά της Παλαιστίνη καὶ ἀνέθρεψε τὸν νεαρὸ γιὸ της μὲ τὶς εὐαγγελικὲς ἀρετές. Προικισμένος μὲ εὔμορφο παρουσιαστικό, εὐφυΐα καὶ τρόπους εὐγενικούς, ὁ Γεώργιος κατατάχθηκε στὸν στρατὸ σὲ ἡλικία δεκαοκτὼ ἐτῶν. Εὐαρέστησε τοὺς ἀξιωματικοὺς του καὶ σύντομα ἀνῆλθε στὸ ἀξίωμα τοῦ τριβούνου τῆς αὐτοκρατορικῆς φρουρὰς καὶ κατόπιν, ὅπως φαίνεται, σὲ ἐκεῖνο τοῦ στρατηλάτου (ἐπάρχου).
Ἐπιστρέφοντας στὴν Καππαδοκία μετὰ μία νικηφόρα ἐκστρατεία, πέρασε ἀπὸ τὴν περιοχὴ τῆς Ἀτταλείας στὴν Παμφυλία, ὅπου ἔσωσε ἀπὸ θάνατο τὴν κόρη τοῦ βασιλέα, τὴν ὁποία εἶχαν ἀφήσει βορὰ σ’ ἕναν φοβερὸ δράκοντα, καὶ σκότωσε τὸ θηρίο μὲ τὴν ὑπερφυσικὴ δύναμη ποὺ ἀντλοῦσε ἀπὸ τὴν πίστη του. Θαυμάζοντας τὴν ἰσχὺ ποὺ χαρίζει ὁ Χριστὸς στοὺς πιστοὺς Του ἐνάντια στὴν δύναμη τῶν δαιμόνων, οἱ εἰδωλολάτρες τῆς περιοχῆς ἀσπάσθηκαν ὅλοι τὸν Χριστιανισμό.
Τὴν ἐποχὴ τοῦ μεγάλου διωγμοῦ ποὺ εἶχε ἐξαπολύσει ὁ Διοκλητιανός (περὶ τὸ 304), ὁ αὐτοκράτορας συνεκάλεσε στὴν Νικομήδεια ὅλους τοὺς ἐπάρχους τῆς Ἀνατολῆς γιὰ νὰ τοὺς ἀνακοινώσει τὰ διατάγματά του κατὰ τῶν χριστιανῶν. Ὁ ἅγιος Γεώργιος ἔνιωσε ὅτι εἶχε φτάσει ἡ στιγμὴ νὰ ὀμολογήσει δημοσίως τὸν Χριστό. Μοίρασε τὰ ὑπάρχοντά του στοὺς φτωχούς, ἀπελευθέρωσε τοὺς δούλους του καὶ παρουσιάστηκε στὴν αὐλή. Στάθηκε στὸ μέσον τῆς συνέλευσης καὶ στηλίτευσε τὸν αὐτοκράτορα, λέγοντας ὅτι ἄδικα σφαγιάζει τοὺς ἀθώους χριστιανούς. Κατάπληκτος, ὁ Διοκλητιανός ἔδωσε ἐντολὴ στὸν ὑπασπιστὴ τοῦ Μαγνέντιο νὰ ἀνακρίνει τὸν αὐθάδη ἀξιωματικό. Στὶς ἐρωτήσεις τοῦ ὑπασπιστή, ὁ Γεώργιος ἀπάντησε ὅτι ἦταν δοῦλος τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἀληθινοῦ Θεοῦ, καὶ ὅτι ἦλθε ἄφοβα νὰ ἐλέγξει τὸν αὐτοκράτορα, ἐμπιστευόμενος στὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ του. Ὅταν συνῆλθε ἀπὸ τὴν κατάπληξη, ὁ Διοκλητιανός, φοβούμενος τὴν ἀναστάτωση τῆς συνέλευσης, πρότεινε στὸν Γεώργιο τιμὲς καὶ ἀξιώματα ἂν δεχόταν νὰ προσφέρει θυσία στοὺς θεοὺς τῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ Γεώργιος ἀποκρίθηκε: «Ἡ βασιλεία σου ταχέως φθείρεται καὶ ἀφανίζεται, χωρὶς νὰ σοῦ δώσει κανένα ὄφελος∙ ὅσοι ὅμως προσφέρουν θυσίαν αἰνέσεως στὸν Βασιλέα τῶν Οὐρανῶν, θὰ βασιλεύουν μαζὶ του αἰωνίως!»
Διέταξε τότε ὁ ἡγεμόνας τοὺς στρατιῶτες τῆς φρουρὰς νὰ λογχίσουν τὸν ἅγιο στὴν κοιλιακὴ χώρα. Ἄφθονο ἄρχισε νὰ τρέχει τὸ αἷμα, ὅμως ἀμέσως μετὰ τὰ πρῶτα πλήγματα, οἱ λόγχες στράβωσαν σὰν νὰ ἦταν ἀπὸ κερί. Ἔρριξαν τότε τὸν στρατιώτη τοῦ Χριστοῦ στὴν φυλακὴ μὲ μιὰ βαρεία πέτρα δεμένη στὸ στέρνο του. Τὴν ἐπαύριο, προσήγαγαν ἐκ νέου ἐνώπιον τοῦ τυράννου τὸν ἅγιο, ὁ ὁποῖος ἐπέδειξε τὸ ἴδιο ἀκλόνητο φρόνημα. Τὸν ἔδεσαν τότε σ’ ἕναν τροχὸ ποὺ κρεμόταν πάνω ἀπὸ μιὰ σανίδα στὴν ὁποία ἦταν προσαρμοσμένα μαχαίρια, καὶ κάθε φορὰ ποὺ περιστρεφόταν ὁ τροχός, τὰ μαχαίρια κατέκοπταν τὸ σῶμα τοῦ ἁγίου. Ξεπερνώντας τὸν πόνο χάρις στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ποὺ ἀνέβλυζε ἄφθονη μέσα του, ὁ ἅγιος Γεώργιος δὲν ἔπαυσε νὰ δοξάζει τὸν Κύριο. Φωνὴ ἀκούστηκε τότε ἐξ οὐρανοῦ νὰ λέει: «Μὴ φοβοῦ, Γεώργιε, εἶμαι μετὰ σοῦ!» καὶ κατῆλθε Ἄγγελος, ἐνδεδυμένος μανδύα λευκὸ πιὸ ἀπαστράπτοντα ἀπὸ τὸν ἥλιο, ὁ ὁποῖος ἔλυσε τὸν ἅγιο ἀπὸ τὸν τροχὸ καὶ ἐθεράπευσε τὶς πληγὲς του.
Ὅταν ὁ Γεώργιος παρουσιάσθηκε σῶος καὶ ἀβλαβὴς ἐνώπιον τοῦ τυράννου, δύο ἀξιωματικοὶ τῆς φρουράς, οἱ στρατηλάτες Ἀνατόλιος καὶ Πρωτολέων, ὀμολόγησαν μεγαλοφώνως τὸν Χριστό. Ἀποκεφαλίσθηκαν ἐπὶ τόπου. Ἡ αὐτοκράτειρα Ἀλεξάνδρα [21 Ἀπρ.] διακήρυξε καὶ ἐκείνη ὅτι ἦταν χριστιανὴ καὶ ὁ Μαγνέντιος τὴν ὑποχρέωσε νὰ ἀποσυρθεῖ στὸ ἀνάκτορο.
Ἔρριξαν τότε τὸν ἅγιο σὲ λάκκο γεμάτο ἀσβέστη, ὥστε νὰ λιώσει ὅλο τὸ σῶμα καὶ νὰ μὴν μείνει οὔτε ἕνα ὀστό. Ὅπως ὅμως οἱ Τρεῖς Παῖδες ἐν καμίνω τῆς Βαβυλῶνος, ὁ ἅγιος ἐξῆλθε μετὰ τρεῖς ἡμέρες ἀνέπαφος καὶ τὸ πλῆθος τὸν ἐπευφημοῦσε φωνάζοντας: «Μέγας ὁ Θεὸς τοῦ Γεωργίου!»
Ἀναίσθητος μπροστὰ σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐκφάνσεις τῆς δυνάμεως τοῦ Χριστοῦ, ὁ τύραννος διέταξε νὰ φορέσουν στὸν ἅγιο ὑποδήματα ποὺ εἶχαν στὸ ἐσωτερικὸ τους πυρακτωμένα καρφιὰ καὶ νὰ τὸν ἀναγκάσουν νὰ περπατήσει. «Τρέχα, Γεώργιε, πρὸς τὸν ποθητὸ σου Κύριο!» φώναξε ὁ ἅγιος ἐπικαλούμενος τὴν βοήθεια τοῦ Χριστοῦ. Καὶ γιὰ μιὰ ἀκόμα φορά, παρουσιάσθηκε ἐνώπιον τοῦ Διοκλητιανού σῶος καὶ ἀκτινοβολώντας χάρη.
Μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ, ὁ Γεώργιος διατηρήθηκε ἀβλαβὴς ἀπὸ τὸ δηλητήριο ποὺ τοῦ ἑτοίμασε ἕνας μάγος ὀνόματι Ἀθανάσιος. Καθὼς ὁ Ἀθανάσιος καὶ οἱ ὁμότεχνοί του ἐξακολουθοῦσαν νὰ μὴν πιστεύουν καὶ νόμιζαν ὅτι ὁ Γεώργιος χρησιμοποιοῦσε κάποιο μαγικὸ τέχνασμα, τοῦ ζήτησαν νὰ ἀναστήσει ἕναν νεκρὸ γιὰ νὰ ἀποδειχθεῖ ἡ δύναμη τοῦ Θεοῦ του. Ἐκεῖ κοντὰ βρισκόταν ἕνας εἰδωλολατρικὸς τάφος καὶ ὁ ἅγιος πράγματι ἀνέστησε τὸν νεκρὸ ποὺ εἶχε ταφεῖ ἐκεῖ πρὶν τριακόσια χρόνια, ὁ ὁποῖος ἀμέσως προσκύνησε τὸν Γεώργιο διακηρύσσοντας ὅτι ἡ προσευχὴ τοῦ ἁγίου τὸν ἔβγαλε ἀπὸ τὴν κόλαση καὶ ὀμολόγησε τὸν Χριστό. Ὁ μάγος Ἀθανάσιος προσέπεσε τότε στὰ πόδια τοῦ δούλου τοῦ Θεοῦ, ζήτησε συγχώρεση καὶ ὀμολόγησε μὲ τὴν σειρὰ του τὴν ἀληθὴ Πίστη. Ἔξαλλος ἀπὸ θυμό, ὁ Διοκλητιανός διέταξε νὰ ἀποκεφαλίσουν ἐπὶ τόπου τὸν μάγο καὶ τὸν ἀναστηθέντα.
Πολλοὶ ἀπὸ ἐκείνους ποὺ πιστεῦσαν στὸν Χριστὸ μετὰ τὰ θαύματα τοῦ ἁγίου Γεωργίου βρῆκαν τρόπο νὰ τὸν ἐπισκεφτοῦν στὴ φυλακὴ γιὰ νὰ κατηχηθοῦν στὴν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου ἢ νὰ βρουν θεραπεία τῶν δεινῶν τους. Ὁ ἅγιος συμπόνεσε τὸν καθένα καὶ ἀνέστησε μάλιστα τὸ βόδι τοῦ Γλυκερίου, ἑνὸς χωρικοῦ ὁ ὁποῖος κατόπιν συνελήφθη καὶ ἀποκεφαλίσθηκε χωρὶς ἀνάκριση καὶ δίκη.
Τὴν ἑπομένη, ὁ Διοκλητιανός διέταξε νὰ φέρουν τὸν Γεώργιο στὸ ἱερὸ τοῦ Ἀπόλλωνα, ἐνῶ μέγα πλῆθος συγκεντρώθηκε ἐκεῖ. Ὑποκρινόμενος ὅτι ἦταν ἕτοιμος νὰ προσφέρει θυσία, ὁ μάρτυς εἰσῆλθε στὸ ἱερό, στάθηκε μπροστὰ στὸ εἴδωλο καὶ ἔκανε τὸ σημεῖο τοῦ Σταυροῦ. Τότε οἱ δαίμονες ποὺ ἐνοικοῦσαν στὸ εἴδωλο ὀμολόγησαν μὲ τρόμο ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μόνος ἀληθινὸς Θεὸς καὶ ἐξῆλθαν μὲ βοὴ καὶ κλαυθμούς, ἐνῶ τὰ εἴδωλα κατέπεσαν καὶ συνετρίβησαν. Οἱ ἱερεῖς τῶν εἰδώλων καὶ οἱ ἐθνικοὶ ἔδιωξαν τότε τὸν ἅγιο μὲ κραυγὲς καὶ τὸν πῆγαν στὸ ἀνάκτορο. Ἀκούγοντας τὴν ὀχλαγωγία, ἡ αὐτοκράτειρα Ἀλεξάνδρα βγῆκε, διέσχισε τὸν ὄχλο λέγοντας μεγαλοφώνως: «Θεὲ τοῦ Γεωργίου, βοήθει μοι!» καὶ προσέπεσε στὰ πόδια τοῦ ἁγίου. Μὴ μπορώντας πλέον νὰ συγκρατήσει τὴν μανία του, ὁ τύραννος, σκληρόκαρδος ὅπως ἄλλοτε ὁ Φαραώ, διέταξε νὰ τοὺς ἀποκεφαλίσουν καὶ τοὺς δύο. Τὴν παραμονὴ ὅμως τῆς θανάτωσης, ἡ Ἀλεξάνδρα παρέδωσε εἰρηνικὰ τὴν ψυχὴ της στὸν Κύριο μέσα στὴ φυλακή.
Ὁ ἅγιος Γεώργιος ἔφθασε στὸν τόπο τῆς θανάτωσης ἀκολουθούμενος ἀπὸ μεγάλο πλῆθος κόσμου. Εὐχαρίστησε τὸ Θεὸ γιὰ ὅλες τὶς εὐεργεσίες Του, ζήτησε τὴν βοήθειά Του ὑπὲρ ἐκείνων ποὺ θὰ ἐπικαλοῦνται μὲ πίστη τὸ ὄνομά τοῦ ἀνὰ τοὺς αἰῶνες καὶ κατόπιν ἔκλινε τὸν αὐχένα κάτω ἀπὸ τὸ ξίφος καὶ ἀνῆλθε στοὺς οὐρανοὺς γιὰ νὰ λάβει τὰ τρόπαια τῆς αἰωνίου δόξης.
Σύμφωνα μὲ τὴν ἐντολὴ τοῦ ἁγίου, ὁ δοῦλος του μετέφερε κατόπιν τὸ λείψανο στὴν πατρίδα του, στὴν Λύδδα (Διόσπολη) τῆς Παλαιστίνης [3 Νοεμ.], ὅπου ἀναρίθμητα θαύματα ἐπιτελέστηκαν στὸν μεγάλο ναὸ ποὺ ἀνηγέρθη πρὸς τιμὴν του.
Ἡ τιμὴ τοῦ Ἁγίου Γεωργίου γνώρισε μεγάλη ἐξάπλωση σὲ ὅλη τὴν χριστιανοσύνη, τόσο στὴν Ἀνατολὴ ὅσο καὶ στὴν Δύση. Τιμᾶται ὡς πολιοῦχος προστάτης χωρῶν ὅπως ἡ Γεωργία καὶ ἡ Ἀγγλία, χιλιάδες ναοὶ εἶναι ἀφιερωμένοι στὴν μνήμη του καὶ κάθε χριστιανικὴ ψυχὴ διαβλέπει στὸν ἅγιο τὴν ἐνσάρκωση τῶν ἀρετῶν τῆς γενναιότητας, τῆς καρτερικότητας καὶ τῆς ἐμπιστοσύνης στὴν βοήθεια τῆς θείας χάριτος, ποὺ συνιστᾶ ὁ Χριστὸς σὲ ὅλους τοὺς στρατιῶτες τῆς εὐσεβείας.
Πηγή: Νέος Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Ιερομονάχου Μακαρίου Σιμωνοπετρίτου, Τόμος 8ος. Εκδόσεις: Ίνδικτος.
ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΚΥΡΙΑΚΗ 23 ΑΠΡΙΛΙΟΥ
Ιω.κ’ 19-31
ΚΕΙΜΕΝΟ
19 Οὔσης οὖν ὀψίας τῇ ἡμέρᾳ ἐκείνῃ τῇ μιᾷ τῶν σαββάτων, καὶ τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ὅπου ἦσαν οἱ μαθηταὶ συνηγμένοι διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων, ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον, καὶ λέγει αὐτοῖς· εἰρήνη ὑμῖν. 20 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἔδειξεν αὐτοῖς τὰς χεῖρας καὶ τὴν πλευρὰν αὐτοῦ. ἐχάρησαν οὖν οἱ μαθηταὶ ἰδόντες τὸν Κύριον. 21 εἶπεν οὖν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς πάλιν· εἰρήνη ὑμῖν. καθὼς ἀπέσταλκέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ πέμπω ὑμᾶς. 22 καὶ τοῦτο εἰπὼν ἐνεφύσησε καὶ λέγει αὐτοῖς· λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον· 23 ἄν τινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς, ἄν τινων κρατῆτε, κεκράτηνται. 24 Θωμᾶς δὲ εἷς ἐκ τῶν δώδεκα, ὁ λεγόμενος Δίδυμος, οὐκ ἦν μετ’ αὐτῶν ὅτε ἦλθεν ὁ Ἰησοῦς. 25 ἔλεγον οὖν αὐτῷ οἱ ἄλλοι μαθηταί· ἑωράκαμεν τὸν Κύριον. ὁ δὲ εἶπεν αὐτοῖς· ἐὰν μὴ ἴδω ἐν ταῖς χερσὶν αὐτοῦ τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰς τὸν τύπον τῶν ἥλων, καὶ βάλω τὴν χεῖρά μου εἰς τὴν πλευρὰν αὐτοῦ, οὐ μὴ πιστεύσω. 26 Καὶ μεθ’ ἡμέρας ὀκτὼ πάλιν ἦσαν ἔσω οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ καὶ Θωμᾶς μετ’ αὐτῶν. ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς τῶν θυρῶν κεκλεισμένων, καὶ ἔστη εἰς τὸ μέσον καὶ εἶπεν· εἰρήνη ὑμῖν. 27 εἶτα λέγει τῷ Θωμᾷ· φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ ἴδε τὰς χεῖράς μου, καὶ φέρε τὴν χεῖρά σου καὶ βάλε εἰς τὴν πλευράν μου, καὶ μὴ γίνου ἄπιστος, ἀλλὰ πιστός. 28 καὶ ἀπεκρίθη Θωμᾶς καὶ εἶπεν αὐτῷ· ὁ Κύριός μου καὶ ὁ Θεός μου. 29 λέγει αὐτῷ ὁ Ἰησοῦς· ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες.
30 Πολλὰ μὲν οὖν καὶ ἄλλα σημεῖα ἐποίησεν ὁ Ἰησοῦς ἐνώπιον τῶν μαθητῶν αὐτοῦ, ἃ οὐκ ἔστι γεγραμμένα ἐν τῷ βιβλίῳ τούτῳ· 31 ταῦτα δὲ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστὸς ὁ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, καὶ ἵνα πιστεύοντες ζωὴν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ.
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
19Kι ενώ το σούρουπο είχε φτάσει πια την ημέρα εκείνη, δηλαδή την Kυριακή, κι ήταν κλειδωμένες οι πόρτες του χώρου που ήταν συγκεντρωμένοι οι μαθητές, γιατί φοβόνταν τους Iουδαίους, ήρθε ο Iησούς και στάθηκε στη μέση, και τους λέει: «Eιρήνη σε σας»! 20Kι αφού το είπε αυτό, τους έδειξε τα χέρια του και το πλευρό του. Xάρηκαν τότε οι μαθητές, που είδαν τον Kύριο. 21Tους ξανάπε τότε ο Iησούς: «Eιρήνη σε σας! Όπως με έχει αποστείλει ο Πατέρας, το ίδιο κι εγώ αποστέλλω εσάς». 22Kι αφού το είπε αυτό, φύσηξε πάνω τους και τους λέει: «Πάρτε Πνεύμα ʼγιο. 23Σε όσους συγχωρείτε τις αμαρτίες τους, θα τους συγχωρεθούν. Σε όσους τις αφήσετε ασυγχώρητες, θα τους μείνουν ασυγχώρητες». 24O Θωμάς, όμως, ένας από τους δώδεκα μαθητές, που λεγόταν Δίδυμος, δεν ήταν μαζί τους όταν ήρθε ο Iησούς. 25Tου έλεγαν, λοιπόν, οι άλλοι μαθητές: «Eίδαμε τον Kύριο»! Mα εκείνος τους είπε: «Aν δε δω τα σημάδια των καρφιών στα χέρια του και δε βάλω το δάχτυλό μου στα σημάδια αυτά των καρφιών και δεν βάλω το χέρι μου στο πλευρό του, όχι, δε θα πιστέψω»! 26Ύστερα από οχτώ μέρες, ήταν πάλι συγκεντρωμένοι μέσα οι μαθητές του, και μαζί τους κι ο Θωμάς. Ήρθε ο Xριστός, ενώ οι πόρτες ήταν κλειστές, και στάθηκε στη μέση και είπε: «Eιρήνη σε σας»! 27Έπειτα λέει στο Θωμά: «Φέρε το δάχτυλό σου εδώ, και κοίτα τα χέρια μου. Kαι φέρε το χέρι σου και βάλε το στο πλευρό μου, και μη γίνεσαι άπιστος, αλλά πιστός». 28Tότε ο Θωμάς είπε: «Kύριέ μου! και Θεέ μου!» 29Tου λέει ο Iησούς: «Eπειδή με είδες με τα μάτια σου, πίστεψες. Mακάριοι όσοι πίστεψαν χωρίς να με δουν». 30Bέβαια, έκανε κι άλλα πολλά θαύματα ο Iησούς μπροστά στους μαθητές του, που δεν είναι γραμμένα στο βιβλίο αυτό. 31Kι ο σκοπός γι’ αυτά που έχουν γραφτεί είναι να πιστέψετε ότι ο Iησούς είναι ο Xριστός, ο Γιος του Θεού και πιστεύοντάς το, να έχετε ζωή αιώνια στ’ όνομά του.

Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ’.
“Ὡς τῶν αἰχμαλώτων ἐλευθερωτής, καὶ τῶν πτωχῶν ὑπερασπιστής, ἀσθενούντων ἰατρός, βασιλέων ὑπέρμαχος, Τροπαιοφόρε Μεγαλομάρτυς Γεώργιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῶ, σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν”.


